Αγιοβασιλιάτικη Αλητεία

0

γράφει ο Κώστας Ζαφείρης

Τα κάλαντα των Χριστουγέννων είχαν πάει καλά. Είχα βγει νωρίς της παραμονής. Γερά ντυμένος, πουλόβερ χοντρό, μποτάκια, κασκόλ σφιχτοδεμένο, παλτουδάκι τσίλικο τύπου «μοντγκόμερι», κι ένα σκουφί που είχε πλέξει η μάνα μου με μια φούντα στην κορυφή, που δεν μου πολυάρεσε είναι η αλήθεια, αλλά δε βαριέσαι.

Πήρα τους δρόμους σχεδόν αξημέρωτα. Ποιος μας κρατούσε; Από το σπίτι μας στους Αγίους Αναργύρους, ίσα την ανηφόρα –σπίτια συγγενών και γειτόνων στο μεταξύ-, πόρτες ανοιχτές και χαμογελαστά πρόσωπα. Φραγκάκια, διφραγκάκια και σπανίως ταλιράκια. Χτύπαγα την τραμπούκα μου με όρεξη, ξελαρυγγιαζόμουν  κιόλας στο «Καλήν Ημέραν Άρχοντες». Μου είχαν πει ότι τα κάλαντα πρέπει να τα λες με όρεξη, όχι ψόφια. Και το εφάρμοζα πλήρως.

Ανηφόρισα. Με πόση όρεξη αλήθεια; Μέχρι τον Άγιο Θωμά, μετά στροφή στην Καλοπλύτου (για να περάσω από καλή θεία) μέχρι το Φούρνο του Περρή. Εδώ πιο άγνωστοι . Άρχισαν κιόλας τα ψυχρά «μας τα είπανε». Σε μαγαζί μάλιστα που δέσποζε η Ερηνάρα (φόβος και τρόμος) με είχε προγκήξει. «Άι στα τσακίδια από το πρωί, άλλες δουλειές δεν έχουμε!». Σας το λέω με απόσταση πολλών πολλών χρόνων δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα για πιτσιρίκο, με σκουφί και την τραμπούκα του, από αυτό το «μας τα είπανε».

Κι ύστερα στροφή για την Απλωταριά. Στο μεγάλο δρόμο –που τότε δεν ήτανε πεζόδρομος, αλλά και αμάξια δεν υπήρχαν. Μαγαζί μαγαζί, πόρτα πόρτα. Να τα πούμε; Πείτε τα. Δεν έδιωχναν κόσμο οι έξυπνοι μαγαζάτορες. Σοφή λογική. Σου λέει ετούτο το σκασμένο με το σκουφί και τα κόκκινα μάγουλα ποιος ξέρει ποιανού είναι; Μπας και τα χαλάσω με τους δικούς του που μπορεί να είναι και πελάτες; Γέμιζε η τραμπούκα κι ο μπεζαχτάς λοιπόν. Μόνο που πέφτανε πια πιο πολλά πενηνταράκια… έτσι πάνε αυτά. Προσφορά και ζήτηση και άλλα λαμπρά της οικονομίας.

Μετά στροφή απότομη, κάθετη για να πάρεις τη Ροδοκανάκη. Στο τυπογραφείο που δούλευε ο μεγάλος θείος. Εκεί θα έπεφτε απαρεγκλίτως δεκάρικο (!), μπορεί και κάτι παραπάνω από αφεντικό κι εργάτες. Κι ύστερα στο μαγαζί με γεωργικά φάρμακα απέναντι από του Καλαμάρη, που το πάλευε η θεία, άλλο δεκάρικο εκεί. Τελική ευθεία. Τα καφενεία της προκυμαίας. Εκεί θα έβρισκα την παρέα του πατέρα, συνήθως εκείνος έλειπε με τα βαπόρια. Κι οι φίλοι του που έπιναν το ουζάκι τους θα ξηλώνονταν βεβαίως για το πιτσιρίκι του κολλητού τους.

Όλα καλά και τακτοποιημένα λοιπόν… κι ως πιτσιρίκος που χαλβάδιαζε από καιρό αυτοκινητάκια, στρατιωτάκια και άλλα τρομερά παιχνίδια στη βιτρίνα του Καββάδα στην Απλωταριά, προσεχτικά μετρούσα τις εισπράξεις. Κι έκανα τους υπολογισμούς των εννιά μου χρόνων: άλλα τόσα την Πρωτοχρονιά, και θα το πάρουμε το τρομερό πειρατικό μαζί με τους πειρατές!

Μόνο που την παραμονή του Αγιού Βασιλιού, αλλάξανε τα κόζα. Είχε βλέπεις καταφθάσει στο νησί η μεγάλη ξαδέρφη από την πρωτεύουσα. Κι έπεσε σύμπασα η οικογένεια πάνω μου. Το σωστό θα ήταν να λέγαμε μαζί τα κάλαντα τα δυο αγαπημένα ξαδερφάκια. Αγαπημένα; Χμμμ. Όλο τα μαλλιά τής τραβούσα. Εκείνη πάλι, πιο ήσυχο παιδί με υπεραγαπούσε. Σαν πιο μικρός ήμουν το παιχνιδάκι της. «Ντίνο μου» και «Ντίνο μου» συνέχεια.

