Διαδρομές ανωνυμίας και σιωπής στην Ιστορία

2

νύξεις για τη ζωή των γυναικών της Χίου από την ύστερη Τουρκοκρατία μέχρι και τον 20ο αιώνα
 
της Στέλλας Τσιροπινά

-Ίντα χαμπάρια από τη Χιο;

-Κουντουρούδι περισσό,
σουλουμά με το κaντάρι,
κοκκινάδι με το φτυάρι. . .

Έτος 1812: ο περιηγητής Ι. Μ. Tancoigne, ερχόμενος στη Χίο, καταγράφει, μεταξύ πολλών άλλων, και το πιο πάνω σκώμμα για την υπερβολική ψιμυθίωση -το μακιγιάζ- των γυναικών της Χίου. Είναι η εποχή που οι συνθήκες διαβίωσης στη Χίο δεν έχουν καμία σχέση με αυτές των λοιπών Τουρκοκρατούμενων περιοχών της Ελλάδας. Τα «πεσκελίκια» ετοιμάζονται από τους Δημογέροντες και φορτώνονται άφθονα στο λιμάνι του νησιού Χίου με προορισμό την Υψηλή Πύλη: ρακή, σύκα και αμύγδαλα, στάμνες, βάζα γλυκό λεμονάκι, νεραντζάκι, άνθος… Το πουγκί του Χιώτη είναι γερό και «…για τούτο, το ζορμπαλίκι το Τούρκικο, εδώ δα δεν φτάνει…».

Αυτήν την προνομιακή μεταχείριση την προσέφερε ο «αχτναμές» του έτους 1567, ο οποίος παγιώθηκε με έναν δεύτερο επί Σελίμ Β΄ στα 1578. Η κοινότητα της Χίου που περιλάμβανε, τότε, τα Καμπόχωρα, τα Βορειόχωρα, τα Ψαρά και την Εγνούσα, μαζί με τη Χώρα και το Βροντάδο, έβλεπε αραιά και πού τον Τούρκο πολιτικό διοικητή του νησιού, όταν εμφανιζόταν για να πορισθεί τα 400.000 γρόσια του κεφαλικού φόρου, ενώ η κοινότητα των Μαστιχόχωρων που υπαγόταν απ’ ευθείας στη Βαλιντέ-Σουλτάνα, τη μητέρα του Σουλτάνου, έπρεπε κάθε χρόνο να συγκεντρώνει 21.000-25.000 οκάδες μαστίχι και να το παραδίδει στον Τούρκο τοποτηρητή της Οθωμανικής αυλής, τον Αγά ή Σακίζ-εμίνη. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, η προυχοντική τάξη της Χίου υπερηφανευόταν ότι:

«…κρατούμε, όξ’ αφ’ τούτο το σχολειό, και βιβλιοθήκη και σπιτάλιο, γεροκομειό, λαζαρέτο, λωβοτροφείο, εγνοιαζούμαστε τα νόθα, τους χαψομένους, έχουμενε ’ξήντα ’κκλησιές στα ξηνταέξι χωριά του νησιού μας (…) έχουμεν το ’μπορικό μας τριμπουνάλε, το θαλασσινό μας τριμπουνάλε, τους νοταραίους μας, ξέχωρα αφ’ τους Τούρκους και με δικούς μας νόμους».

Επρόκειτο, λοιπόν, για μια «αποδοτική» συγκυρία συνθηκών και για μία ανέφελη, σε γενικές γραμμές, διαβίωση ανδρών και γυναικών στο νησί της Χίου, κατά την περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας; Άντρες, προύχοντες, που προσπαθούσαν να κρατήσουν τους Οθωμανούς στην απαραίτητη απόσταση, με στόχο πάντα τη διασφάλιση του προνομιακού καθεστώτος, χρησιμοποιώντας την οικονομική τους δυνατότητα, η οποία τους επέτρεπε να καταφεύγουν σε δωροδοκίες και άλλες συναφείς εκδουλεύσεις; Και, γυναίκες που, έχοντας κάνει την κοκεταρία τρόπο της ζωής τους, με τα μεταξωτά τσεμπέρια και τα φουστάνια τους, κάθονταν στα τσαρδιά και στα κιόσκια κι έπλεκαν αμέριμνες τις πλουμιστές νταντέλες τους, θαρρετές μπροστά στους ξένους επισκέπτες, έτοιμες να αστειευτούν μαζί τους, να τους πειράζουν και να τους τραβούν από το χέρι;

Μια Χιώτισσα στα 1753, σε χαλκογραφία του R. Dalton. Φακιόλι, στηθόπανο στο μπούστο, μανίκια με πολλές πτυχώσεις. Αφράδα, γοητεία και τσαχπινιά μαζί: οι περισσότερες περιγραφές των περιηγητών συμφωνούν με την εικόνα αυτή.
Μια Χιώτισσα στα 1753, σε χαλκογραφία του R. Dalton.
Φακιόλι, στηθόπανο στο μπούστο, μανίκια με πολλές πτυχώσεις. Αφράδα, γοητεία και τσαχπινιά μαζί: οι περισσότερες περιγραφές των περιηγητών συμφωνούν με την εικόνα αυτή.

Αυτά, τουλάχιστον, αποτυπώνουν οι βιαστικές ματιές των περισσοτέρων περιηγητών που επισκέφθηκαν το νησί, λίγο πριν από τις εκτεταμένες σφαγές και την καταστροφή του 1822. Καθώς, μάλιστα, τους περισσότερους από τους επισκέπτες αυτούς δεν τους ενδιέφερε μία ανθρωπολογικού τύπου προσέγγιση σε όσα έβλεπαν και μάθαιναν ή, κι αν ακόμη τους ενδιέφερε, δεν είχαν τη δυνατότητα και τους τρόπους για να την επιχειρήσουν συστηματικά, η πολύτιμη ύπαρξη των μαρτυριών τους δε σημαίνει ότι πρέπει και να μας παρασύρει στην άκριτη αποδοχή των πληροφοριών που μεταφέρουν.

Γιατί, βέβαια, οι γυναίκες πράγματι ξεχύνονταν στους δρόμους, μόλις πλησίαζε καράβι στο λιμάνι, αλλά η κίνηση τους αυτή δεν υπαγορευόταν από ένα πνεύμα ελευθεριότητας, ούτε αποτελούσε το πρώιμο δείγμα μιας εντυπωσιακής χειραφέτησης- αποτέλεσμα των συγκεκριμένων συνθηκών κοινωνικής ευημερίας. Επρόκειτο, απλώς, για μία εκδήλωση, επιβεβαίωση και κορύφωση, ταυτόχρονα, της συμμετοχής τους -στο κεντρικό τμήμα του νησιού ιδίως- σε παραγωγικές δραστηριότητες που, εκείνη την εποχή, συνδέονταν με τη βομβυκοτροφία και την επεξεργασία του μεταξιού.

Οι γυναίκες, δηλαδή, κατέφθαναν στο λιμάνι και τους γύρω δρόμους, επειδή στο σπίτι υπήρχε ολόκληρη πραμάτεια για πούλημα: ταφτάδες, σαντάλια, λεπτά υφάσματα από βρασμένο μετάξι που ήσαν ραβδωτά, μουαρέδες, εξάμιτα, καμουχάδες, λαουντάνια, χατάγια, πανάκριβα μπροκάρ που προορίζονταν για τα σεράγια και τα χαρέμια της Πόλης και του Καΐρου, αλλά και μουσελίνες, ζώνες, λαιμοδέτες, πάμφθηνα δίμιτα, εντυπωσιακά γαϊτάνια, κάλτσες και πουγκιά, κεντημένα μαντίλια, μποξάδες και σκούφοι.

