Πρόσφυγες

5

Στο πατρικό μου σπίτι, ακούγαμε με τη μάνα μου την είδηση για την «κλοπή» στο θερμοκήπιο και μου αφηγήθηκε τα παρακάτω:

«Εκείνη τη Μεγαλοβδομάδα δεν ετρώαμε σχεδόν τίποτα.

Ούτε χόρτα δεν ήβρισκες, ο κόσμος από την πείνα, τα χωράφια και τα βουνά τάχενε γδάρει.

Ο κύρης μου είχε ένα πρώτο αξάδερφο καλόγερο στους Αγιούς Πατέρες κι από νωρίς το πρωί της ΜεγαλοΔευτέρας, ήφυγε από τον Κοφινά με τα πόδια για να του ζητήσει βοήθεια.

Εκείνος τον πήρε μέσα στο μοναστήρι και τούδωκε κρυφά να φάει μια φουχτιά αμύγδαλα και άλλη μια ξερά σύκα.

Ο κύρης μου τάβαλε στην τσέπη του κι ο αξάδελφος του λέει, όχι εδωνά θα τα φάς.

Βρέ αδερφέ πεθαίνουνε τα παιδιά μου από την πείνα, του λέει εκείνος, όχι του λέει εδωνά θα τα φάς για δώκεμουτα πίσω.

Ο πατέρας μου ήδειασε τις τσέπες του κι από τότε πήγαινε να λειτουργηθεί, μόνο στο Λωβοκομείο στον Αγιο Λάζαρο, στους Αγιούς Πατέρες που αγαπούσε δεν ξαναπάτησε.

Τα μεγάλα μου τα αδέρφια είχανε πάει κι εκείνα στις Σκαρυές, μπας και βρούνε τίποτα τρόφιμα να ανταλλάξουνε με πράματα του σπιτιού μας και με πλάκες σαπούνι, μα εγυρίσανε με άδεια χέρια.

Τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ, εγώ καθόμουνα σε ένα παγκετάκι κι ήβλεπα τη μάννα μου που ψευτομαγείρευε κάτι νερόβραστες λαχανίδες.

Την ώρα εκείνη ήνιωσα μια ζάλη, σα να μέπαιρνε ο ύπνος και μετά άκουσα τη μάννα μου να φωνάζει του πατέρα μου, Κοσμά το Μαρικάκι μας, το χάνομε το παιδί μας.

Εκείνος ήτρεξε σα το λολό δίπλα στη θεία Ελένη και της λέει χάνω το παιδί μου το Μαρικάκι μου, μια μπουκιά φαγάκι μόνο αν σας βρίσκεται.

Ήτανε πολύ περήφανος άθρωπος και μετά απο χρόνια που το λέγαμε, ακόμα εντρεπούντανε και βούρκωνε, μα ήθελε να σώσει το παιδί του.

Του δώκανε μια φουχτίτσα κουκιά και μια δαχτυλήθρα λάδι κι ήρτενε σα να βαστούσε θησαυρό στα χέρια του.

Τα ρίξανε στο βραστό νερό με τις λαχανίδες και όσο επεριμένανε να βράσουνε, εγώ πάλι ελιποθύμισα και μου δώκανε τα κουκιά μισοψημένα στο στόμα και λίγο λαδάκι μαζί για να μην πεθάνω.

Την άλλη μέρα ο πατέρας μου ξημερώματα πήρε τη ραπτομηχανή της μάννας μου «τη κορούλα της», έτσι την έλεγε, να πα να την πουλήσει.

Η μάννα μου την ξεπροβόδισε βουβή και κλαμένη σα νάτανε άνθρωπος.

Το μεσημέρι εγύρισε όλο προφυλάξεις, με ένα μικρό τσουβαλάκι στην πλάτη που βιαστικά τόχωσε κάτω από το κρεββάτι τος.

Την αντάλλαξε για εφτά οκάδες ψίχα αμύγδαλο.

Αγγελική, της λέει, εδώ θα πεθάνομε όλοι από την πείνα, ετοίμασε τα παιδιά ετοιμάσου κι εσύ να πάρομε κατά τα μάτια μας.

Όλη τη Μεγάλη Πέμπτη ετοιμαζούμεστε, καθαρίσαμε το σπίτι, εκάμαμε μπογαλάκια ότι μπορούσε να κουβαληθεί και πήαμε το βράδυ στην εκκλησία, να δούμε το Χριστό που σταυρώνονταν.

Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί κλείσαμε το σπίτι μας, ρίξαμε τους μπόγους στη πλάτη, η μάννα μου πήρε αγκαλιά το μωρό μας το Ερηνάκι και ξεκινήσαμε.

Από το ξετσούμπι στου Γιοβάνη το αντικρίσαμε για τελευταία φορά, χωρίς να ξέρομε πότε κι αν θα το ξαναβλέπαμε.

Ο κύρης μας είπε πως πάμε σε ένα μοναστήρι που το λένε Μερσινίδι κι ότι να βιαστούμε να φτάσομε πρι να νυχτώσει, για να κοιμηθούμε εκεί.

