Η τελευταία γραφή

1

Εν Χίω τη 11η Νοεμβρίου 1912

Αδελφούλα μου αγαπημένη γεια και χαρά σου.
Είμαι καλά και το αυτό εύχομαι και δια εσάς.
Σε παρακαλώ πολύ την γραφή μου ετούτη, να μην τηνε αναγνώσεις στους γονιούς μας και στα μικρά τα αδέρφια μας. Μόνο εσύ να τη διαβάσεις στα κρυφά.
Κάμε μια δικιά σου γραφή, εσύ τα καταφέρνεις σ αυτά, που να λέει ότι χαίρω άκρας υγείας, ότι λευτερώνουμε τα νησιά μας και μεγαλώνουμε την πατρίδα μας και να τους την αναγνώσεις.
Σου γράφω από ένα μεταγωγικό πλοίο, που για να ξέρεις, θα πει ένα καράβι που μεταφέρει στρατιώτες.

Αχάραγα σήμερα, είμαστε στο κατάστρωμα και ξαγναντεύουμαι τα βουνά της Χιός.
Πριν από κάμποση ώρα μας μοιράσανε χαρτί και , για να γράψομε στους δικούς μας και θα περάσει λέει ένας ταχυδρόμος να τα μαζέψει και να τα στείλει.
Εχτές από νωρίς το απόγιομα ήρθε ο παπάς να μας ξαγορέψει και να μας κοινωνήσει.
Εγώ όμως όταν ξαγορεύτηκα φοβόμουνα να κοινωνήσω γιατί, ντρέπομαι που σου το γράφω, είμαι άμαθος από καράβια και θάλασσες, το ξέρεις δα, και όλη μέρα και όλη νύχτα ξερνοβολώ σαν την κατσούλα.
Είπα του παπά, εγώ δάσκαλε φοβούμαι να κοινωνήσω γιατί θα τα βγάλω, μα εκείνος με κοινώνησε και έκανα απαντοχή όλο το βράδυ μήπως και το γλιτώσω.
Κουνεί το άτιμο, όπου και να πάω αγδονιώμαι, οι αθρώποι με κοροϊδεύουνε, αλλού πατώ και αλλού βρίσκομαι, δεν θα το μάθω ποτές μου.
Δεν είναι όμως μόνο το κούνημα που με χαλάει, μα και που ζέγνουν όλα.
Οι, αθρώποι, οι σαρμάδες με τα γράσα, οι αρβύλες, οι κάρτσες, τα ρούχα, τα ζα που κουβαλούμε μαζί μας, το ίδιο το καράβι.
Κοιμούμαστε σε κάτι «μπράντες» τις λένε εδώ οι παλιοί στρατιώτες, κρεμασμένοι από το ταβάνι, σαν τις κάμπιες στο κουκούλι, δίπλα-δίπλα στιβαχτά, μπορεί και 100 νοματαίοι σε ένα μικρό αμπάρι.
Το βράδυ είναι ανυπόφερτα. Κανένα παραθύρι ανοιχτό.
Και είναι πολύ δύσκολο να βγεις, γιατί ένας οπλονόμος ασμπαρώνει τη πόρτα και πρέπει να φωνάξεις και να χτυπήσεις για να πάς για την ανάγκη σου.
Μαζί με κάτι άλλους, μας έχουνε δώκει ένα παλιολεβέτι και ξερνούμε μέσα για να μη χτυπούμε συνέχεια και τους ξυπνούμε.