Με άλλα λόγια, η Χιώτισσα, που κατέβαινε στην πόλη και την προκυμαία, υποκινούνταν από την επιθυμία, αλλά και την προσπάθειά της να αυξήσει την πατρική ή τη συζυγική περιουσία. Η συμπεριφορά της σχετιζόταν με το δυναμικό εμπορικό πνεύμα της, το οποίο, με βάση τα ισχύοντα κοινωνικά δεδομένα της εποχής, εύκολα μπορούσε να παρεξηγηθεί και να παρερμηνευθεί από τους περιηγητές. Ωστόσο, ο περιηγητής J. Galt, που επισκέφθηκε τη Χίο την περίοδο 1809-1811, καταθέτει τη δική του διαφωτιστική ερμηνεία:

«…(Οι Χιώτισσες) συκοφαντήθηκαν αβάσιμα και χαρακτηρίστηκαν ακόλαστες στη συμπεριφορά τους προς τους ξένους… Όλες σχεδόν οι γυναίκες της κατώτερης τάξης είναι ανυφάντρες και κεντήστρες. Η προθυμία να μιλήσουν στους ξένους, η ανυπομονησία να τους καλέσουν στο σπίτι τους -μερικές φορές τους τραβούν από το χέρι- ξεκινάει από το ενδιαφέρον να πουλήσουν τα χειροτεχνήματα τους. Μπήκα σε πολλά σπίτια, στην αρχή χωρίς διόλου σεβασμό… Αλλά πολύ σύντομα, μ’ έβαλαν στη θέση μου, δίνοντας μου να καταλάβω ότι το χαμόγελο, που συνόδευε την πρόσκλησή τους, αποτελούσε απλούστατα μια εκδήλωση εμπορικής σκοπιμότητας…».

Την εποχή αυτή, η παραγωγή μεταξωτών στη Χίο αποτελούσε καθαρά οικογενειακή υπόθεση, που απασχολούσε κατ’ αποκλειστικότητα, σχεδόν, τις γυναίκες. Όλη η εργασιακή διαδικασία, από την καλλιέργεια των κουκουλιών έως και την ύφανση, αναλαμβανόταν και ολοκληρωνόταν μέσα στους κόλπους της οικογένειας. Οι Χιώτισσες, μάλιστα, έβαφαν οι ίδιες τις μετάξινες κλωστές που χρησιμοποιούσαν και στα κεντήματα τους, με χρώματα που παρασκεύαζαν από τα κλαδιά, τα φύλλα, τις φλούδες ή τις ρίζες συγκεκριμένων δέντρων ή φυτών. Σύμφωνα με τους επισκέπτες-περιηγητές J. G. Bruguiere και G. A. Olivier (1792):

«…πλούσιες και φτωχές εργάζονται και αναζητούν το κέρδος. Οι φτωχότερες πλέκουν κάλτσες, σκούφους, πουγκιά. Οι πλούσιες κεντούν μαντίλια κι όλα τα πανικά που συνηθίζουν οι Ανατολίτες…».

Τέλος, και ο περιηγητής A. L. Castellan σημειώνει στα 1812:

«Αυτές οι τόσο ελεύθερες και συνετές γυναίκες της Χίου πλέκουν και κεντούν με μετάξι πολλά ωραία εργόχειρα (…). Για να μπορούν να τα πουλούν εύκολα, αναγκάστηκαν να μάθουν να τα διαλαλούν στις διάφορες γλώσσες των εμπόρων που έρχονται στην Ανατολή. Ένας Γάλλος, Ιταλός ή και Σουηδός, όταν θα περπατούσε στο δρόμο, θα άκουγε να του φωνάζουν στη γλώσσα του από πολλές μεριές: κύριε, κύριε, ελάτε να δείτε τα ωραία πουγκιά!

Αγόρασα στη Χίο ωραιότατα και μεγάλα πουγκιά, που στοίχισε το καθένα 3 λίρες, ενώ στη Γαλλία δεν θα μπορούσε να τα βρεί κανείς ούτε στη διπλάσια τιμή

Το κοινωνικό πλαίσιο ζωής και οι απαράβατοι εθιμικοί κανόνες του

Παράλληλα, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι στο δεδομένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο η παραδοσιακή ζωή, με τους κανόνες διαβίωσης, τα ήθη και τα έθιμά της, επιβαλλόταν με την ισχύ απαράβατου νόμου. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο ζωής, πρέπει να συνυπολογίσουμε, οπωσδήποτε, και το εξαιρετικά οξυμμένο άγχος της προικοδότησης των θυγατέρων, το οποίο, από τη μια, κατεύθυνε συγκεκριμένες δραστηριότητες και επιδιώξεις, όπως αυτές που προαναφέρθηκαν, τροφοδοτώντας ταυτόχρονα, με εύγλωττο και αποκαλυπτικό τρόπο την έμμετρη λαϊκή αντίληψη:

«΄Εχω γιο κι έχω χαρά
που θα γίνω πεθερά,
έχω κόρη κι έχω πίκρα
που θα μου γυρεύουν προίκα. . .»

Η μελλόνυμφη, πράγματι, έπρεπε να έχει ποικίλα προσόντα, που είχαν να κάνουν με την ηθική και την εργατικότητά της, αλλά έπρεπε, επίσης, να διαθέτει και περιουσιακά στοιχεία. Μέσα σ’ αυτά τα τελευταία, συγκαταλέγονταν κυρίως το σπίτι, τα χωράφια και τα ζώα που ήταν τα βασικά «ταξίματα» από τη μεριά του πατέρα της νύφης για την τελεσφόρηση των προξενιών. Σύμφωνα, μάλιστα, με το εθιμικό δίκαιο, το οποίο ίσχυε τόσο προεπαναστατικά, όσο και μετεπαναστατικά, ο πατέρας και η μητέρα προίκιζαν τις θυγατέρες τους, ο καθένας από τη δική του περιουσία.

Μισοξεχασμένες ή εντελώς ξεχασμένες ονομασίες περιγράφουν, σε παμπάλαια, κιτρινισμένα χειρόγραφα, μορφές προγαμιαίων δωρεών της εποχής εκείνης: τα «μπασίδια», η «προτιμή», το «τράχωμα». Τα «μπασίδια» τα έδινε ο γαμπρός στη νύφη και μεταβιβάζονταν από μάνα σε κόρη, όπως εξάλλου μεταβιβαζόταν και η «προτιμή», που αποτελούσε αρχικά ανάμνηση των εθίμων της «κανακαράς», της πρωτότοκης δηλαδή που κληρονομούσε παλαιότερα ολόκληρη τη μητρική περιουσία. Ωστόσο, η «προτιμή» κατέληξε να είναι απλώς μία επιπλέον παροχή που ήταν δυνατό να δίνεται προς όλα τα τέκνα, ανεξαρτήτως φύλου, εκφράζοντας έτσι και κάποια προτίμηση των γονιών σε ορισμένα από τα παιδιά τους. Το «τράχωμα» πάλι, οι λίρες δηλαδή, που η νύφη έπαιρνε, αν υπήρχε οικονομική ευχέρεια, βοηθούσε αποτελεσματικά στην αγορά ή στο χτίσιμο σπιτιού, όταν αυτό δεν προϋπήρχε.

Προτού, λοιπόν, οδηγηθεί κανείς σε εύκολα συμπεράσματα για τη γυναικεία παρουσία, τον υποτιθέμενο δυναμισμό και την ισχύ της μέσα στο σύνθετο κοινωνικό σχηματισμό της αγροτικής προεπαναστατικής χιώτικης κοινωνίας, πρέπει να αφήσει κατά μέρος αντιλήψεις που είναι αποτέλεσμα του σύγχρονου τρόπου της ζωής μας, ο οποίος απέχει …έτη φωτός πια από τον αγώνα και την αγωνία μιας καθημερινότητας, η οποία υπάκουε σε άλλους ρυθμούς και διαμορφωνόταν από άλλες επιταγές και στόχους ζωής, αλλά και τελείως διαφοροποιημένα ιστορικά δεδομένα: φτάνει μόνο να συλλογισθούμε την ψυχολογική ανασφάλεια που απέρρεε από τη συνύπαρξη του Χιώτη με το λιγοστό -έστω- Τούρκικο στοιχείο, κυρίως, όμως, τη διόγκωσή της, όταν είχε να κάνει με το γυναικείο πληθυσμό του νησιού -έστω και σε επίπεδο φαντασιακό. Μόνον έτσι, η εικόνα και η διαβίωση της Χιώτισσας, την περίοδο αυτή, αποκτά απευθείας ένα μεγαλύτερο βάθος.

