Χιονισμένη Πρωτοχρονιά

0

Πολυαγαπημένε μου αδερφέ Γιώργη, εύχομαι το γράμμα μου να σας βρει γερούς και σιδερένιους και να μην έχει φτάσει ως εκεί η γαστρεντερίτιδα που την έχει κολλήσει όλη η Ελλάδα.

Γιώργη, τι να σου πρωτοπώ, εχιόνισε στο νησί, εγίναμε Κάναδας και θυμήθηκα τη στολή του σκι, αυτή τη φουσκωτή που μου ‘χες στείλει την πρώτη χρονιά που έφυγες, τότε είχα γελάσει πάρα πολύ σαν την είδα κι εφώναξα τη Ζαμπέλα, την εκοτσάρισα, επήρα και δυό κατσούνες και της έκαμα  αυτά που κάμνουνε οι σκιερ, μα τώρα που επιάσανε τα κρύα, είπα να τη δοκιμάσω, επήγα στον καθρέφτη κι ήμουνε σαν το ρομπότ στο ‘’χαμένοι στο διάστημα’’, δεν εμπορούσα να στρέψω. Θες να σου στείλω και φωτογραφία, πιο καλά να σου βγάλω τον πύθο που βάζομε το λάδι, ίδιος εγώ στο πιο κοντό. Όσο μεγαλώνομε τα πάχητα δύσκολα φεύγουνε, αλλά είπα, μετά τα μελομακάρονα και τις δίπλες, να ξεκινήσω δίαιτα με τη νέα χρονιά, σάμπου κάνουνε όλοι, φοβούμαι ίμπα και δεν με γνωρίσει το παιδί και πιάσει να κλαίει σαν έρθετε. Α, δε σου ‘πα, θυμάσαι αυτά τα τριγωνάκια που μας έκαμνε η μάνα και τα ράντιζε με ροδόνερο και τα βούταγε στην άχνη και τη δεύτερη μέρα δεν υπήρχανε; Θυμάσαι που μας φώναζε: διαβόλοι, θα’ρτει κάνας άθρωπος στο σπίτι και δεν μου ‘χετε αφήκει γλυκό στην πιατέλα, ε αυτά τα έφτιαξα, ένα απόγευμα επολεμούσα, μα σαν της μάνας δεν είναι, ούτε γλυκό, ούτε φαί είναι σαν της μάνας.

Με ρωτάς για τα οικονομικά. Τι να σου πω, τα ξέρεις, τα διαβάζεις, μπήκε η νέα χρονιά κι εμείς χρωστούμε από πρόπερσι,  δε θέλω να γρινιάζω μέρες που’ναι, αλλά αυτό το πρώτη φορά αριστερά αλλιώς το περιμέναμε. Όσο ζούμε τούτα τα χάλια κι ελπίδα δεν υπάρχει, τόσο πάει ο νους μου στα παλιά  Χριστούγεννα, τότε που επαίζαμε με τις κοίλες στους κιλίκους, το πάρτα-όλα, την τριάντα μία με τα φασόλια, τη βόλτα στο Μινιόν, την πρώτη αλλαγή του χρόνου μακριά από τους γονείς. Πολλές Πρωτοχρονιές αδερφέ, μετρούμε στην πλάτη μας πια κι ο ρημάδης ο χρόνος πίσω δε γυρνά.

Παιδάκια δεν εφανήκανε χτες για τα κάλαντα, θα φοβηθήκανε οι μανάδες τως το χιονιά. ‘’Να ‘χα του Σολομώντα  νου και του Δαυίδ τη γνώση, να σου ‘λεγα παινέματα μέχρι να ξημερώσει’’ μας μάθαινε η μανή κι εγώ σαν άλλαζε η χρονιά έκαμα όλα τα χρειαζούμενα που μας μάθανε οι παλιοί, μπας κι έμπει με το καλό, άνοιξα τη βρύση να τρέξει, έσβησα τα φώτα, έσπασα ένα ρόδι κι αμέσως έτρεξα να βάλω κάτι καινούργιο απάνω μου και καλά που είχα  στα προικιά ένα μεσοφόρι, γιατί έχω να ψωνίσω ρούχο από τότε που ήταν στα πράμματα ο Παπαδήμας.

Εδώ σ’ αφήνω αδερφέ μου, έχω να κάμω έναν ταμπουλέ  που μου ‘μαθε η Τζιχάν να τον πάω στης Στελλιανής που μας έχει τραπέζι, μετά είπα να πάρω τη φόρμα του σκι και μια μάλλινη κουβέρτα της μανής, να τα πάω στη Σούδα, εκεί θα πιάσουνε τόπο.

Σας γλυκοφιλώ και σας εύχομαι ευτυχισμένο και τυχερό να είναι το νέο έτος, μήνες πια μετρώ μέχρι να ‘ρθετε.

ΥΓ. Αμανίτες μην περιμένεις πως θα σου ‘χω, τίποτι δεν υπάρχει, κάτι σκουλούμπρους, αγριοράδικα και καυκαλήθρες ήβρα κι έβρασα, ένα πιατάκι ήβγανε.

Γελά και ξεγελά

Άφησε σχόλιο