Χαλίκι Ασπροποτάμου

1

μια ταξιδιωτική ιστορία του Στέλιου Κραουνάκη

Ο Αύγουστος είχε μπει για τα καλά όταν ξεκινήσαμε με το φίλο μου για να περάσουμε περιπλανώμενοι δύο εβδομάδες στις κεντρικές οροσειρές της Στερεάς Ελλάδας, ποδηλατώντας όσο το δυνατό σε μεγαλύτερα υψόμετρα και κατασκηνώνοντας δίπλα σε ποτάμια. Φτάσαμε με τρένο μέχρι το Λιανοκλάδι, συνεχίσαμε μέχρι την Μακρακώμη, ανεβήκαμε το πρώτο απότομο βουνό μέχρι να συναντήσουμε τα πρώτα χωριά, παλιό και καινούργιο Γιαννούτσου, στην κορυφή ενός πρώτου απότομου λόφου και μετά το χωριό Παππάς με το ωραίο μοναστήρι και το μουσείο για την αντίσταση στην γερμανική κατοχή. Ένας μισοκατεστραμμένος ανηφορικός χωματόδρομος, την επόμενη μέρα, μας οδήγησε στο Σμόκοβο με τα γνωστά λουτρά και την όμορφη τεχνητή λίμνη. Περιπλανηθήκαμε αρκετά στα βουνά, κατηφορίσαμε προς τον κάμπο της Καρδίτσας και αρχίσαμε και πάλι να παίρνουμε υψόμετρο μετά το χωριό Μουζάκι.

Ένα σερί ανηφορικών διαδρομών από την Πύλη Τρικάλων οδηγεί στην Ελάτη, εξομαλύνεται προς Περτούλι, Νεραιδοχώρι, συνεχίζει με μικρές και μεγάλες κλίσεις μέχρι το Τριπόταμο. Σε αυτό το μέρος συναντιούνται τρεις ποταμοί, ο κύριος κορμός του Αχελώου που έρχεται από τον βορά και τα δυο ορεινά ρέματα Σκληνιασώτικο και Χαλικιώτικο. Ξεκινώντας την επόμενη περάσαμε δίπλα από γέφυρες, ανεβήκαμε απότομες κλίσεις, διασχίσαμε δασωμένους δρόμους, χωρίς να διακρίνουμε κάτι που να μαρτυρεί την παρουσία χωριού ή οικισμού, εκτός από τις πινακίδες που ήταν γραμμένα τα ονόματα. Καλά κρυμμένα σε απότομες ανηφοριές τα περισσότερα, μικρά και όμορφα, με περιποιημένες πέτρινες πλατείες, όμορφα γεφύρια, ιστορικές εκκλησίες και μεγάλα καφενεία (Μηλιές, Πολυθέα, Κατάφυτο Ανθούσα), με τους ανθρώπους να μας ρωτάνε με περιέργεια για το ταξίδι με τα ποδήλατα και χαμογελαστοί να μας δίνουν ότι πληροφορία ζητάμε. Συνεχίζοντας διακρίναμε το ορεινό Χαλίκι από μακριά να δεσπόζει στα 1.160  μέτρα υψόμετρο, πάνω στο δρόμο, τελευταία στάση για το Μέτσοβο. Στην είσοδο του χωριού μία περιποιημένη βρύση και λίγο πιο κάτω το νεκροταφείο μου φέρνει στο μυαλό τον Ηλία Πετρόπουλο που ξεκινούσε από το νεκροταφείο για να γνωρίσει μια πόλη και τους κατοίκους της. «Πάνω από το Χάρο κανείς δε στέκει, ούτε ο Θεός». Οι γυμνές οροσειρές τριγύρω τόνιζαν την σκληρότητα του τοπίου.

Βράδιαζε, ένας βοσκός μας πρότεινε να κατασκηνώσουμε στον παλιό μύλο, μια διώροφη πέτρινη κατασκευή δίπλα στο ποτάμι. Ο χώρος ήταν προστατευμένος με τοιχίο και μεγάλη αυλή, ότι έπρεπε για τις δύο ατομικές σκηνές μας. Στα πενήντα μέτρα υπήρχε μία σιδερένια γέφυρα και στην άκρη της η πέτρινη «βρύση του Φίλου» όπως τη λένε στο χωριό. Στις γιορτές της Αγίας Παρασκευής αλλά και των Αγίων Αποστόλων, του Προφήτη Ηλία και του Αγίου Μάμα οργανώνονται εκεί πανηγύρια από τον Πολιτιστικό Σύλλογο του χωριού.