Αν συμψηφίσουμε, τώρα, και τη σκληρότητα ή τουλάχιστον την έλλειψη ευαισθησίας, με την οποία και οι ίδιοι οι Χιώτες αντιμετώπιζαν τις περιπτώσεις των ντόπιων γυναικών που, για λόγους οικονομικής ανέχειας, αναγκάζονταν να παντρευτούν Μουσουλμάνο, η εικόνα αποκτά ακόμη περισσότερες φωτοσκιάσεις: οι Δημογέροντες, για παράδειγμα, συναινούσαν στην άρνηση των ιερέων να θάψουν τις γυναίκες αυτές, κάνοντας μόνο την εξής ελάχιστη παραχώρηση: επέτρεπαν σε δύο Τούρκους χασάπηδες ή τους ανθρώπους τους να σύρουν τα κουφάρια των γυναικών αυτών σε κάποια πλαγιά. Η μαρτυρία του M. Ol. Eneman, ο οποίος επισκέφθηκε τη Χίο το έτος 1711, είναι αποκαλυπτική:

«… Η Ελληνίδα σύζυγος παραμένει Χριστιανή και πηγαίνει στην εκκλησία, χωρίς να εμποδίζεται από τον Οθωμανό άντρα της. Αποκλείεται μονάχα η εξομολόγηση, γιατί κανένας παπάς δεν τη δέχεται. Τα παιδιά της γίνονται μουσουλμάνοι. Η ίδια έχει το προνόμιο να φορά πράσινο μπούστο, πράγμα που απαγορεύεται στις Ελληνίδες. Έτσι περνά τη ζωή της, αλλά όταν πεθάνει, κανείς δεν φροντίζει πια γι’ αυτήν, ούτε ο ιμάμης, αφού δεν είναι μουσουλμάνα, ούτε ο παπάς, αφού γέννησε τουρκόπαιδα για να μεγαλώσει τη μάντρα των αντίχριστων. Δύο χασάπηδες ή οι άνθρωποί τους σέρνουν το κουφάρι της σε μια βουνοπλαγιά…»

Και βέβαια η πληροφορία του Χιώτη ιστορικού Αλέξανδρου Βλαστού ότι:

«…αι ελάχιστοι, αίτινες εις την κατωτέραν ανήκουσαι τάξιν υπανδρεύοντο με Τούρκους, είχον την άδειαν να πηγαίνουν εις την εκκλησίαν και να λαμβάνουν το αντίδωρον, αλλά δεν ηδύναντο να μεταλάβωσι και των αχράντων μυστηρίων»

απαλύνει τις εντυπώσεις, αλλά δεν εξαλείφει την αίσθηση μιας υποβόσκουσας απειλής που απέρρεε από τη συνύπαρξη του ντόπιου με το Τούρκικο στοιχείο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε στο γυναικείο πληθυσμό. Την αίσθηση αυτή επιβεβαιώνει η μαρτυρία των J. G. Bruguiere-G. A. Olivier του έτους 1792:

«… (Οι Χιώτισσες) είναι προσεχτικές στη στάση τους με τους Τούρκους. Ποτέ δεν απευθύνουν σ’ αυτούς το λόγο, ούτε απαντούν στις ερωτήσεις τους. Γνωρίζουν ότι κινδυνεύουν να εκτεθούν στην κτηνωδία τους ή ν’ ακούσουν άπρεπα λόγια. Διατηρούν όμως μπροστά τους ελεύθερη συμπεριφορά και θαρραλέα στάση».

Σε ζωγραφιά του Φ. Αριστέως ένας Χιώτης, τυπικός εκπρόσωπος της προυχοντικής τάξης του νησιού. Mε το καλπάκι στο κεφάλι, το αντερί που πτυχώνεται από ζωνάρι, τον τσουμπέ από πάνω με τη γούνα του. Και με τη βλοσυρότητα του άντρα και του άρχοντα.
Σε ζωγραφιά του Φ. Αριστέως ένας Χιώτης, τυπικός εκπρόσωπος της προυχοντικής τάξης του νησιού. Mε το καλπάκι στο κεφάλι, το αντερί που πτυχώνεται από ζωνάρι, τον τσουμπέ από πάνω με τη γούνα του. Και με τη βλοσυρότητα του άντρα και του άρχοντα.

Αστή της εποχής (1811) σε λιθογραφία του O. Stackelberg. Με το τσεμπέρι της, το μπολερό, την ατλάζινη μπροστέλα, τη μακριά πτυχωμένη φούστα της. Με τη σιγουριά που της έδινε η τάξη της, η ισχύς του κύρη ή του άντρα της.
Αστή της εποχής (1811) σε λιθογραφία του O. Stackelberg. Με το τσεμπέρι της, το μπολερό, την ατλάζινη μπροστέλα, τη μακριά πτυχωμένη φούστα της. Με τη σιγουριά που της έδινε η τάξη της, η ισχύς του κύρη ή του άντρα της.

Θα ήταν, λοιπόν, ασφαλέστερο να συμπεράνουμε ότι η «άνετη» και «αμέριμνη» ζωή της Χιώτισσας, έτσι όπως αποτυπώνεται στα γραπτά των περιηγητών, οι οποίοι επισκέφθηκαν τη Χίο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, αναφέρεται περισσότερο στη Χιώτισσα αστή, η οποία είχε τη δυνατότητα, με ένα ιδιαίτερο τρόπο ζωής που αποτυπωνόταν στο ντύσιμο, το χτένισμα, το μακιγιάζ και τη γενικότερη συμπεριφορά της, να επιδεικνύει αλλά και να αυγατίζει τα πλούτη της οικογένειάς της, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό την ταξική ισχύ του πατέρα ή του συζύγου της.

Στη Σφαγή του 1822

Δυστυχώς, όμως οι σφαγές στη Χίο, το έτος 1822, απέδειξαν για μια ακόμη φορά, ότι σε συνθήκες απερίγραπτης βαρβαρότητας, οι γυναίκες απομένουν ξαφνικά μόνο με τα χαρακτηριστικά του φύλου τους, με αποτέλεσμα να είναι απόλυτη -σε ένα πλήθος περιπτώσεων- η εξομοίωση της αριστοκράτισσας με τη χωρική:

«…Εγώ είχα καθισμένο το παιδί στον λαιμό μου αποσκελωτά. Ένας Τούρκος ήτρωγε ψωμί. Το ’δεν το παιδί μου κι ήπιασεν τα κλιάματα κι εφώναζε: «πεινώ, πεινώ, ψωμί, ψωμί.»

Ο Τούρκος του ’δωκε λιγάκι ψωμί κι εκείνο ερίχτηκεν επάνω στο ψωμί και το ’φαγεν αμάσητο. Εξανάκλαψε και του ζήταν κι άλλο. Τότες …Χριστέ και

Παναγιά μου! Βλέπω το μαχαίρι του Τούρκου ν’ αστράφτει, νιώνω έναν κούνημα και βλέπω το κεφαλάκιν του παιδιού από δω και το σωματάκιν του από κει.

Ύστερα, έσφαξαν όλους τους άντρες που ήταν κλεισμένοι στου Σπανού, και μας επήραν εμάς και μας επήγαιναν εις την Χώρα. Εδεκεί στο Πλατανάκι έκατσαν να φαν και να πιουν και νερό. Να κι έρκεται έναν άλλο μπουλούκι αφ’ τη Χώρα. Οι Τούρκοι που μας είχαν εμάς, τους είπαν εκεινών: «πού πάτε; Αν πηγαίνετε στα Καρδάμυλα, ετελείωσεν η δουλειά».

Εκείνοι εθυμώσαν, κι έβγαλαν τα μαχαίρια κι ετσακωθήκαν. Τότες ένας μονόφταρμος μπαίνει μες στη μέση και λέει: «για τ’ όνομα του Προφήτη, πάψετε. Αντί να σκοτωθούμεν εμείς, ας σκοτώσομεν τις Γκιαούρισσες». Κι αρχίζει τότες μια σφαγή, έναν κακό… Εγώ εκυλίστηκα μέσα στα αίματα και μ’ επήραν για σκοτωμένη. Ύστερη έφυγαν, μα πριν να φύουν, ο μονόφταρμος εχτύπαν από δυο μαχαιριές εις την κάθε μια, για να τις αποτελειώσει.

Μα εβιάζουνταν να φύγει, ο κόσμος πολύς, και τις ήδινε γρήγορα γρήγορα τις μαχαιριές! Εμένα μου ’δωκε μια στην πλάτην και μια στην κοιλιά. Ελιγοθύμησα… Σαν μου πέρασεν η λιγοθυμιά, είδα τ’ άντερά μου χυμένα! Σκίζω αφ’ τα φουστάνια, κάμνω φασκιά και τη δένω καλά… Τούρκος κανένας δεν εφαίνουνταν… Σηκώνομαι… Η Παναγιά μου ’δωκεν κουράγιον και άιντε… άιντε, σιγά σιγά, πάω στου Μώρου τη σπηλιά. Εκεί ήταν κι άλλοι χωριανοί κι ένας συγγενής μας.

Εκεί μου ’βαλαν τ’ άντερα μέσα στην κοιλιά και μου ’καμναν ρεμέντια. Ύστερη μ’ επήγαν με καΐκι στο Μωριά, κι εκεί αντάμωσα και πάλι τον πάππου σου.