Εγώ κατά το απογεματάκι πάλι ήπιασα να ζαλίζομαι και να χάνομαι κι ο πατέρας μου άνοιξε το τσουβαλάκι που είχε κρυμμένο κι ήδωκε αμύγδαλα της μάννας μου.

Εκείνη μου μάσησε μερικά και μουτάβαλε στο στόμα και ήπια και λίγο νεράκι και σηκώθηκα πάλι.

Είδανε τα αμύγδαλα και τα αδέρφια μου και θέλανε και κείνα, μα τος λέει ο πατέρας, κάμετε κουράγιο γιατί τα αμύγδαλα είναι η σωτηρία μας, η πληρωμή του ψαρά για να μας πα απέναντι στην Τουρκία να γλιτώσομε.

Εκείνα παρακαλούσανε και τος μοίρασε από πέντε έξη στο καθένα να μην του γκρινιάζουνε.

Όταν μούχρωνε πιά εφτάσαμε στο Μερσινίδι κι όπως είμαστε κατάκοποι και πεινασμένοι στρώσαμε στην αυλή κουβέρτες για να κοιμηθούμε μαζί με άλλους αθρώπους.

Όμως το μωρό ήκλαιε συνέχεια, η μάννα μου τόβαζε στο βυζί, από την πείνα όμως δεν κατήβαζε γάλα και το μωρό δεν ήβρισκε να πιεί.

Οι άλλοι αθρώποι επαραπονιούντανε κι ηλέανε της μάννας μου να το συχάσει για να μη μας προδώκει όλους.

Πρίν το ξημέρωμα μας ξυπνά ο πατέρας μου, σηκωθείτε λέει γρήγορα γιατί μια καλόγρια μούπε ότι μας καταδώκανε, θάρτουνε Γερμανοί στο μοναστήρι για να το ψάξουνε.

Μαζευτήκαμε μάνι-μάνι κι επιάσαμε ένα δρόμο ανηφορικό, νύχτα ώρα ακόμα, να σκοντοβολούμε για να πάμε στη Λαγκάδα, που εκεί θα μας περίμενε ο βαρκάρης για να μας περάσει απέναντι.

Αργά το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, με πολύ κόπο και τη πείνα να μας θερίζει, φτάσαμε στη Λαγκάδα και κρυφτήκαμε σε μια εκκλησούλα εγώ η μάννα μου και τα πέντε αδέρφια μου.

Ο μπαμπάς μου πήαινε να βρεί να κανονίσουνε με το ψαρά πότε να έρτει να μας πάρει.

Εμείς γυρίζαμε γύρω από το τσουβάλι με τα μύγδαλα σα τις μέλισσες στο μέλι και επαρακαλούσαμε τη μάννα μας να μας δώκει από ένα.

Εκείνη ήκλαιγε και μας ήδιωχνε, κάνετε βρε λίγη υπομονή κι άμα ο άθρωπος τα βρεί λειψά στο ζύγι, δε θα μας πάει στη Τουρκία.

Κατά το απόγεμα ελύγισε πια και μας μοίρασε από δυο τρείς φουχτιές, μόνο τσιμουδιά μας λε στο πατέρα.

Μόλις έδυσε ο ήλιος να ο μπαμπάς μου και μας λέει μαζέψτε τα και θα πάμε στον Άγιο Σίδερο να φύγομε από κεί, γιατί τον άθρωπο το κυνηγούνε οι χωριανοί του γιατί λένε πως δε πά εκείνους στη Τουρκία και πά άλλους.

Εμείς επιάσαμε τα κλάματα γιατί άλλο δεν αντέχαμε να πορπατήσομε, μα τι να κάναμε τα μαζέψαμε κακήν κακώς και ξανά πάλι στο δρόμο.

Φτάσαμε στον Άγιο Σίδερο νύχτα πιά και περιμέναμε πάλι κρυμμένοι σε κάτι βράχια.

Σε λιγάκι να ο μπαμπάς μονάχος με το τσουβαλάκι στο χέρι.

Τι είναι χριστιανέ μου, του κάμνει η μάννα μου; Τάβρενε λειψά τα αμύγδαλα στο ζύγι και δε θέ να μας πα.

Εσηκώθηκε τότε η κυρά Αγγελικώ αφιονισμένη, πήρε τα αμύγδαλα από τα χέρια του μπαμπά μου κι ετρέξαμε όλοι από πίσω της.

Ο ψαράς τοιμαζότανε για να γυρίσει στο χωριό κι άμα μας είδε όλους μαζί να τρέχομε απάνω του ετρόμαξε.

Τον ήπιασε η μάννα μου, άθρωπος βρε του λέει δεν είσαι σύ, παιδιά δεν έχεις, το πόνο δε το ξέρεις ,για πέντε αμύγδαλα θα μας αφήκεις να πεθάνομε το βαστά η καρδιά σου;

Εκείνος της λέγει άλλα συμφωνήσαμε κυρά μου, κι εγώ έχω παιδιά και θέλω να τα ζήσω κι άμα με πιάσει η καταδίωξη με σας, στο τοίχο θα με στήσουνε οι Γερμανοί, το κεφάλι μου παίζω.