Το πρωί ξυπνήσαμε από τον θόρυβο τεσσάρων αλόγων που έπαιζαν στο ποτάμι. Δύο άσπρα, ένα μαύρο κι ένα καφετί, ελεύθερα και καλοθρεμμένα, οι ουρές τους κινούνταν συνεχώς πέρα δώθε για να διώξουν τις μύγες που έβρισκαν καταφύγιο στις μουσούδες τους. Κυνηγιόνταν και έσπρωχναν το ένα το άλλο χτυπώντας δυνατά με τις οπλές τους τις ποταμίσιες πέτρες. Ήταν στιγμές που έμοιαζαν να μας παρατηρούν με περιέργεια, εστιάζοντας πάνω μας τα έξυπνα μάτια τους, έτσι ξαφνικά που εμφανιστήκαμε στα μέρη τους. Απορροφήθηκα τόσο πολύ να τα παρατηρώ να μας παρατηρούν που δεν μου πέρασε από το μυαλό καν να βγάλω τη φωτογραφική μηχανή από το σάκο.

Το χωριό που βρίσκονταν σε απόσταση μόλις διακοσίων μέτρων. Ένα πλακόστρωτο στην είσοδο μας οδήγησε σε μια πλατεία σκεπασμένη από δύο τεράστια δέντρα και την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής που χτίστηκε το 1725. Η πλατεία ήταν γεμάτη από κόσμο, τα τραπέζια χωρισμένα στην πιτσιρικαρία με τα κινητά και τα τάμπλετ από τη μία μεριά και τους μεγαλύτερους με τις μπύρες και τους μεζέδες από την άλλη. Η ζέστη δεν είχε υποχωρήσει καθόλου κι ένα ντόπιος μελισσοκόμος εξηγούσε στην παρέα του ότι η “κάψα” τις μέρες του καύσωνα ήταν πιο έντονη στα βουνά απ’ ότι στον κάμπο. «Το βράδυ βέβαια αλλάζει σε δροσιά λόγω του υψομέτρου». Καθίσαμε κοντά στους πιο ηλικιωμένους και πασχίζαμε να καταλάβουμε τι λένε. Μιλούσαν βλάχικα ή κάποια άλλη ντόπια διάλεκτο από την οποία δύσκολα ξεχωρίζαμε μία λέξη γνωστή.

Όταν ταξιδεύεις με το ποδήλατο συνήθως περνάς όλη τη μέρα σου κάνοντας πετάλι, ιδρώνοντας, πίνοντας νερό, βλέποντας καινούργια μέρη, κοιτώντας το χάρτη και έχοντας πάντα μία ανησυχία μήπως τελειώσει το διαθέσιμο νερό. Με το φίλο μου πάντα κάνουμε μία στάση στα ταξίδια μας για να γνωρίσουμε ένα μέρος καλύτερα, να μιλήσουμε με τον κόσμο και να περπατήσουμε όσο μπορούμε στα βουνά. Την προηγούμενη χρονιά στο ταξίδι στην Πελοπόννησο αυτό το μέρος ήταν το Καστόρειο και οι κορφές του Ταΰγετου, αυτή τη χρονιά ξέραμε από την πρώτη στιγμή ότι θα ήταν το Χαλίκι και οι κορφές της οροσειράς του Περιστερίου. Έτσι αποφασίσαμε να ανέβουμε στην κορφή Τσουκαρέλα στα 2.295 μέτρα, δεκαέξι χιλιόμετρα να πας και άλλα τόσα να κατέβεις αφού πήραμε τις πρώτες πληροφορίες για τον απότομο ανηφορικό δρόμο των δεκαέξη χιλιομέτρων και τα μαντριά των βοσκών με τα πρόβατα και τα πολλά και θρεμμένα τους σκυλιά. Χρονικά προλαβαίναμε αν προχωρούσαμε με γρήγορο ρυθμό να γυρίσουμε πριν το βράδυ, το μεγάλο πρόβλημα ήταν τα σκυλιά των βοσκών, υπήρχαν μάντρες στο βουνό. Το σκεφτήκαμε αρκετά ώσπου να πάρουμε την απόφαση να ξεκινήσουμε.