Άμα εσιάξαν τα πράματα, εγυρίσαμεν κι ήρταμε στο Χωριό.

Μια μέρα είδα έναν Τούρκον μονόφταρμο στην πόρτα και μου ζήταν ψωμί. Τον εγνώρισα. Ήταν εκείνος ο μονόφταρμος που είπεν να μας σφάξουν και που μου ’δωκε τις μαχαιριές… «Πήγαινε στην κάταραν του Θεού», του λέγω, «σκύλε».

Ευτός εκατάλαβεν πως τον εγνώρισα κι ήφυγεν και ποτές πια δεν εξαναφάνηκε στο χωριό.».

Μέσα από τέτοιου είδους μαρτυρίες πιστοποιείται, με τρόπο ανατριχιαστικό σχεδόν, ότι στα 1822 ο γυναικείος πληθυσμός της Χίου, γνώρισε πολύ καλά -και ίσως εντονότερα από τον ανδρικό- μέσα από τις σφαγές αγαπημένων προσώπων, τους βιασμούς, τις αιχμαλωσίες, την εμπειρία των σκλαβοπάζαρων και της προσφυγιάς, το πρόσωπο μιας εξουσίας, αόρατης και ανενεργούς μέχρι τη στιγμή εκείνη, που όμως δεν επρόκειτο στο μέλλον να ξεχάσει εύκολα. Η φράση, εξάλλου: «Σου-ούς, σου-ούς, τσ’ έρκουνταιν οι Τούρτσοι!» λεγόταν από χιλιάδες μανάδες, για πολλές δεκαετίες μετά τις σφαγές, στην προσπάθεια τους να συνετίσουν ή να εκφοβίσουν τα παιδιά τους.

Καινούριες προσπάθειες – Νέες δοκιμασίες

Η Χίος, ως κοινωνικοοικονομικός χώρος, μετά τις σφαγές, προσπάθησε -και τα κατάφερε- να ορθοποδήσει. Και πάλι βοήθησε το εμπόριο -όχι βέβαια του μαστιχιού που, έτσι κι αλλιώς, υπαγόταν σε μονοπωλιακό καθεστώς εκμετάλλευσης, αλλά ούτε και το εμπόριο των μεταξωτών: οι Χιώτες, μετά την παρακμή της μεταξοβιοτεχνίας, στην οποία τη χαριστική βολή έδωσαν οι σφαγές, κατόρθωσαν να επεκταθούν σε άλλα εμπορεύσιμα είδη, αφού η Χιώτικη εμπορική «οικογένεια» είχε αποκτήσει ήδη μια σημαντική παράδοση που της πρόσφερε δύναμη και πλούτο.

Τα γεγονότα του 1822, με τον αναγκαστικό πια εκπατρισμό των Χιωτών, τροφοδότησαν την «οικογένεια» αυτή με νέο έμψυχο δυναμικό και την εκπαίδευσαν σε ακόμη μεγαλύτερη ευελιξία προσαρμογής. Για παράδειγμα, με έξυπνο τρόπο οι Χιώτες εμπορευόμενοι της Σύρου διατήρησαν και μετά τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους (1830) την οθωμανική υπηκοότητά τους, σπεύδοντας:

«…να αγοράσουν κάποιο κτήμα ή οικία εις την παλαιάν των νήσον, έστειλαν κάποιον υπηρέτην γέροντα ή γυναίκα ν’ αντιπροσωπεύση την οικογένεια και εγκατεστημένοι, τέλος, εις την Σύρον, επλήρωναν το «χαράτζι» ως να ήταν παρόντες εις την Χίον. Τω 1854, η Τουρκία ηρνήθη εις τους ‘Ελληνας να εισέρχονται εις Τουρκικούς λιμένας. Αλλά ο Χίος (…) δικαιούται να φέρη Τουρκικήν σημαίαν (…) η διακοπή του εμπορίου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας δεν εχρησίμευσεν εις τίποτε άλλο, παρά εις το να εξασφαλίση εις τους Χίους το μονοπώλιο του εμπορίου του Αρχιπελάγους…» μας πληροφορεί ο ιστορικός F. de Coulanges.

Ο σεισμός στα 1881

Δυστυχώς όμως ένας καινούριος «χαλασμός» περίμενε το χώρο και τους κατοίκους της Χίου: ο σεισμός του έτους 1881 άφησε πίσω του 5.000 νεκρούς, 10.000 βαριά και ελαφρά τραυματισμένους, 7.000 ανάγκασε να φύγουν μέσα στις επόμενες 12 μέρες, ενώ 50.000 έως 55.000 απέμειναν άστεγοι. Το χτύπημα και αυτήν τη φορά ήταν καίριο, γι’ αυτό και η Χίος από το 1881, και ως κοινωνικός χώρος και ως οικονομία, οδηγήθηκε σε μια επιδεινούμενη παρακμή που είναι δυνατό να εξηγήσει και το μεταναστευτικό ρεύμα των αρχών του 20ου αιώνα, αλλά και την πληθυσμιακή συρρίκνωση των χωριών της σε συνδυασμό, βέβαια, και με άλλα οικονομικά αίτια. Η πληθυσμιακή αυτή αιμορραγία έφτασε μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα στο σημείο της κυριολεκτικής ερήμωσης για ορισμένα χωριά -ιδιαίτερα στη βόρεια πλευρά της.

1881. Νενητούσαινες με τα παιδιά τους και τον παπά του χωριού μπροστά στα μισογκρεμισμένα σπίτια τους. Φωτογραφία των αδελφών Castania.
1881. Νενητούσαινες με τα παιδιά τους και τον παπά του χωριού μπροστά στα μισογκρεμισμένα σπίτια τους. Φωτογραφία των αδελφών Castania.

Χαρακτηριστική, για την περίοδο αυτή, είναι η μαρτυρία του K. Krumbacher, του γνωστού Γερμανού ακαδημαϊκού-βυζαντινολόγου, ο οποίος επισκέφτηκε το έτος 1884 το χωριό των Αμάδων στη βόρεια Χίο:

«…Τεσσαράκοντα περίπου άθλιαι καλύβαι εκ μαυριδερών λίθων άνευ ασβεστοκονίας είναι προσκεκολλημέναι επί των κατωφερικών βράχων. Δυσανάλογος εντελώς προς την αθλιότητα των ανθρωπίνων κατοικιών είναι η ογκώδης νεόκτιστος εκκλησία (…). Ο οδηγός μου με ωδήγησε κατόπιν εις μίαν των μεγαλυτέρων καλυβών, όπου μου έκαμαν καφέ. Και εδώ τα πάντα ήσαν τελείως άθλια. Η όλη οικία αποτελείται εξ ενός καπνισμένου άνευ παραθύρου χώρου, όστις δέχεται φως και αέρα μόνον διά της θύρας. Εις το βάθος είναι εκτισμένη ξυλίνη ταράτσα, ύψους περίπου τριών ποδιών (90 εκατ.), ήτις αποτελεί την κλίνην όλων των ενοίκων. Μία κόγχη εις τον τοίχον χρησιμεύει ως εστία (…) το εξ υγράς μαύρης γης αποτελούμενον δάπεδον αντικαθιστά παν έπιπλον.

Επειδή οι άντρες του χωριού είχον καταβή εις την παραλίαν, διά να καλλιεργήσουν τους εκεί κειμένους αγρούς, το ισχυρόν φύλον αντεπροσωπεύετο μόνον υπό δύο προφανώς ασθενικών και διά τούτο πιθανώς απηλλαγμένων εργασίας ανθρώπων. Τουναντίον πολυάριθμοι γυναίκες με τα θηλάζοντα βρέφη των συνεκεντρώθησαν εις την οικίαν, όπου είχον καταλύσει(…).

Ας μη με κατηγορήσει κανείς δι’ επιπολαίαν χρήσιν των λέξεων, διότι επείσθην πράγματι ότι η καλύβη του σχολείου εχρησίμευε και ως στάβλος ή μάλλον ότι στάβλος εχρησίμευε και ως σχολείον (…) το δάπεδον είναι γη υγρά, τα σχολικά σκεύη συνίστανται εκ τριών σαγμάτων ημιόνων, μερικών σανίδων και δοκών και εκ δύο καλάθων, πλήρων χυμωδών ελαίων. Διάφορα σαφή ίχνη δεικνύουν ότι το σχολείον «κατά την μελανήν, ως ο κόραξ, νύκτα» παρέχει καλάς υπηρεσίας ως στάβλος αιγών. Φως και αήρ εισδύουν μόνον διά των ρωγμών των τοίχων και διά του μικρού ανοίγματος της θύρας, διά του οποίου μόνον δεκαετή παιδία δύνανται να διέλθουν όρθια.