Η μάννα μου ήπιασε να γόζεται, να κλαι και να σουρομαδιέται, θα μας πας του φώναζε, σπλαχνίσου τα παιδιά, πάρε μόνο τα παιδιά κι άσε εμάς εδώ, γλίτωσέ μας, θα πεθάνουνε όλα δε τα λυπάσαι;

Ήπεσε στα πόδια του μπροστά και του βαστούσε τα γόνατα κι πατέρας τη τραβούσε από τη μέση και τη παρακαλούσε να σηκωθεί.

Στο τέλος ο ψαράς ελύγισε και μας ήβαλε σε ένα βαρκάκι που χωρούσανε δυο, άντε τρεις αθρώποι, εμείς ήμπαμε εφτά, με το μωρό οχτώ.

Ήκατσε στο κουπί και σιγά-σιγά ανοιχτήκαμε και βλέπαμε πίσω μας κάτι φωτάκια στη στεριά ίσα που φέγγανε, ο ένας πάνω στον άλλο γιατί κρυώναμε, μα και το βαρκάκι ίσα που μας χωρούσε.

Άμα κουραζότανε ο ψαράς το κουπί τόπιανε ο κύρης μου και μετά αλλάζανε πάλι.

Στα μισά του μπουγαζιού ήβαλε να φυσά και το βαρκάκι που ήτανε μέχρι τα μπούνια φορτωμένο ήπιασε να κάμνει νερά.

Ο ψαράς μας ήδωκε κάτι τενεκεδάκια από κονσέρβες και κουρέλια και πιάσαμε όλοι μαζί να βγάζομε θάλασσα.

Όλο το βράδυ αυτή η δουλειά, είμαστε όλοι μούσκεμα και τρέμαμε κι ο αέρας και το κύμα δε θέλανε να πέσουνε.

Η μάννα μου ήκαμνε τη προσευχή της κι ήλεγε, καλέ Χριστέ μου που σήμερα αναστήθηκες, σώσε εμάς και τα παιδάκια μας, κάμε να πατήσομε χώμα και θα ανάβω τα καντήλια στον Άγιο Μαθαίο όσο ζώ.

Τα ξημερώματα πιά είδαμε κοντά μας μια στεριά, μια μικρή παραλία ήτανε, που στο τελείωμα της πρασινίζανε συκιές και ελιές.

Βγήκαμε από τη βάρκα τουρτουρίζοντας και φιλούσαμε το χώμα και η μάννα μας ήβαλε να ψάλλομε όλοι μαζί το Χριστός Ανέστη. Μετά ο ψαράς ήβγαλε ένα μικρό σακκούλι με αμύγδαλα και μας τα μοίρασε κι ο πατέρας ήναψε μια μικρή φωτιά να στεγνώσομε τα ρούχα μας.

Τσαντιρώσαμε όξω από το Τσεσμέ για μερικές μέρες και μετά ήρθανε και μας πήρανε για τους κλιβάνους, που μας κλιβανίσανε τα ρούχα μας και μετά επλύνανε κι εμάς ,για να μπούμε στο τραίνο.

Στο τραίνο όταν εμπήκαμε μας μοιράσανε ψωμί κι ελιές και γώ θυμούμαι που όλοι κλαίγαμε και φιλούσαμε το ψωμάκι, γιατί είχαμε μήνες να το φάμε.

Μετά από μέρες εφτάσαμε σε ένα σταθμό μας περιμένανε με μεγάλα καζάνια, πούχανε βρασμένα κάτι ωραία αφράτα ροβύθια, που πλέανε στο λαδάκι και ψωμί να φάμε όσο θέμε.

Μας δώκανε και χουρμάδες που εγώ εν είχα ξαναφάει και καταγλυκάθηκα.

Ρώτησα το κύρη μου ποιο μέρος είναι τούτο και μούπενε.

Χαλέπι παιδί μου το λένε, Χαλέπι, στη Συρία είμαστε, σωθήκαμε».

  • 699
    Shares

Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση στην Αθήνα. Ζεί και εργάζεται στην Χίο.

Συζήτηση5 Σχόλια

  1. Αγγελική

    ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

    Η πρώτη οικογένεια του πατέρα μου,( η Δέσποινα, ο Στεφανής, η Μαργαρίτα, ο Σπύρος, ο Στρατής, ο Μάριος) και άλλοι 20 Γρουλιώτες, δεν πρόφτασαν να βγούν στη στεριά. Τους κατάπιε η θάλασσα…..
    (βλπ: ΓΡΟΥΣ ΜΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ έκδοση Δήμου Καμποχώρων Χίου 2001)

  2. Αγγελική

    Αν ζούσαν εκείνοι, δεν θα ερχόμουν στη ζωή εγώ ή ίσως να γεννιόμουν σε άλλο τόπο.
    Μέσα μου όμως ζει ο πόνος του πατέρα μου με τα στοιχειωμένα πρόσωπα των δικών του
    Μήνυμά μου σας περιμένει στο info…
    Ευχαριστώ

Άφησε σχόλιο