Η περιοχή ήταν γεμάτη από τζάνερα, αγριομηλιές, βατόμουρα, πεύκα, έλατα και παραδόξως για τέτοιο υψόμετρο και λίγες ελιές. Ο Κώστας μας πέτυχε στο δρόμο να περπατάμε, σταμάτησε και μας πήρε στο αυτοκίνητο του. «Που πάτε με τέτοια ζέστη;» μας ρώτησε χαρωπός, εμείς τον ευχαριστήσαμε για την μεταφορά με το αυτοκίνητο κι εκείνος γελώντας μας απάντησε «στην πλάτη μου σας πήρα, αφού πάω που πάω». Παίρνοντας τις απότομες στροφές σε ένα δρόμο με περισσότερη πέτρα παρά χώμα, κατεστραμμένο σχεδόν από τις βροχές, ο Κώστας άρχισε να μας μιλάει για το βουνό. «Είμαι βλάχος εγώ κι ανεβαίνω κάθε μέρα εδώ πάνω, εννιακόσια μέτρα υψόμετρο απ’ το χωριό για να φροντίσω τα πρόβατα με τον αδερφό μου.» παίρνει με προσοχή μία απότομη στροφή «Τι να κάνω, έχεις να μου προτείνεις κάτι καλύτερο; Έτσι τα βρήκα, έτσι τα κάνω. Τα βουνά μένουν ζωντανά από εμάς τους κτηνοτρόφους. Βλέπεις τους δρόμους; Ο καθένας οδηγεί σε ένα μαντρί. Δε υπάρχει τίποτα ανεκμετάλλευτο εδώ πέρα, όλα είναι βοσκότοποι. Εδώ στην Βερλίγκα έχουμε πρόβατα, στο δίπλα βουνό έχουν αγελάδες». Κάναμε μιάμιση ώρα να φτάσουμε στο μαντρί από ένα δρόμο κακοτράχαλο, αξέχαστο, γεμάτο στροφές. Ήμασταν ευγνώμονες στον Κώστα, τώρα είχαμε χρόνο να περιπλανηθούμε και να γυρίσουμε μέρα. Μόλις σταμάτησε το αυτοκίνητο τα τσομπανόσκυλα μας περικύκλωσαν, ελληνικοί ποιμενικοί ανεπτυγμένου μεγέθους για να φυλάνε τα πρόβατα από αρκούδες και λύκους, όπως μας είπαν. «Μην φοβάστε, δεν θα σας πειράξουν» μας είπε ο Κώστας, τον χαιρετήσαμε και συνεχίσαμε το δρόμο μας για την κορυφή με άγχος για τα σκυλιά που θα συναντούσαμε στα επόμενα μαντριά. Ευτυχώς οι βοσκοί ήταν κάπου εκεί γύρω και τους φώναζαν κάθε φορά που μας γάβγιζαν για να μην μας κυνηγήσουν. Κατά τα άλλα οι οροσειρές στον ορεινό όγκο του Περιστερίου ήταν εντυπωσιακές με την δρακόλιμνη Βερλίγκα να κρύβεται κάπου ανάμεσα τους. Περιπλανηθήκαμε για ώρα ενθουσιασμένοι με το αλπικό τοπίο και την αίσθηση του βουνού ώσπου γυρίσαμε, νωρίς σχετικά, στο χωριό.

Στις σκηνές βρήκαμε τον κο Βαγγέλη, γεωργό που μένει στο Δομοκό με καταγωγή από Χαλίκι, να κάθεται στο ποτάμι, κοντά στις σκηνές μας. «Εσείς είσαστε οι ποδηλάτες;» Έτσι μας φώναζαν στο χωριό που μάλλον αρχίσαμε να αποτελούμε αξιοθέατο. Αφού τα είπαμε λίγο, δώσαμε ραντεβού στην πλατεία, το βράδυ. Ο κος Βαγγέλης έφυγε ικανοποιημένος και παρότι πλησίαζε τα ογδόντα, κοτσονάτος και ευκίνητος, πέρασε με άνεση την πρόχειρη πέτρινη γεφυρούλα απέναντι από το μύλο, που είχαμε φτιάξει το πρωί για να έχουμε το δικό μας πέρασμα στον ασπροπόταμο.