Καθώς μου είπαν, όλα τα χωρία του Βορρά ευρίσκονται εις την αυτήν βαθμίδα, εις ην και οι Αμάδες. Αντίθεσις μεγαλυτέρα προς τα άνετα, προς πόλεις ομοιάζοντα σχεδόν, ακμάζοντα χωρία της περιφερείας της μαστίχης δεν δύναται να υπάρξη».

Οι κύκλοι των ατέρμονων εργασιών

Και οι Χιώτισσες; Πώς διαβιούσαν όλο αυτό το διάστημα, από την καταστροφή του νησιού (1822) και έως την ενσωμάτωση της Χίου στο ελληνικό κράτος (1912/13) και μετέπειτα ακόμη, όταν κατέφθασαν δύο φορές (1914 και 1922) καραβιές οι πρόσφυγες από την απέναντι ακτή και προσπάθησαν να επιβιώσουν και αυτοί, όπως μπορούσαν, μέσα σε οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, ήδη δύσκολες;

Η απάντηση είναι εύκολη, αντιστρόφως ανάλογη της δύσκολης ζωής τους: συνέχισαν -σιωπηλά πάντοτε και με εγκαρτέρηση- να παράγουν και να αναπαράγουν τα προϊόντα, το ανθρώπινο δυναμικό, τις κοινωνικές σχέσεις. Οι μεταλλασσόμενες πολιτικοοικονομικές καταστάσεις πρέπει να έφταναν μέχρι την πόρτα του σπιτιού τους περισσότερο σαν γεγονότα που επαναλαμβάνονταν με τη μορφή ενός φυσικού φαινομένου, στο οποίο αισθάνονταν εντελώς ανήμπορες ν’ αντιδράσουν.

Αλλά και πώς αλλιώς; Όταν, παράλληλα με τις οικιακές τους ασχολίες, για τις οποίες ήταν αποκλειστικά υπεύθυνες -καθάρισμα σπιτιού, μαγείρεμα, ζύμωμα και φούρνισμα, πλύσιμο, ράψιμο και πλέξιμο, καθώς και το μεγάλωμα των παιδιών τους- έπαιρναν μέρος σε όλες τις γεωργικές εργασίες: οι περιβολάρισσες είχαν τη φροντίδα του ανοίγματος των αυλακιών και του ποτίσματος, του ζέματος και του ξεζέματος των ζώων στο μαγκανόγυρο. Οι γυναίκες, μάλιστα, στα Μαστιχόχωρα δεν μπορούσαν να ασχοληθούν συστηματικά με τις δουλειές του σπιτιού, γιατί συμμετείχαν πολύ περισσότερο από τις γυναίκες του κεντρικού τμήματος της Χίου στις αγροτικές εργασίες. Το κέντος των σχίνων, η συλλογή και το καθάρισμα του μαστιχιού ήταν σχεδόν αποκλειστική απασχόληση των γυναικών, ενώ κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου έτους, η συνεισφορά τους στις άλλες γεωργικές εργασίες, στην ετοιμασία των χωραφιών για τη σπορά, η συμμετοχή τους στο θερισμό, στο αλώνισμα, στον τρύγο, ήταν επίσης σημαντική.

Ομαδική εξόρμηση από την Καλαμωτή για τις ανάγκες της σκινοκαλλιέργειας. Φωτογραφία του Γ. Μαΐστρου, γύρω στα 1960.

Στα Βορειόχωρα, πάλι, οι γυναίκες ασχολούνταν με το τσάπισμα, το σκάψιμο των αμπελιών, το καθάρισμα των συγκομιδών, το θέρισμα , το αλώνισμα, τη μεταφορά του αλευριού στο μύλο, τη συλλογή των σύκων, των ελιών και των άλλων καρπών. Ξυπόλητες, έφερναν ξύλα από τη γύρω περιοχή και τους λόφους, φορτώνοντας τα στο γαϊδούρι -αν υπήρχε. Τα μωρά τους τα μετέφεραν κι αυτά στα χωράφια μαζί με τα ζωντανά που τα έβγαζαν για βοσκή. Συνήθως τα σήκωναν κατά τη διάρκεια της εργασίας τους στο χωράφι ή τα τοποθετούσαν σε αυτοσχέδιες κούνιες.

Ο Χιώτης φιλόλογος και λαογράφος Στ. Βίος αναφέρει τα εξής σε δημοσίευμά του, σχετικό με τις γυναίκες της Χίου και τις ασχολίες τους:

«…τα φορέματα τους και τώρα ακόμα (1930), και τα αντρικά, τα κατασκευάζουν οι ίδιες. Γυναίκες και κορίτσια δουλεύουν μαζί με τους άντρες στα χωράφια (…) άλλες κεντούν και μαζεύουν τη μαστίχη στα Μαστιχόχωρα, άλλες βοηθούν τους άντρες τους στην καλλιέργεια δημητριακών, στη συγκομιδή των ελαίων, των σύκων και όλων των καρπών. Στα χωριά μάλιστα, που οι άντρες είναι ναυτικοί ή λείπουν στην ξενιτιά, οι γυναίκες κάνουν όλες τις δουλειές, και του σπιτιού και των χωραφιών. Στα Βορειόχωρα την αυγή δεν βλέπει κανείς στους δρόμους παρά γυναίκες, άλλες πεζές, άλλες καβάλα στα γαϊδουράκια, να τραβούν 2-3 αιγοπρόβατα ξοπίσω, μαζί με τα παιδιά των, άλλα στον ώμο, άλλα στο βυζί και να πηγαίνουν στα χωράφια, που απέχουν πολλές φορές μια και δύο ώρες από τα χωριά.

Στα χωράφια σκάβουν, θερίζουν, αλωνίζουν, κάνουν τις πιο βαριές εργασίες, τραγουδώντας διάφορα τραγούδια -αναλόγως της εποχής (θέρους- τρυγητού). Σε πολλά χωριά οι άντρες κάθονται στα καφενεία και συνομιλούν πολιτικά (Καρδάμυλα), πίνουν τον καφέ ή το ναργιλέ τους και μόλις το μεσημέρι πάνε στα χωράφια για να φάνε το φαγητό που μέσα σ’ όλες της τις δουλειές έχει ετοιμάσει η γυναίκα. Στα χωριά αυτά οι γυναίκες θεωρούνται δούλες του χειρότερου είδους, μα έχουν συνηθίσει σ’ αυτή τη ζωή…»

Οι καθημερινές ασχολίες της Χιώτισσας χωρικής, σε νεαρή ή προχωρημένη ηλικία, αποτυπώνονται και σε σχέδια του Φ. Αριστέως που, κατά τα άλλα, απεικονίζουν καθημερινές φορεσιές των γυναικών την περίοδο 1822-1866, ανάλογα με το χωριό προέλευσής τους.

Εν κατακλείδι, η εργασία της Χιώτισσας, τόσο αυτή που σχετιζόταν με τις καθαρά «γυναικείες» ασχολίες, όσο και αυτή που είχε να κάνει με τις γεωργικές και ποιμενικές υποχρεώσεις, ήταν από τη μια αυτονόητη και από την άλλη αποσιωπημένη. Ίσως γι’ αυτό και η Χιώτικη λαϊκή στιχουργία τοποθετούσε τη γυναίκα στη θέση ενός παραγωγικού και αναπαραγωγικού όντος που, συνειρμικά τουλάχιστον, καταχωριζόταν ως προς τη δυνατότητα της απόδοσής του, παραγωγικής και αναπαραγωγικής, στο ζωικό βασίλειο:

«Λαμνάτο βούδι αγόραζε
και γάδαρο καμπούρη,
γυναίκα κοντοφάρδουλη
και χοίρο μακρομούρη.»

Αυτονόητες συνήθειες και δεσμευτικές εθιμικές διαδικασίες

Οι οικιακές εργασίες ήταν αποκλειστικά συνδεδεμένες με τη «φύση» της γυναίκας και θεωρούνταν πολύ εύκολες, γι’ αυτό και ήταν υποτιμητικό για τους άντρες ν’ ασχοληθούν μ’ αυτές. Μόνον εργασίες, όπως η παρασκευή πηχτής, λουκάνικων και παστωμένου κρέατος, καθώς και η κατασκευή στα Βορειόχωρα του «ρασόπανου» -ένα είδος ποιμενικής κάπας- θεωρούνταν ανδρική ειδικότητα και μετατρεπόταν σε μικρή γιορτή που γινόταν στα κατώγια των σπιτιών τις χειμωνιάτικες μέρες.