Ντίνος Ξεντίνος, έπρεπε να βάλω συνεταίρο στο μαγαζί. Εκεί που είχα ατομική επιχείρηση έπρεπε μισές μισές να τις χωρίσουμε τις εισπράξεις. Όλεθρος. Επιχειρήματα του σογιού άπειρα: «Το Μαράκι δεν είναι από εδώ, δεν ξέρει τους δρόμους και τα σπίτια, εσύ σαν εξάδελφος πρέπει να την πάρεις μαζί σου». Ακόμα κι η γιαγιά –που συνήθως έπαιρνε το μέρος μου- εκείνη τη φορά ήταν ενάντια. «Να πας με τη Μαρία να τα πείτε. Έτσι είναι το σωστό!». Το τελικό επιχείρημα μου το πέταξε η μάνα: «Αν είσαι τόσο γάιδαρος και δεν πάτε μαζί, δεν έχεις να δεις τίποτα κάτω από το δέντρο!». Τι να έκανα; Οι πιέσεις είχαν γίνει αφόρητες. Το υπέγραψα το Αγιοβασιλιάτικο Μνημόνιο.

Αξημέρωτα σχεδόν ξεκινήσαμε παραμονή Πρωτοχρονιάς. Με αντίστοιχες ενδυμασίες (τα είπαμε: κασκόλ, παλτά και σκουφιά). Στρίψαμε τη γωνιά από τα σπίτια μας και ξανοιχτήκαμε στη γειτονιά. Χτυπάμε πόρτα. Να σας τα πούμε; Πείτε τα! Κι αρχίζω (πως μου ήρθε άραγε;) τα «λόγια» κάλαντα που μας είχαν μάθει στο σχολείο:

«Εις αυτό το Νέον Έτος, Βασιλείου εορτή, ήρθα να σας χαιρετίσω, με την πρέπουσα ευχή!» σε εντελώς άλλο σκοπό. Η καημένη η Μαρία πάσχιζε να πει τις αρχιμηνιές κι αρχιχρονιές και τις ψηλές τις δεντρολιβανιές που είχε μάθει… Μάταια. Γκάριζα εγώ, έλεγε εκείνη πιο δειλά και συνεσταλμένα τα δικά της. Χασμωδία. Σε κάνα δυο τρία σπίτια, σταματάμε και πάμε στη γωνία μέσα στο ψοφόκρυο. «Δεν ξέρεις να τα λες τα κάλαντα» της πετάω. Πήγε να διαμαρτυρηθεί. Ούτε μα, ούτε ξεμά. Δίνω μια, φτερά στα ποδάρια μου, και χάνομαι από τη γωνία. Σας το είπα, τους δρόμους δεν τους γνώριζε, εγώ πάλι τους ήξερα, μ’ έχασε. Ούτε γύρισα πίσω να κοιτάξω ο γάιδαρος. Πήρα τη γνωστή διαδρομή των Χριστουγέννων. Μονάχος.

Και να δεις που πήγε τρομερά καλά η αγιοβασιλιάτικη είσπραξη. Μάλλον γιατί έλεγα ασυνήθιστα κάλαντα. Ίσως πάλι γιατί στο στίχο «και για τα ξενιτεμένα έχω να ειπώ πολλά, όπου είναι κι όπου στέκουν να ΄χουν την καλή χρονιά!» έτρεχαν τα μάτια κι άνοιγαν τα πορτοφόλια. Ποιο σπίτι, ποιο μαγαζί δεν είχε ξενιτεμένο;

Γύρισα σπίτι αργά το απόγευμα, είχε σχεδόν νυχτώσει. Η τραμπούκα είχε γεμίσει και βαρύνει. Η μάνα μου είχε να κάνει με τη γαϊδουριά μου. Δεν μου το κράτησε όμως. Τη Μαρία την παρηγόρησαν όπως όπως όταν γύρισε σπίτι με δάκρυα «μ’ έδιωξε ο Ντίνος!». Της έδωσαν, υποθέτω, κι αυξημένο χαρτζιλίκι οι λοιποί  συγγενείς για να καλύψουν τον κωλοπαιδισμό μου.  Γιατί πράγματι ήταν μεγάλη αλητεία. Αγιοβασιλιάτικη αλητεία. Το πειρατικό πάντως το αγόρασα. Με φραγκάκια από την «πειρατεία» μου.

Με την εξαδέλφη, που τελικά όντως είμαστε αγαπημένα εξαδέλφια –χωρίς υποσημειώσεις- το συζητάμε χάριν αστεϊσμού κάθε χρόνο:

– Θα με πάρεις να πούμε τα κάλαντα;

– Αφού δεν τα ξέρεις!

Καλή χρονιά σε όλους και όλες! Καλά να είμαστε να τα θυμόμαστε και να τα ξαναζούμε.

Έχει εκδώσει τα βιβλία "Η βία της βδομάδας" (1997), "Η εκδίκηση του τυπογράφου" (2006), "Αφάνεια" (2010), "Κόντρα Γέφυρα & άλλα διηγήματα" (2015) και "Η πόκα της πλημμύρας" (2017).

Άφησε σχόλιο