Ψαρά

0

του Βαγγέλη Χαρίτου

Τοπίο των Ψαρών
Τοπίο των Ψαρών

Το νησί είναι φτιαγμένο από σχιστολιθικά βράχια, πράσινα και στο χρώμα της ώχρας, που κατα τόπους αυλακώνονται από μάρμαρο. Δεν έχει πραγματική βλάστηση. Λόφοι και λαγκαδιές δεν έχουν άλλο από αγκαθωτά θάμνα, θυμάρι και μερικές συκιές κυρτωμένες από τον άνεμο. Μόνο προς το κέντρο του νησιού, σε μια ηλιόλουστη κοιλάδα που τη λένε Αχλαδόκαμπο και είναι προστατευμένη από τον άνεμο, υπάρχουν μερικά κηπευτικά και οπωροφόρα. Ως και οι ακρογιαλιές είναι γκρίζες και σκυθρωπές, στρωμένες από μαυριδερά βότσαλα που δεν κουράζεται η θάλασσα να πηγαινοφέρνει. Στη δυτική ακτή, το μάτι δε διακρίνει παρά το νησάκι Αντίψαρα. Πέρα από αυτό, τίποτε άλλο δεν υπάρχει τριγύρω έξω από θάλασσα και ήλιο”.

Έτσι περιγράφει τα Ψαρά ο Jacques Lecarriere που τα επισκέφτηκε το 1966. Τα Ψαρά είναι ένα σύμπλεγμα τριαντα επτά νησιών, νησίδων και βραχονησίδων, με έκταση 45 τετραγωνικά χιλιόμετρα και μήκος ακτών 66,5 χλμ.. Τα μεγαλύτερα νησιά του συμπλέγματος ονομάζονται: Ψαρά (έκταση 40,5 τ χλμ), Αντίψαρα 4,498 τ χλμ, Κάτω νησί 0,158 τ χλμ. Τα ονόματα των άλλων νησίδων είναι Δασκαλειό, Άη-Νικολάκι Καραγιάννη, Κοκκινονήσι, Μαραγκού, Μαστρογιώργη, Νησόπουλο, Πρασονήσι, Χαβιαρόπετρες, Χελώνα, Άγιος Ιωάννης, Δυο Αδέρφια, Ζαργάνα ή Κουτσουλιά, Ζερβού, Κοκκινονήσι, Μεσιακό, Σκογιό, Χελώνα και Χτένι. Στα Ψαρά ανήκει διοικητικά και η συστάδα Καλόγεροι που βρίσκεται απομονωμένη στο μέσον του Αιγαίου.

Το μεγαλύτερο νησί είναι και το μόνο κατοικημένο. Το νησί είναι λοφώδες με ψηλότερη κορυφή το Προφήτη Ηλία (531 μ.). Πεδινές εκτάσεις υπάρχουν στα νότια και δυτικά του νησιού και κοντά στις παραλίες, με κυριότερες τον Αχλαδόκαμπο, το Ξερόκαμπο, το Λιβάδι (παραλία Λήμνος) και το χώρο όπου αναπτύσσεται ο οικισμός. Οι ακτές του νησιού είναι κατά κανόνα απόκρημνες στα ανατολικά και βόρεια και ομαλές στα νότια και ανατολικά, όπου ανοίγονται δυο όρμοι, του Αρχοντικίου και του λιμανιού αντίστοιχα. Η κοντινότερη απόσταση από τη Χίο είναι μεταξύ των ακρωτηρίων Αγίου Γεωργίου Ψαρών και Μελανιούς Χίου εννέα ναυτικών μιλίων. Από το λιμάνι της Χίου απέχει 48 ν.μ και από το Λαύριο 85.

Η χερσόνησος του Παλαιοκάστρου (Μαύρη Ράχη)
Η χερσόνησος του Παλαιοκάστρου (Μαύρη Ράχη)

Η χερσόνησος του Αγίου Νικολάου
Η χερσόνησος του Αγίου Νικολάου

Από την αρχαιότητα μέχρι την επανάσταση του 1821

Ελάχιστα είναι τα στοιχεία για το παρελθόν του νησιού. Αυτό οφείλεται αφενός στο περιορισμένο μέγεθός του που δεν ώθησε τους ιστορικούς συγγραφείς να ενδιαφερθούν γι αυτό, καθώς και στις περιορισμένη ανασκαφική έρευνα. Από τα μέχρι σήμερα δεδομένα μπορεί να σκιαγραφηθεί ως ένα βαθμό η ιστορική διαδρομή του τόπου.