Οι νεαρές κοπέλες, πάντως, με τη βοήθεια των μανάδων τους, έπρεπε, από ένα χρονικό σημείο και πέρα να αρχίσουν να ράβουν και να κεντούν τα προικιά τους: ποκάμισα, μεσοφόρια, μεοοφούστανα, πρηστίδες, μπουστομάνικα, στηθόπανα, μαντίλια, σαρίκια, μαξιλάρια, τραπεζομάντιλα, «καλημέρες», πετσετάκια, μπροστέλες. Στο Βροντάδο, η «σιαστικιά» (η αρραβωνιαστικιά) έπρεπε να ετοιμάσει, εκτός από τα προικιά της και το ρουχισμό του μελλοντικού άντρα της -εξώρουχα και εσώρουχα- στο αρκετά μεγάλο διάστημα που μεσολαβούσε από τους αρραβώνες μέχρι το γάμο, αποδεικνύοντας και επιδεικνύοντας ταυτόχρονα την εργατικότητα και τις παραγωγικές ικανότητες της.

Έχει ειπωθεί ότι «οι άνθρωποι φωτογραφίζονται για να αποδείξουν ότι έζησαν».
Όπως ο Στελιανός Τσαγκάτος και η γυναίκα του Μαριγώ, το γένος Νεαμονίτη, με τις θυγατέρες τους, Ευτυχία και Κατίνα, από τα Λιβάδια. Φωτογραφία της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα, τραβηγμένη για να σταλεί στον αρραβωνιαστικό της μεγάλης θυγατέρας, προσωρινό μετανάστη στην Αμερική. Χέρια με ανάγλυφες τις φλέβες τους, βλέμματα προσηλωμένα σ’ ένα μέλλον που εν μέρει γνώρισαν.

Ας μην ξεχνούμε, εξάλλου ότι η ίδια η παραδοσιακή γαμήλια τελετουργία έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην κατάδειξη των αναπαραγωγικών, παραγωγικών και ηθικών προσόντων της νύφης, αλλά και στην οφειλόμενη μελλοντική υποταγή της στο σύζυγό της και την οικογένειά του: έτσι, αυτή που έπρεπε να εγκαταλείψει το πατρικό της ήταν η κοπέλα, μεταφέροντας με τρόπο επιδεικτικό, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τα «κουβαλίδια» και τα προικιά της, εκτός βέβαια αν ήταν μοναχοκόρη ή ο μελλοντικός σύζυγος έμπαινε σώγαμπρος στα πεθερικά του.

Η παθητικότητα της νύφης επίσης, καθώς και η αντίληψη ότι όχι μόνο εγκαταλείπει, αλλά και αποξενώνεται οριστικά από το πατρικό της σπίτι ήταν υπερτονισμένη στα έθιμα ολόκληρου του γαμήλιου κύκλου. Η ακόλουθη περιγραφή του ελληνιστή Η. Pernot -ο οποίος μελέτησε τις χωριανές κοινότητες της Χίου και τα ιδιώματά τους, σε δύο πολύμηνες επισκέψεις του στο νησί (τέλος 19ου και αρχή 20ου αιώνα)- αναφέρεται στην πρώτη επίσκεψη της νύφης στο σπίτι του γαμπρού, μετά τη συμφωνία των οικογενειών τους στο Πυργί ν’ αρραβωνιάσουν τα παιδιά τους:

«…Την ημέρα που η μνηστή πρέπει να μεταβεί στο σπίτι του μελλοντικού της συζύγου, η μητέρα της και οι συντρόφισσές της την παραστέκουν: «Άλλαξε ρούχα παιδί μου. Δεν είσαι η πρώτη που σου συμβαίνουν αυτά.»

Οι νέες έρχονται από παντού. Της βάζουν το σαρίκι. Αυτή ανασηκώνει το υπογνάθιο, φέρνοντας την πάνω του άκρη γύρω στην τραχηλιά της, με τρόπο που να σκεπάζεται σχεδόν όλο το πρόσωπο -σημείο λύπης- ακουμπά το κεφάλι στον ώμο μιας συντρόφισσας της κι αρχίζει να περπατά αβέβαια. Μερικά παλληκάρια πάνε μπροστά από την πομπή, κρατώντας στο χέρι ένα μπουκάλι ρακί για να κερνούν τους περαστικούς (…). Οι νέοι τραγουδούν μανέδες, ενώ η μνηστή βάζει τα δυνατά της για να δακρύσει…

(…) Όταν φθάνουν στην εξώθυρα του σπιτιού, ένας νέος, πρωτογόνατος, παίρνει έναν κασμά και τον ακουμπά με το κεφάλι στο κατώφλι, κρατώντας τον από τη λαβή. Η νέα διστάζει, σταυροκοπιέται και λέει: «Αχ! Παναγίτσα μου, να ’ναι η καλή μου ώρα!» και τον περνά, βάζοντας μπροστά το δεξί πόδι. Ανεβαίνουν στο πρώτο πάτωμα, πίνουν ρακή με στραγάλια και καρπούζι και δίνουν λουκούμια στις νέες. Η αρραβωνιαστικιά δεν τρώει, γιατί δεν έχει όρεξη».

Στο Πυργί, μάλιστα, ήταν πολύ συνηθισμένες οι απαγωγές, όταν οι περιουσίες των δύο οικογενειών ήταν μεν ίσες, αλλά η οικογένεια της νύφης «καλύτερης σειράς» από του γαμπρού. Στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο για στημένες, θεατρικές σχεδόν πράξεις, αφού στο τέλος, όλοι οι διαφωνούντες, δίχως την παραμικρή δυσκολία, συγκατένευαν.

Όταν, όμως, στο ίδιο χωριό, η κοπέλα ήταν η «παρακατιανή», τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά, όπως μας αφηγείται ο Πυργούσης Γ. Ισ. Γιαννακής στο βιβλίο του «Το Πυργί της Χίου»:

«…Πριν από πολλά χρόνια ένα παλικάρι πήρε γυναίκα του μια παρακατιανή του, μια κοπέλα από φτωχοοικογένεια (…). Τέτοιου είδους παραβάσεις, μέσα σε ολόκληρο το συγγενολόι δεν ήταν εύκολο να συγχωριούνται, γιατί ξέπεφτε το σόι σε γόητρο και δεν μπορούσε να βγει στην κοινωνία με το πρωτινό πρόσωπο (…) ύστερα από πολλά, δέχτηκαν και η μάνα του και ο πατέρας του να πάνε (…) ένα βράδυ, σκοτεινά, στο σπίτι τους και η γυναίκα του να μπει στο σπίτι, από την πίσω πόρτα, την πόρτα του στάβλου, από κει που μπαίναν τα ζώα. Σκοτεινά, για να μην τους δει κανείς και από την πόρτα του σταύλου, για να δείξει την πολύ χαμηλή αξία της έναντι στο σπίτι που θα ’μπαινε (…).

Έτσι λοιπόν, ένα βράδυ, πήγε ο γιος από την μπροστινή πόρτα και τη γυναίκα του, με το φως του λυχναριού, τη βάλανε μέσα από την πόρτα του σταύλου. Ήτανε και για τον κόσμο, να δει την τιμωρία και την ταπείνωση που της έκαμαν σαν ανάξια από απόψεως γενιάς για γυναίκα του γιου τους…».

1929. Σχέδιο του Δ. Πικιώνη που απεικονίζει εσωτερικό σάλας στο Πυργί με νεαρή μητέρα και το μωρό της
1929. Σχέδιο του Δ. Πικιώνη που απεικονίζει εσωτερικό σάλας στο Πυργί με νεαρή μητέρα και το μωρό της

Άλλα έθιμα, κοινά λίγο-πολύ και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, που πιστοποιούν την προσπάθεια να κρατηθεί η γυναίκα σε μια υποδεέστερη και πλήρως ελεγχόμενη κοινωνική θέση: η τελετουργική αποχώρηση του ζεύγους από το γαμήλιο τραπέζι, μετά τον ολονύκτιο χορό της νύφης με όλους τους συγγενείς και των δύο οικογενειών, για να οδηγηθεί στο «μνυο», το νυφικό κρεβάτι. Η υποχρέωση του γαμπρού, στη συνέχεια, να γνωστοποιήσει την παρθενιά της συζύγου του με έναν πυροβολισμό, για ν’ αρχίσουν και πάλι να παίζουν τα όργανα και να εξακολουθήσει το τραγούδι των νέων, αφού βέβαια, πρώτα, γονείς και συγγενείς διαπίστωναν και αυτοί τα πειστήρια της παρθενιάς και έριχναν στο στρώμα χρήματα για να δείξουν ότι τιμούν τη νύφη.