Το βράδυ, τα πιτσιρίκια έτρεχαν σαν τρελά στην πλατεία. Την ώρα του βραδινού, όταν τα πράγματα άρχισαν να ηρεμούν, βγάλαμε το σκάκι και στήναμε τα πιόνια για να παίξουμε μια παρτίδα. Μετά από λίγο ένα κοριτσάκι ήρθε στο τραπέζι μας και παρατηρούσε συγκεντρωμένη το παιχνίδι μας. Ο κος Βαγγέλης κατέφτασε κι αυτός με δύο μπύρες που επέμενε να μας κεράσει και μας σύστησε την εγγονή του. Η μικρή παρέμεινε αγέλαστη και κοίταζε όλη την ώρα εξεταστικά τις κινήσεις μας στο σκάκι. Η πρώτη παρτίδα κράτησε πάνω από μία ώρα, με δραματικό φινάλε και αναπάντεχο τέλος. Ένα στρατιώτης μου έδωσε τη νίκη και μόλις κρίθηκε η παρτίδα η μικρή ζήτησε να παίξουμε μαζί ένα παιχνίδι. Αφού χόρεψε καλά τη βασσίλισα μου με τα άλογα της και τιμώρησε κάθε απρόσεχτη κίνηση μου με τον σκληρότερο τρόπο, μέσα σε μισή ώρα μ’ έβγαλε νοκ άουτ μ’ ένα υπέρχοχο ματ. Μάλιστα, δύσκολο ακόμα και τώρα να το χωνέψω. Μετά μάθαμε από τον πατέρα της ότι έχει διακριθεί στους πανελλήνιους αγώνες, ότι ήταν μόλις οκτώ χρονών και δεν είχε πάει ακόμα σε όμιλο αλλά ότι ήξερε από σκάκι το είχε μάθει από τον παππού της !

Την επόμενη μέρα το πρωί βρήκαμε ξανά τον Κώστα τον κτηνοτρόφο στην πλατεία του χωριού και ήπιαμε καφέ. Θυμόταν τον πατέρα του κάποια χρόνια πριν να ανεβαίνει στο βουνό με τα πόδια ή με άλογο. «Πριν από τριάντα περίπου χρόνια έφτιαξαν τους δρόμους για να βοηθήσουν την κτηνοτροφία. Τώρα ανεβαίνουμε με τα αμάξια και έχουμε όλες τις ανέσεις, ζεστό φαγητό, κι ότι χρειαστεί».

Ο Σωτήρης, σερβιτόρος σε μία ταβέρνα της πλατείας, θυμάται ότι εκείνη την περίοδο ο πατέρας του προσπαθούσε να πείσει τους μηχανικούς που είχαν όλων των ειδών τα εκρηκτικά να ανοίξουν μία βάθρα στο ποτάμι κοντά στο χωριό που είχε πέσει ένας βράχος και την είχε σκεπάσει. «Εκεί κάναμε μικρά τα μπάνια μας το καλοκαίρι». Ποιος ξέρει, σκέφτομαι ότι ίσως και να είχαν δίκιο οι μηχανικοί που δεν συμφώνησαν για να μην γίνει κανένα ατύχημα και χαλάσουν τον ρου του ποταμού. Άλλωστε λίγο πιο μακριά από το χωριό έχει βάθρες με επαρκέστατο βάθος, διάφανα και παγωμένα νερά.

Σχεδιάγραμμα ερευνητή Ευάγγελου Καραμανέ : ανακοίνωση στο 9ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών, Ασπροπόταμος Τρικάλων 11-12-13 Μαΐου 2007

Το μεσημέρι ανηφορίσαμε για τις πηγές της Ρόνας, βαδίζοντας αντίθετα στον ρου του ποταμιού. Στην αρχή το μονοπάτι ήταν πλακοστρωμένο στο άνετο φάρδος των δύο μέτρων που φανέρωνε ότι τα παλιά τα χρόνια ήταν κεντρικό πέρασμα για τους κατοίκους και τα ζώα τους. Στην πορεία μία περνούσε από την μία μεριά της κοίτης, μία από την άλλη και σε ορισμένα σημεία σκαρφάλωνε στους λόφους και ξανακατέβαινε στην κοίτη. Στο δρόμο μας συναντήσαμε ένα υπέροχο παλιό πέτρινο γεφύρι ενώ παρακάτω, στα λασπώδη σημεία, διακρίναμε πατημασιές από αγριογούρουνα και τις χαρακτηριστικές βαθιές τρύπες που ανοίγουν με τις μουσούδες τους ψάχνοντας στο υγρό χώμα. Περπατούσαμε προσεκτικά, σκυφτοί αναγκαστικά την περισσότερη ώρα λόγω της πυκνής βλάστησης μέχρι τους καταρράκτες. Το νερό έγλυφε παγωμένο τους βράχους, το μέρος ήταν σκιερό, γεμάτο δέντρα και αναρριχητικά φυτά που δεν άφηναν το φως του ήλιου να περάσει. Κάναμε μία γρήγορη βουτιά στη μικρή βάθρα που σχηματιζόταν κάτω από τον καταρράκτη και επιστρέψαμε.