Στα αρχαία χρόνια, η παλαιότερη αναφορά για τα Ψαρά εντοπίζεται στη ραψωδία γ της Οδύσσειας, όπου αναφέρεται με το τότε όνομά του “Ψυρίη”. Αργότερα ιστορικοί αναφέρονται μονάχα στη παροιμιακή φράση “Ψύρα τον Διόνυσον Άγοντες” που χρησιμοποιούσαν αναφερόμενοι σε κάτι ανάξιου λόγου και ευτελές. Από τα ανασκαφικά δεδομένα είναι γνωστό πως η κατοίκηση στα Ψαρά ξεκινά στις αρχές της 4ης χιλιετίας πΧ σύμφωνα με επιφανειακά ευρήματα στη νησίδα Δασκαλιό. Στη Μυκηναϊκή περίοδο χρονολογείται ο οικισμός και το νεκροταφείο στη παραλία Αρχοντίκι, αν και υπάρχουν ταφές που χρονολογούνται από τη Τελική νεολιθική. Τα ευρήματα φανερώνουν ένα ακμαίο οικισμό, έναν εμπορικό σταθμό στη μέση της συντομότερης διαδρομής από τα Μυκηναϊκά κέντρα της Ηπειρωτικής Ελλάδας προς τη Τροία και τα Στενά. Στα ιστορικά χρόνια, από τον 8ο έως τον 5ο αιώνα στο Αρχοντίκι λειτούργησε χώρος λατρείας με πλούσιες προσφορές. Μετά το 1000 πΧ η σημαντικότερη εγκατάσταση εντοπίζεται στη χερσόνησο του Παλαιοκάστρου στα νότια του νησιού. Τα παλαιότερα ίχνη κατοίκησης χρονολογούνται από τη γεωμετρική εποχή, ενώ η πόλη υπήρχε στη χερσόνησο έως τα Ρωμαικά χρόνια, ενώ κατοικούταν και ο Ξερόκαμπος . Ίχνη Ρωμαϊκής οικίας στα Αντίψαρα αποδεικνύουν τη κατοίκηση και του δεύτέρου σε μέγεθος νησιού του συμπλέγματος. Ο Στράβωνας αναφερόμενος στη πόλη των Ψαρών τη χαρακτηρίζει “υψηλή” λόγω της εικόνας που θα παρουσίαζε από τη θάλασσα. Η ύπαρξη αρχαίων λατομείων σε αρκετές παραλιακές θέσεις (λιμάνι, Κάτω Γιαλός, Δ.Ε.Η κ.α) φανερώνει σημαντική οικοδομική δραστηριότητα στα κλασικά χρόνια. Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους η πόλη βρισκόταν στο λαιμό που συνδέει τη χερσόνησο του Παλαιοκάστρου με τον υπόλοιπο νησί. Σε αυτό συνηγορεί τόσο ο εντοπισμός νεκροταφείου με 15 υπόγειους τάφους κοντά στο ναό της Αγίας Σοφίας, καθώς και ο εντοπισμός το έτος 1849 ημικυκλικού τοίχου και ψηφιδωτού δαπέδου ανατολικά του σημερινού ενοριακού ναού της Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού, που πιθανότατα πρόκειται για τη Παλαιοχριστιανική Βασιλική του οικισμού.

Αρχαία λατομεία στον Κάτω Γιαλό
Αρχαία λατομεία στον Κάτω Γιαλό

Ο ναός της Μεταμορφώσεως και τμήμα του οικισμού
Ο ναός της Μεταμορφώσεως και τμήμα του οικισμού