Η «άχρηστη φύση»

Πάντως, έστω και στο πλαίσιο μιας περιορισμένου βάθους ιστορικοκοινωνικής κατάδυσης, σαν αυτής που επιχειρούμε, θα ενδιέφερε, ίσως, να μάθουμε πώς μια κοινωνία, όπως η παραδοσιακή κοινωνία της Χίου, η οποία στο απώτερο παρελθόν της είχε επινοήσει, διά των ιθυνόντων της, θεσμούς, όπως το «αργομουνιάτικο», αντιμετώπιζε και το ζήτημα της μοιχείας των γυναικών. Πριν παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα από τη νομικής φύσεως μελέτη του Γ. Μαύρου για το ζήτημα αυτό, αποσαφηνίζουμε ότι το «αργομουνιάτικο» συνδύαζε την ηθική χειραγώγηση των γυναικών με τις οικονομικές κυρώσεις. Σύμφωνα με τον περιηγητή J. Palerne (1582), ο όρος αυτός σήμαινε την «άχρηστη φύση», με την έννοια της «φύσης» που δεν «χρησιμοποιείται» πια. Πιο συγκεκριμένα, και κατά τις πληροφορίες του N. de Nicolay, περιηγητή που επισκέφθηκε τη Χίο το έτος 1551:

«Αν μία γυναίκα, μετά το θάνατο τον άντρα της, θέλει να παραμείνει χήρα (…) η Αρχοντία την υποχρεώνει να πληρώνει φόρο, το «αργομουνιάτικο» από τον οποίο απαλλάσσεται, όταν παντρευτεί».

Αν, λοιπόν, η Χιώτισσα χήρα πλήρωνε -με την κυριολεξία, μάλιστα, της λέξης- την τυχαία αποδέσμευση της από το σύζυγο της, πώς άραγε «πλήρωνε» η Χιώτισσα σε νεότερες ιστορικές περιόδους τη συνεύρεση της με έναν άλλον άντρα, ζώντος του νομίμου συζύγου της; Ο Γ. Μαύρος μας πληροφορεί τα ακόλουθα:

«…Εις το ζήτημα της συζυγικής πίστεως εκ μέρους της γυναικός τα χιακά έθιμα υπήρξαν αυστηρά.

Παλαιότερον, η συλλαμβανομένη επ’ αυτοφώρω μοιχαλίς διεπομπεύετο. Ηναγκάζετο δηλαδή να καθίση επί όνου, ημίγυμνος και ανάποδα (δηλαδή με το πρόσωπον εστραμμένον προς τα οπίσω), τοιουτοτρόπως δε περιεφέρετο ανά τας οδούς του χωρίου, παρακολουθούμενη από τους χωρικούς, οι οποίοι την ύβριζαν, την έπτυαν και της έρριπτον εις το πρόσωπον της ασβολήν (μουντζαλιάν) ή στάκτην. Ήδη το έθιμον τούτο έχει εκλείψει από πολλού.

Επίσης ουδέποτε εν Χίω εφηρμόσθη η ποινή της ρινοτομήσεως της μοιχαλίδος.

Η μοιχαλίς εκδιώκεται εκ της συζυγικής οικίας, ο δε σύζυγος φροντίζει ώστε να εκδοθεί το ταχύτερον η σχετική περί διαζεύξεως απόφασις. Ευτυχώς εν Χίω φόνος μοιχαλίδος δεν έλαβε χώραν, χάρις εις την ψυχραιμίαν και σύνεσιν των Χίων.

Αλλά και αι μοιχείαι είναι σπάνιαι εν Χίω, διότι η Χία σύζυγος είναι πρότυπον ηθικής και συζυγικής πίστεως. Ακόμη και εις την περίπτωση καθ’ ην ο σύζυγος είναι βάναυσος, άσωτος ή μέθυσος, η σύζυγος υπομένει καρτερικότατα τα ελαττώματα του ανδρός της, μόνον δε εν εσχάτη ανάγκη καταφεύγει εις το διαζύγιον και μόνον αφού αποβούν άκαρποι αι περί συμβιβασμού απόπειραι των συγγενών και του ιερέως».

Βασικά συμπεράσματα

Όπως προκύπτει, λοιπόν, από τα προαναφερθέντα, ο γυναικείος πληθυσμός της Χίου για μία μακρότατη ιστορική περίοδο ήταν ο απλός αποδέκτης, αλλά και το αντικείμενο των αποφάσεων όλων των μορφών εξουσίας που διέτρεχαν την παραδοσιακή χιώτικη κοινωνία: της πατρικής εξουσίας, της συζυγικής, της κοινωνικής και της πολιτικής.

Μια σειρά δικαιωμάτων, ενεργειών και δραστηριοτήτων πιστοποιούν το γεγονός ότι φορείς εξουσίας μπορούσαν να είναι μόνο οι άντρες: το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, συνδεόμενο αποκλειστικά με τον ανδρικό πληθυσμό μέχρι και τα μέσα του 20ουαιώνα, η τακτοποίηση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής με αποτελέσματα επωφελή πρωτίστως για τους άντρες, η ανδροτοπική κατοικία μετά το γάμο, η επιβολή συγκεκριμένων απαγορεύσεων και ποινών στις γυναίκες.

Η εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες, σε ένα τέτοιο πλαίσιο ζωής, ήταν απόλυτη και διασφαλιζόταν αποτελεσματικά μέσα απ’ όλων των ειδών τις ατομικές ή κοινωνικές εκδηλώσεις, καθημερινές ή εθιμικές, λεκτικές ή όχι. Παράλληλα, μέσα από τέτοιου είδους εκδηλώσεις, ταυτόχρονα με τη γυναικεία υποτέλεια, διαιωνιζόταν και η ανδρική υπεροχή, με βασικό εργαλείο τον αυστηρό διαχωρισμό σε υποχρεώσεις και ρόλους, στους οποίους τα δύο φύλα έπρεπε να ανταποκρίνονται αγόγγυστα.

Έτσι, η Χιώτισσα χαρακτηριζόταν μεν σαν «πολύτιμος θησαυρός» ή «πραγματικό διαμάντι» από τους περιηγητές και συγγραφείς που κατά καιρούς ασχολήθηκαν μαζί της, αλλά πάντοτε μέσα σε συνθήκες επιφανειακής ατομικής ελευθερίας: αυτό συνέβαινε, εξάλλου, μέχρι σχεδόν και πριν από την εκπνοή του 20ου αιώνα, στην ειδικότερη περίπτωση της Χιώτικης ναυτικής οικογένειας: παρόλο, που, ενάμισι αιώνα περίπου, οι Χιώτισσες σύζυγοι ναυτικών ήταν -και εξακολουθούν, ενδεχομένως, να είναι- αφόρητα «μόνες» στη διευθέτηση και διεύθυνση των ζητημάτων του οίκου τους, ήταν περίπου αδύνατο να χειραφετηθούν, για παράδειγμα, από την κριτική της γειτονιάς, των συγγενών και του περίγυρου, στην οποία ήταν υπόλογες κάθε στιγμή –τουλάχιστον μέχρι το συγκεκριμένο χρονικό όριο.

Βροντάδος, 1950. Ελαφρά γερμένο το κεφάλι της μητέρας -υπόνοια της θηλυκότητας που αναλώθηκε για να υπηρετεί την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη- και το χέρι της χαλαρό στην τρυφερή συνάντησή του με το χεράκι του μοναχογιού. Οικογενειακή φωτογραφία της Μαρίας Pυμική, το γένος Χούλη, με τα παιδιά της. Αποδέκτης ο σύζυγος-ναυτικός και μετέπειτα προσωρινός μετανάστης στην Αμερική.
Βροντάδος, 1950. Ελαφρά γερμένο το κεφάλι της μητέρας -υπόνοια της θηλυκότητας που αναλώθηκε για να υπηρετεί την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη- και το χέρι της χαλαρό στην τρυφερή συνάντησή του με το χεράκι του μοναχογιού. Οικογενειακή φωτογραφία της Μαρίας Pυμική, το γένος Χούλη, με τα παιδιά της. Αποδέκτης ο σύζυγος-ναυτικός και μετέπειτα προσωρινός μετανάστης στην Αμερική.