Ο ερευνητής Καραμανές αναφέρει την εξής ιστορία που του είπαν οι ντόπιοι για τη Ρόνα. «Για τον Ασπροπόταμο, υπήρχαν τρία αδέλφια στη Ρόνα. Και κοιμήθηκαν στο βουνό και τα δυο φύγαν τη νύχτα. Ο Πηνειός έφυγε προς τη Θεσσαλία, γι’ αυτό και δεν ακούγεται επειδή έφυγε κρυφά. Μετά έφυγε ο Άραχθος που πήγε προς τα Γιάννενα. Μετά ξυπνά ο Αχελώος, δεν βρίσκει κανένα και βάζει τις φωνές για τ’ αδέλφια του και πήγε ψάχνοντας προς το Μεσολόγγι. Είναι φοβερός ποταμός, αρχίζει η ιστορία του από τη μυθολογία».

Πίσω στο χωριό, η μικρή μας περίμενε στο καφενείο. Παίξαμε μερικές παρτίδες, τα πιτσιρίκια του χωριού μετά από λίγη ώρα μαζεύτηκαν γύρω μας, άλλοι παρακολουθούσαν, άλλοι σχολίαζαν χαμηλόφωνα, άλλοι έφευγαν για να επιστρέψουν σε λίγο με μία πορτοκαλάδα στο χέρι και η μικρή μας σκακίστρια ήταν σε τρελά κέφια.

Πλησίαζε ο δεκαπενταύγουστος και ο κόσμος πλήθαινε. Μανάβηδες, ψωμάδες, άνθρωποι που ζέσταιναν καλαμπόκι και το πουλούσαν στον κόσμο μαζεύονταν ένας ένας με τα αγροτικά τους στην πλατεία, άλλοι πάλι πουλούσαν πλαστικά τραπέζια και καρέκλες. Οι ταβέρνες γέμισαν, οι άνθρωποι καλωσόριζαν τους νεοφερμένους, το χωριό έσφυζε από ζωή.

Την επόμενη μέρα πακετάραμε τις σκηνές και τους υπνόσακκους και καβαλήσαμε τα ποδήλατα, ήταν καιρός να συνεχίσουμε το ταξίδι μας λίγο παραπέρα. Διανύσαμε τα οκτώ χιλιόμετρα της απότομης ανηφόρας προς Ανήλιο και Μέτσοβο, με τον ήλιο να μας χτυπάει κατακέφαλα. Φτάσαμε καταϊδρωμένοι στην κορυφή και σταματήσαμε για λίγο να χαιρετήσουμε το φιλόξενο βλαχοχώρι του ασπροποτάμου που οι ντόπιοι συνέχιζαν να το κατοικούν παρά τις δύσκολες καιρικές συνθήκες, τις αποστάσεις και την ταλαιπωρία, χαμένοι στην αλπική ησυχία και στην κατάνυξη των απότομων βράχων. Τα άλογα θα πέρασαν για επίσκεψη την επόμενη μέρα και θα βρήκαν τον μύλο άδειο από ανθρώπους, τσάντες και σκηνές, ο ασπροπόταμος με τις πρώτες βροχές θα παρέσυρε το μικρό πέρασμα με τις πέτρες που κατασκευάσαμε στο ποτάμι, μοναδικό ίχνος της παρουσίας μας εκεί, εξαφανίζοντας τα τελευταία ίχνη του σύντομου περάσματος μας από τον χαμένο στους εντυπωσιακούς ορεινούς όγκους, από αυτό τον τόσο φιλόξενο και τόσο ιδιαίτερο οικισμό.

  • 58
    Shares

Έχει τελειώσει μεταπτυχιακό στο τμήμα περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Του αρέσει η φωτογραφία και το ποδήλατο.

Συζήτηση1 σχόλιο

Άφησε σχόλιο