Στους πρώτους Βυζαντινούς αιώνες άνηκε στις Σποράδες νήσους και διοικητικώς στο ΙΖ Θέμα Αιγαίου Πελάγους και στην 29η Επαρχία “Των νήσων”. Ο Γεώργιος Ζολώτας αναφέρει πως το νησί ερημώθηκε σε άγνωστη εποχή, που ίσως να συνδέεται με τις μεγάλες επιδρομές των Αράβων πειρατών κατά τον 7οέως το 10ο αιώνα και επανακατοικήθηκε (ίσως μετά το 963 ανακατάληψη της Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά) από κατάδικους που έφεραν οι Βυζαντινοί. Το 1346 ακολουθώντας τη τύχη της Χίου, διοικείται από τους Γενουάτες της Μαόνα. Ίσως τη περίοδο αυτή να ιδρύθυκε το οχυρό του Παλαιοκάστρου. Στις αρχές του 15ου αιώνα κατοικείται τόσο το μεγαλύτερο νησί όσο και τα Αντίψαρα, όπως μαρτυρεί ο πρέσβης Clavijio που τα επισκέφτηκε το διάστημα 1403-1406, ενώ ο Buondelmondi στα 1418 τα βρήκε ακατοίκητα. Η αιτία της ερήμωσης ήταν η μεταφορά του πληθυσμού στη Χίο από τους Μαονέζους, αφενός για να προστατευθούν από τις πειρατικές επιδρομές (Το ίδιο συνέβη στη Σάμο και μερικώς στην Ικαρία) και αφετέρου στο πύκνωμα του πληθυσμού της Χίου που είχε μειωθεί κυρίως λόγω ασθενειών. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των περιηγητών, το νησί παρέμεινε ακατοίκητο μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, αφού το 1571 ο πλοηγός Antonio de Milo (Αντώνιος από τη νήσο Μήλο) αναφέρει πως το νησί ήταν κατοικημένο. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν μουσουλμανικές οικογένειες (Οθωμανοί και Αρβανίτες) που στάλθηκαν από την Οθωμανική διοίκηση με σκοπό να αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα για τη δημιουργία ορμητηρίων πειρατών στα μικρά νησιά του Αιγαίου. Παραμένει άγνωστος τόσο ο αριθμός τους όσο και ο χώρος που κατοίκησαν καθώς και το διάστημα που παρέμειναν στο νησί. Κατά το 17ο αιώνα άρχισε να κατοικείται από Έλληνες. Οι νέοι κάτοικοι κατάγονταν από τη Χίο και συγκεκριμένα από τη Βολισσό -που σύμφωνα με τον Ιερώνυμο Ιουστινιάνι ήταν απόγονοι εκείνων που είχαν εγκαταλείψει το νησί το 15ο αιώνα- τη Θεσσαλομαγνησία, Ήπειρο και Εύβοια. Σε έγγραφο της Μονής Προδρόμου Θεσσαλομαγνησίας, διασώζεται το όνομα του Ανδέα Καναλιέως (από το χωριό Κανάλια του Πηλίου) όπου μαζί με την οικογένειά του και δεκαεπτά οπλισμένους άνδρες αποβιβάστηκε στα βόρεια του νησιού, σε θέση που διατηρεί την ανάμνηση του ονόματός του: Κάναλος. Οι νέοι κάτοικοι παρέμειναν για αρκετό καιρό διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία του νησιού, ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους. Λόγω των πειρατικών κινδύνων -μετά το 1631- οχύρωσαν το λόφο-ακρωτήριο του Αγίου Νικολάου, ώστε να εξασφαλίσουν τη ζωή τους και τα ζώα τους. Στο κέντρο του φρουρίου έχτισαν το πρώτο ναό του Αγίου Νικολάου και γύρω από αυτόν τα μικρά σπιτάκια τους. Σταδιακά ο οικισμός άρχισε να επεκτείνεται εκτός του Κάστρου, σε περίπτωση κινδύνου όμως κατέφευγαν στο οχυρό. Οι κάτοικοι ασχολούνταν αρχικά με την καλλιέργεια της γης για να εξασφαλίσουν τις βιοτικές τους ανάγκες.