Με άλλα λόγια, στις συγκεκριμένες συνθήκες βίου που σημειώθηκαν παραπάνω, ο γυναικείος πληθυσμός της Χίου ακολουθούσε αναγκαστικά και παθητικά την προδιαγεγραμμένη μοίρα του, αφού ζητούμενο σε ένα τέτοιο πλαίσιο ζωής δεν είναι η ανατροπή του, αλλά η διατήρησή του. Κάπως έτσι, κοπέλες -στα χωριά ιδίως- «κρουστές σαν τα βότσαλα», κατά την έκφραση του Η. Pernot, στα 30 τους χρόνια φαίνονταν ήδη γριές, σύμφωνα με τον ίδιο παρατηρητή. Γι’ αυτό, και σε σχέση με τη δική μας εποχή, η περίοδος στην οποία αναφερθήκαμε, ακόμη και η πολύ κοντινή μας, η εποχή δηλαδή της νεότητας των μανάδων και των γιαγιάδων μας, μοιάζει «σταματημένη», μια περίοδος έσχατης ολιγάρκειας, αντοχής και εγκαρτέρησης, ιδίως από την πλευρά των γυναικών. Για όλες αυτές τις γιαγιάδες, τις δικές τους μανάδες και τις γιαγιάδες τους, μέχρι ακόμη τις προγιαγιάδες των γιαγιάδων τους και πάει λέγοντας, κανενός είδους δραπέτευση από ένα τέτοιο πλαίσιο ζωής δεν ήταν δυνατή, επειδή ακόμη και η σκέψη της θα έπρεπε να είναι αδιανόητη.

Γυναίκα από τα Νοτιόχωρα (Καλαμωτή;) που φωτογράφισε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο φωτογράφος Γ. Μαΐστρος. Άραγε, ήταν, πράγματι «γρια» ή έτσι έμοιαζε;
Γυναίκα από τα Νοτιόχωρα (Καλαμωτή;) που φωτογράφισε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο φωτογράφος Γ. Μαΐστρος. Άραγε, ήταν, πράγματι «γρια» ή έτσι έμοιαζε;

Εν κατακλείδι, η εξέταση και η γνώση των συγκεκριμένων λόγων που οδηγούν σε συγκεκριμένες συνθήκες ζωής, είναι πάντοτε χρήσιμη, ακόμη και αν αποκτάται ή κατανοείται σε υστερότερο ιστορικό και κοινωνικό χρόνο. Κι αυτό, επειδή η ιστορική και ανθρωπολογική αξία της έχει τη δύναμη να φωτίζει εκτός από το παρελθόν και το παρόν μας.

Ένα παρόν που φαίνεται να έχει αφήσει πίσω του τις αντιλήψεις που περιγράφει το τραγουδάκι-ταχτάρισμα από τη Χίο:

…τα μωρά τα σερνικά, βάλτε στα βασιλικά
και τις κόρες τις φακλάνες, βάλτε τις στις ματζουράνες!…,

αλλά στο ποιοτικό, τουλάχιστον, πεδίο των σχέσεων ανάμεσα στα φύλα, το παρόν αυτό εξακολουθεί να τροχοδρομεί ανάμεσα σε δυσκολίες και ελλείψεις, αμφιλεγόμενα στερεότυπα και προβληματικές κοινωνικές συμπεριφορές.

Με αυτήν την έννοια, το παρελθόν και, ακριβέστερα, η γνώση που αποκομίζουμε από τη μελέτη του, μας κάνει, ενδεχομένως, σοφότερους και υποστηρίζει την προσπάθειά μας να ζήσουμε πιο συνειδητά το παρόν, αλλά και να θεμελιώσουμε με μεγαλύτερη ειλικρίνεια το όποιο μέλλον.


Βασική Βιβλιογραφία

• Argenti Ρ. Ph.-Rose U. Η., The Folk-lore of Chios, Cambridge Un. Pr, 1949, σσ. 126-155
• Αργέντης Φ. Π.-Κυριακίδης Στ ., Η Χίος παρά τοις γεωγράφοις και περιηγηταίς από του 8ου μέχρι του 20ού αιώνος, Αθήναι, 1956 (Μαρτυρία του K. Krumbacher, τ. Β, σσ. 1208-1209)
• Βίος Σ., «Η Χιώτισσα από την αρχαία εποχή ως τη σύγχρονη», Η φωνή της Χίου, τ.ΙΙΙ, 1930, σσ. 11-12
• Βίος Σ., Η σφαγή της Χίου εις το στόμα του Χιακού λαού, Χίος 1987, σσ. 77- 78, μαρτυρία Μαρίας Αγγελικούση από τα Καρδάμυλα (Επανέκδοση: Χίος 2006/Εκδόσεις: Αιγέας)
• Βισβίζης Ι., «Ας μεταξύ συζύγων περιουσιακαί σχέσεις εις την Χίον κατά την περίοδον της Τουρκοκρατίας», Επετηρίς Ιστορίας Ελληνικού Δικαίου 1, σσ. 1 -73
• Βλαστός Αλ. Μ., Χιακά, Εν Ερμουπόλει, 1840, Ι-ΙΙ, σ. 138, σημείωση 2
• Coulanges de F., «Υπόμνημα περί της Χίου», Η Πρόοδος, αρ. φ. 3744, Χίος, 1941
• Γιαννακής Γ., Το Πυργί της Χίου με τους λαογραφικούς θησαυρούς του, τ. Β, Χίος, 1986, σ. 82
• Κανελλάκης Κ., Χιακά Ανάλεκτα, 1890, σ. 141
• Κοκκάλης Π., «Η Χίος και οι Χιώτες στη δεκαετία 1870-80», Χιακή Επιθεώρηση 12, Μάρτιος 1970, σ. 13
• Κοντογιάννης Γ. Μ., «Βιομηχανία και χειροτεχνία εν Χίω προ της επαναστάσεως» Ημερολόγιον Μεγάλης Ελλάδος, 1925, σσ. 46-52
• Μαύρος Γ., «Αι περί του δικαίου αντιλήψεις», Περιοδικόν του εν Χίω Συλλόγου Αργέντη, τ. 1ο, 1938, σς.66-67
• Σιμόπουλος Κ., Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, Αθήνα, 1975 -1981 ( τ. Β, σσ. 74-75, σ. 575. σ. 577,τ. Γ1, σ. 550, τ. Γ2, σ. 152)

Πηγές Εικόνων

• Argenti P. Ph.-Rose U.H., The costumes of Chios, their development from the XV to the ΧΧth century, London 1953 (σχέδια Φ. Αριστέως)
• Πικιώνης Δ., Η αρχιτεκτονική της Χίου, Αθήνα 2000 (Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ)
Λεύκωμα των ερειπίων της Χίου συνεπεία των σεισμών της 22/3 Απριλίου 1881. Φωτογραφίες αδελφών Καστάνια, επιμέλεια Στ. Φασουλάκης (Αθήναι, 1983, έκδοση της Γενναδείου Βιβλιοθήκης )
Τα χαρακτικά της Χίου, τ. Α, Ενδυμασίες (χ. χ., Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ)
• Τσίμας Γ.- Παπαχατζιδάκης Π., Χιακόν Λεύκωμα, 1930
• Το φωτογραφικό αρχείο της αρθρογράφου (ΕΙΚΟΝΕΣ 8, 9, 10, 11).

Γεννήθηκε στη Χίο, όπου ζει και εργάζεται ως καθηγήτρια φιλόλογος. Έργα της: Ο κύκλος που έκλεισε (Χίος, 1999 και 2001), Φώτης Αγγουλές: πορεία στο φως και το σκοτάδι της ζωής του (Χίος, 2010), Η θεατρικότητα των χιακών εθίμων του εορτολογίου 1. Πρωτοχρονιάτικα καραβάκια. Λάζαροι (Χίος, 2012, Α΄ τ. διδακτορικής διατριβής στο Τμήμα Θεάτρου Α. Π. Θεσσαλονίκης) κ.ά.

Συζήτηση2 Σχόλια

  1. Αργυρώ Νεαμονιτάκη

    Μπράβο κα Τσιροπινά. Ολοκληρωμένη έρευνα και ιδιαίτερα προσεγμένη για τα θέματα της χιώτισας ηρωϊδας. Συνεχίστε την προσπάθεια. Χαιρόμασθε να διαβάζουμε για την πατρίδα μας που και πάλι δοκιμάζεται από τις τελευταίες εξελίξεις.

Άφησε σχόλιο