Αχ αδερφίτσα μου να έρθω στο σπίτι μας και να μου στρώσει η μάννα μας εκείνα τα άσπρα σεντόνια που μοσκομυρίζουνε γαζία και να κοιμηθώ κουκουλωμένος με το παρεθύρι ανοιχτό, να μπαίνει μέσα το φρέσκο το αεράκι κι ας είναι και χειμώνας, να αναγαλλιάσω τον ύπνο.
Και ούτε να την ξαναδώ δε θέλω τη καταραμένη τη θάλασσα.
Χτές το βράδυ αδερφούλα μου, συλλογιζόμουνα που όπου νάναι θα αρχίσει το λιομάζωμα κι εγώ θα λείπω.
Ωριμάσανε άραγε οι ελιές, πέσανε βροχούλες για να φουσκώσουνε;
Σκέφτομαι περισσότερο τον κύρη μας, που θα είναι μόνος του και πως θα τα καταφέρει.
Πριν από δύο ημέρες ζήτησα άδεια, αφού φύγαμε από την Μυτιλήνη, αλλά ο οπλονόμος με διαλόστειλε, που θέλω και άδεια μες τη φωτιά του πολέμου.
Εγώ όμως θα την ξαναζητήσω την άδεια, μόλις λευτερώσουμε και την Χιό, να έρθω να του μεταπιάσω.
Εδώ μας λένε ότι θα κάμομε περίπατο και ότι οι Τούρκοι αφού παντού παραδίνονται, το ίδιο θα κάμουν κι εδώ.
Γι αυτό πε του να με περιμένει και μην βάλει ακόμα τις σκάλες στα χωράφια.
Πε του σε παρακαλώ να κοιτάζει τα ζά και πιο πολύ σε παρακαλώ το Μαυρή μου, να μην του βάλει χαλινάρι, γιατί είναι άμαθος ακόμα, μόλις έρθω εγώ θα τονε μερώσω.
Εδώ αδελφούλα το ψωμί και το φαγί δεν το ρουπώνουμε, γιατί η μάννα η πατρίδα μας είναι φτωχή.
Εχτές μόνο μας μοιράσανε ένα μεγάλο ντακούρι με τυρί για νάχομε κουράγια για σήμερα.
Εσείς άραγε το βαγένι το καινούργιο το ανοίξατε; Είναι γλυκό το κρασί;
Να πεις στη μάννα μόλις έρθω θέλω να μου κάνει τσιγαρίδες και ανεβουτά, για να το γευτούμε όλοι μαζί.
Και να κάτσομε στην αγκωνιά μας, στο σοφραδάκι μας, να ζεσταινόμαστε κι απόξω ας σφυρίζει ο αέρας με τα χιόνια του.
Αχ και νάμουνα κοντά σας να χορέψομε όλοι μαζί τη μαντζουράνα στο πανηγύρι μας.
Αδερφούλα μου το Ελενάκι τι κάνει; Τηνε βλέπεις; Πολύ την πεθύμησα να της πείς. Όχι άσε να μην της πεις τίποτα. Θα της τα πώ εγώ άμα έρθω.
Τώρα που σας γράφω περιμένομε με αγωνία τους μεγάλους αξιωματικούς, που πήγαν στους Τούρκους να ζητήσουν την παράδοση, όπου νάναι θα γυρίσουν.
Εμείς τσολαριζόμαστε από τα ξημερώματα.
Πλυθήκαμε, ξουριστήκαμε, στρίψαμε τα μουστάκια μας με κερί, γιατί ο οπλονόμος φώναζε ότι μας περιμένει ο κόσμος 500 χρόνια για να τον λευτερώσουμε και πρέπει να λάμπομε.
Άσε που θα είναι και γεμάτο κορίτσια.
Γυαλίσαμε καλά τους σαρμάδες μας, τις αρβύλες μας, τα κουμπιά από τις στολές μας, μια ομορφιά, αχ και να με βλέπατε.
Οι αξιωματικοί βέβαια άλλο πράμα, με τα χρυσά τα σιρίτια και τις επωμίδες και τις αργυρές τις σπάθες τους.
Μας δώκανε και από μια λαλαγγίδα σήμερα το πρωί, ίσια που πρόκαμα να τη μπουκώσω, που να γεμίσουν τόσα στόματα.
Ο οπλονόμος ένας ταρακλιάς, περνά και ξαναπερνά να μας επιθεωρήσει.
Γελάτε ρε μας φωνάζει συνέχεια, γελάτε, σε πανηγύρι πάτε, σε παρέλαση. Κοίτα μούτρα, λέει στο διπλανό μου, που εψές το βράδυ τον αγκρουμάστηκα κρυφά να μουτσοκλαίει.
Γέλα βρε, γέλα. Το βραδάκι θα κάνεις βόλτες στην προκυμαία και θα πίνεις ουζάκι χιώτικο, του λέει και στρίβει τα μουστάκια του.
«Και τις σφαίρες για ποιόν μας τις δώκατε κυρ οπλονόμε» του αντιμιλά εκείνος.
Τις θές μωρέ ξαρμάτωτος να βγείς στη Χιό; Δεν θα ρίξωμε και καμιά στον αέρα για θεωρία;
Τρέμομε όλοι από το φόβο μας, τώρα που έφτασε η δύσκολη ώρα, και ας μην το μολογά κανείς στο διπλανό του. Κι εγώ φοβούμαι πολύ αδερφούλα, δεν είμαι κιοτής, μόνο που να είδα εκείνο το όνειρο.
Πριν από λίγο δώκανε την διαταγή να κατεβούνε οι βάρκες τώρα που κόπασε λίγο ο αέρας.
Σε λίγο θα περάσει ο ταχυδρόμος να πάρει τα γράμματα που γράψαμε για τις φαμελιές μας.
Σε χαιρετώ και καλή αντάμωση το αδερφάκι σου.

Υπογραφή
Εμμανουήλ Ποθητός
Στρατιώτης Τουφεκιοφόρος.


Ο Εμμανουήλ Ποθητός, καταγόμενος από την Λακωνία, σκοτώθηκε μερικές ώρες αργότερα, όταν στις τρείς μεσημέρι άρχισε η απόβαση του Ελληνικού Στρατού στην περιοχή Κοντάρι. Η επιστολή και όσα γράφονται σε αυτήν είναι αποκυήματα φαντασίας.

  • 1
    Share

Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση στην Αθήνα. Ζεί και εργάζεται στην Χίο.

Συζήτηση1 σχόλιο

  1. Αποκύημα φαντασίας που δημιουργεί αυθεντική συγκίνηση. Άξιος ο εμπνευστής του

Άφησε σχόλιο