Ανάγλυφο των Ρωμαϊκών χρόνων
Ανάγλυφο των Ρωμαϊκών χρόνων

Παλαιοχριστιανικός τάφος
Παλαιοχριστιανικός τάφος

Από τα μέσα του 18ου αιώνα σημειώθηκε στροφή προς τη θάλασσα, αφού άρχισαν να ναυπηγούν τα πρώτα πλοία, ταξιδεύοντας για εμπορικούς κυρίως σκοπούς στις γειτονικές περιοχές, ενώ δεν έλειπαν και οι επιδρομές εναντίον οθωμανικών στόχων. Με την άφιξη στα Ψαρά του Χιώτη καραβομαραγκού Σταμάτη Κουφουδάκη ξεκίνησε η ναυπήγηση μεγαλύτερων πλοίων. Το 1770 οι Ψαριανοί συμμετείχαν με τα μικρά σκάφη τους στο πλευρό των Ρώσων εναντίον του Οθωμανικού στόλου, στα πλαίσια των “Ορλωφικών” δηλαδή την εξέγερση των χριστιανικών πληθυσμών της Βαλκανικής εναντίον των Τούρκων. Μετά τη κατάπνιξη του κινήματος και τη συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή, που έφερε ξανά την ειρήνη στο Αιγαίο τέθηκαν οι βάσεις για την ανάπτυξη της ναυτιλίας των νησιωτών, αφού μπορούσαν να υψώνουν στα πλοία τους τη ρωσική σημαία. Οι Ψαριανοί ενημερώθηκαν όμως πως επρόκειτο να υποστούν αντίποινα από την Πύλη, λόγω της συμμετοχής τους στον πόλεμο. Στάλθηκαν οι επιφανείς Ψαριανοί Κλασογιάννης και Κουτέπας στο δραγουμάνο του στόλου Νικόλαο Μαυρογένη και με παρέμβαση του στον αρχιναύαρχο του στόλου κατόρθωσε, όχι μόνο να αποτρέψει τον κίνδυνο, αλλά και να χορηγηθεί αμνηστία στους κατοίκους. Κατά το δεύτερο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1787-1792), η Πύλη για να αποτρέψει την επανάσταση των Ψαριανών, αποφάσισε τη μεταφορά τους στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας . Το σχέδιο όμως απέτυχε, λόγω της παρέμβασης του δραγουμάνου Δ. Χατζέρη. Το έτος 1818 οι Ψαριανοί πλοιάρχοι Νικόλαος Αποστόλης και Δημήτριος Μαμούνης μυούνται στη Φιλική Εταιρεία, και στις 10 Απριλίου 1821 υψώνεται στα Ψαρά η επαναστατική σημαία.

Η χερσόνησος του Παλαιοκάστρου

Με την κήρυξη της επανάστασης στο νησί, οι Ψαριανοί ξεκίνησαν την οχύρωση του νησιού τους. Αποφάσισαν την οχύρωση της πόλεως περιμετρικά με τείχος, από την παραλία της Αγίας Κυριακής στα ανατολικά, έως του Στάθη το μνήμα στα Βορειοδυτικά. Όμως τελικά υπερίσχυσε μια άλλη άποψη με την κατασκευή κανονιοστασίων σε ευπρόσβλητα μέρη του νησιού. Ταυτόχρονα ανέλαβαν ναυτική δράση, συνεχίζοντας να πραγματοποιούν επιδρομές εναντίον Οθωμανικών στόχων, αλλά και να παρεμποδίζουν τον Οθωμανικό στόλο να καταπνίξει την επανάσταση στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Πραγματοποιούσαν περιπολίες σε ολόκληρο το Βόρειο Αιγαίο (Θερμαϊκό κόλπο έως Άθω, Ερεσό – Κουσάντασι – Τσεσμέ κ.α) που πόλλες φορές είχαν ως αποτέλεσμα τη λαφυραγώγηση Οθωμανικών πλοίων. Τον Απρίλιο του 1822 συμμετέχουν μετά από προτροπή του Λυκούργου Λογοθέτη στον αποκλεισμό της Χίου, αν και είχαν σοβαρές επιφυλάξεις σε σχέση με την επιτυχία του εγχειρήματος. Μετά την αποτυχία της Επανάστασης στη Χίο και της πρώτης σφαγής που ακολούθησε, Ψαριανά πλοία μετέφεραν από τις ακτές της Χίου (από Άγιο Ισίδωρο Παρπαριάς έως Βολισσό) το απελπισμένο πλήθος που προσπαθούσε να ξεφύγει από τη σφαγή, στα Ψαρά. Στο νησί είχαν μεταφερθεί εκτός από Χιώτες, Μοσχονησιώτες και Κυδωνιάτες. Λόγω του υπερβολικά μεγάλου αριθμού κατοίκων, αποφάσισαν να μεταφέρουν τους πρόσφυγες σε άλλα νησιά, κυρίως λόγω του φόβου επιδημιών, κάτι που τελικά δεν απέφυγαν και μετέτρεψαν το Γυναικείο Μοναστήρι σε νοσοκομείο.

Η νησίδα Δασκαλειό
Η νησίδα Δασκαλειό

Το Φτελιό όπου έγινε μια από τις σκληρότερες μάχες
Το Φτελιό όπου έγινε μια από τις σκληρότερες μάχες

Οι Ψαριανοί σύντομα αντιλήφθηκαν -ιδίως μετά την καταστροφή της Κάσου το Μάιο του 1824- πως επρόκειτο να αντιμετωπίσουν την οργή του Σουλτάνου Μαχμούτ του Β΄. Λέγεται πως ο Σουλτάνος ζήτησε έναν χάρτη για να δει τον τόπο καταγωγής εκείνων που προκαλούσαν τόσα δεινά στους υπηκόους του. Βλέποντας το μικρό μέγεθος του νησιού, έξυσε με το νύχι του το χάρτη-εντολή για πλήρη καταστροφή- και ξεκίνησε τη προετοιμασία του στόλου του. Οι κάτοικοι συνέχισαν να ενισχύουν τα πιο ασθενή μέρη της νήσου, όπου υπήρχε ο κίνδυνος απόβασης. Η στρατιωτική δύναμη αποτελούνταν από 1300 Ψαριανούς, 700 παροίκους και 1027 μισθοφόρους. Το σημαντικότερο οχυρό κατασκευάστηκε στο Παλαιόκαστρο, όπου και οι δυο πυριτιδαποθήκες, ενώ κανονιοστάσια κατασκευάστηκαν και στις νησίδες Δασκαλειό και Άη-Νικολάκη, ενώ στο λόφο Νεροβίγλι κατασκεύασαν ήδη από το 1821 Τηλέγραφο, ώστε να γνωρίζουν τις κινήσεις πλοίων πέριξ της νήσου. Στις 20 Ιουνίου 1824 ο τηλέγραφος ύψωσε σήματα ότι ο εχθρικός στόλος που είχε συναχθεί στο Σίγρι της Λέσβου απέπλευσε με κατεύθυνση τα Ψαρά. Την ίδια ημέρα οι Οθωμανικές δυνάμεις με αρχηγό τον Χοσρέφ Πασά, επιχείρησαν απόβαση στον όρμο Κάναλο που απέτυχε. Ομοίως και η δεύτερη προσπάθεια το πρωί της επομένης. Πλοία των Οθωμανών πέτυχαν να αποβιβαστούν βορειότερα του Κανάλου, στη περιοχή Ερινός, ανατολικά του Κάβου Μαρκάκη. Εκείνοι που φύλαγαν το μονοπάτι ήταν λίγοι και σύντομα κάμφθηκε η αντίστασή τους, ενώ οι αμυνόμενοι στον Κάναλο περικυκλώθηκαν. Σφοδρή μάχη πραγματοποιήθηκε στη θέση Φτελιό, που όμως σύντομα οι Οθωμανοί υπερίσχυσαν. Έτσι ο δρόμος για τον οικισμό των Ψαρών ήταν πλέον ανοιχτός. Οι Οθωμανοί περικύκλωσαν την πόλη και άρχισαν την καταστροφή του, πυρπολώντας ό,τι έβρισκαν στο διάβα τους. Μονάχα στο κανονιοστάσιο στο Παλαιόκαστρο συνεχιζόταν ακόμα η αντίσταση των Ψαριανών. Η κατάληψη του κανονιοστασίου του Αγίου Νικολάου προκάλεσε προβλήματα σε εκείνο του Παλαιοκάστρου, αφού οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν τα κανόνια εναντίον του. Ταυτόχρονα γίνονταν και έφοδοι εναντίον των οχυρών στα νησάκια Δασκαλειό και Άη-Νικολάκι που απέτυχαν. Τη Κυριακή, μετά από τρείς εφόδους που απέτυχαν το Παλαιόκαστρο αλώθηκε. Κατά την είσοδο των Οθωμανών στρατιωτών ο Αντώνιος Βρατσάνος και ο Σιδέρης έβαλαν φωτιά στη μεγάλη και τη μικρή πυριτιδαποθήκη και τινάχθηκαν στον αέρα. Όταν πια όλα είχαν κριθεί, οι αμυνόμενοι στο Άη-Νικολάκι παραδόθηκαν ενώ στο Δασκαλειό ανατινάχτηκαν, βάζοντας φωτιά στην πυριτιδαποθήκη. Όσοι Ψαριανοί διασώθηκαν κατέφυγαν σε διάφορα μέρη όπως Σύρος, Ύδρα, Αίγινα και Μάνη.

Τα καπετανόσπιτα του Κάβου. Από τα ελάχιστα προεπαναστατικά κτίρια που διασώθηκαν
Τα καπετανόσπιτα του Κάβου. Από τα ελάχιστα προεπαναστατικά κτίρια που διασώθηκαν

Οι ναοί Αγίου Ιωάννου-Αγίας Άννας, όπου το κανονιοστάσιο του Παλαιοκάστρου
Οι ναοί Αγίου Ιωάννου – Αγίας Άννας, όπου το κανονιοστάσιο του Παλαιοκάστρου

Στην Ερμούπολη της Σύρου ίδρυσαν την γειτονιά “Ψαριανά” με κέντρο το ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου που οι ίδιοι ανήγειραν, ως ανάμνηση του μοναστηριού της πατρίδας, ενώ σε άλλους παραχωρήθηκε έκταση στην Εύβοια (Ερέτρια) που ονομάστηκε Νέα Ψαρά, όπου ανήγειραν οικισμό. Στα Ψαρά εγκαταστάθηκε μικρή φρουρά Τουρκαλβανών. Ο Ελληνικός στόλος που παρά τις εκκλήσεις των Ψαριανών για την υπεράσπιση του νησιού πριν την καταστροφή παρέμεινε αδρανής, αποφάσισε να εκδικηθεί. Έτσι στις 3 Ιουλίου ο Ελληνικός στόλος συγκεντρώθηκε στην ακτή Λιμνονάρι και αποφάσισαν την απόβαση στο νησί. Εύκολα νίκησαν τους 600 Τουρκαλβανούς, από τους οποίους οι περισσότεροι κατέφυγαν στα πλοία, ενώ όσοι δεν πρόφτασαν ταμπουρώθηκαν στα σπίτια των Ψαριανών. Οι Οθωμανικές δυνάμεις που ναυλοχούσαν στο νησί αντιλήφθηκαν ότι η όποια αντίσταση ήταν μάταιη, προσπάθησαν να διαφύγουν στη Λέσβο. Ο Ελληνικός στόλος τους πρόφτασε και ακολούθησε ναυμαχία. Ελάχιστα Οθωμανικά πλοία διέφυγαν. Ο στόλος επέστρεψε στα Ψαρά και τα πληρώματα ξεκίνησαν το πλιάτσικο, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε κανονική ανταρσία. Στις 7 Ιουλίου, έκανε την εμφάνισή του ο Οθωμανικός στόλος. Από τον Ελληνικό στόλο μονάχα 14 από τα 51 πληρώματα πειθάρχησαν, με αποτέλεσμα οι Οθωμανοί να επανακαταλάβουν το νησί, ενώ ο Ελληνικός στόλος έλυσε τη πολιορκία και κατέφυγε στις ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το νησί θα παραμείνει έρημο μέχρι το 1843, όταν σταδιακά Ψαριανοί επιστρέφουν στη κατεστραμμένη τους πατρίδα. Τελικά το νησί θα απελευθερωθεί στις 21 Οκτωβρίου 1912 από το αντιτορπιλικό “Ιέραξ” κυβερνήτης του οποίου ήταν ο Αντώνιος Βρατσάνος, εγγονός εκείνου που ανατίναξε τη πυριτιδαποθήκη στο Παλαιόκαστρο.

Βοηθήματα

  • Αρχαιολογία Νησιά του Αιγαίου (Συλλογικό έργο) Εκδοτικός οίκος Μέλισσα 2005.
  • Περιοδικό 7 Ημέρες Τα Ηρωικά Ψαρά Φύλλο 27 Αυγούστου 1995 Εκδοση Εφημερίδας “Καθημερινή”.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τόμος 28 Η Ελληνική Επανάσταση (Β) Εκδοτική Αθηνών 2015
  • Αρχοντού Ιωακείμ Αρχιμανδρίτου Ο ιερός ναός Αγίου Νικολάου Ψαρών
  • Ζολώτα Γεωργίου Ιστορία της Χίου
  • Νικοδήμου Κωνσταντίνου Υπόμνημα της Νήσου Ψαρών
  • Lecarriere Jacques: Το Ελληνικό καλοκαίρι Εκδόσεις Χατζηνικολή

Γεννήθηκε το 1982 στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, με καταγωγή από τα Θυμιανά της Χίου. Από το 2005 ζει μόνιμα στη Χίο. Έχει εργαστεί ως Συντηρητής Αρχαιοτήτων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

Άφησε σχόλιο