Γνωριμία με τον αρχαιολογικό χώρο του Εμποριού

3

της Δέσποινας Τσαρδάκα

Τόπος προικισμένος από τη φύση, το Εμποριό αποτελεί σήμερα τον σημαντικότερο επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο της Χίου. Η στρατηγική του θέση, το απάνεμο λιμάνι του, που προσέφερε ασφαλές αγκυροβόλιο, η ύπαρξη πηγής νερού και η εύφορη κοιλάδα του αποτέλεσαν τους βασικούς παράγοντες για την πρώιμη κατοίκησή του ήδη από τους Νεολιθικούς χρόνους.

Οι ανασκαφές που διενεργήθηκαν από την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή (1952-1955) στη μικρή βραχώδη χερσόνησο στα νότια του λιμανιού, γνωστή ως «Καστρί», έφεραν στο φως τα λείψανα της προϊστορικής εγκατάστασης, που χρονολογείται από την τις αρχές της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου (τέλη 6ης χιλιετίας) μέχρι τη Μυκηναϊκή Περίοδο (12ος αι. π.Χ.), ενώ στη δυτική και νότια πλαγιά του Προφήτη Ηλία αποκαλύφθηκε η τειχισμένη Ακρόπολη και ο οικισμός των πρώιμων ιστορικών χρόνων. Κοντά στο λιμάνι αποκαλύφθηκαν τα λείψανα ενός σημαντικού αρχαίου ναού, γνωστού ως «το Ιερό του Λιμανιού» και εντοπίσθηκαν κατάλοιπα των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων.

Ο Προϊστορικός οικισμός¹

Από τη Νεολιθική εποχή ελάχιστα λείψανα σώθηκαν. Το Εμποριό αυτής της περιόδου παρουσιάζει πολιτισμική συγγένεια με τους πολιτισμούς της ΒΔ Μικράς Ασίας. Κέντρο του προϊστορικού οικισμού υπήρξε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του μια πηγή νερού.

Στις αρχές της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου ο οικισμός και η πηγή προστατεύτηκαν από έναν ισχυρό τοίχο, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί το αρχαιότερο γνωστό κοινωφελές έργο στη Χίο. Στις επόμενες περιόδους στη θέση της πηγής ανοίχθηκε πηγάδι.

Μεταξύ των οικιστικών καταλοίπων της νεότερης Νεολιθικής ξεχώριζε ένα αψιδωτό κτίσμα, στο δάπεδο του οποίου βρέθηκε μεγάλος αριθμός από φολίδες και πυρήνες οψιανού, του πολύτιμου ηφαιστιογενούς πετρώματος από τη Μήλο και για το λόγο αυτό ο χώρος ερμηνεύτηκε ως εργαστήριο. Κάτω από το δάπεδό του βρέθηκε ένας σκελετός παιδιού ή εφήβου, πιθανή θυσία θεμελίωσης σύμφωνα με τον ανασκαφέα.

Κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού το πηγάδι συνδέεται στενά με τη ζωή στον οικισμό και φαίνεται ότι σχετίζεται με τελετουργικές ή λατρευτικές πράξεις, όπως αποδεικνύεται από την εύρεση γύρω από αυτό πλήθους σπασμένων αγγείων, κυρίως πρόχων.

Γύρω στα 2.700-2.600 π.Χ., περίοδος που αντιστοιχεί στην πρώτη πόλη της Τροίας (Τροία Ι), με την οποία οι σχέσεις γίνονται στενότερες, ο οικισμός έφθασε στη μέγιστη ακμή του και εξελίχθηκε σε μεγάλο αστικό κέντρο του Αιγαίου, με έκταση που κάλυπτε πάνω από τριάντα (30) στρέμματα. Τα σπίτια του οικισμού, θεμελιωμένα σε νέα διαμορφωμένα επίπεδα, ήταν λιθόκτιστα, ισόγεια, μακρόστενα και μονόχωρα, με επίπεδες στέγες που στηρίζονταν σε στύλους, ενώ τα δάπεδα ήταν επιχρισμένα με λεπτές στρώσεις πηλού. Έξω από τα σπίτια υπήρχαν εστίες για το μαγείρεμα και το ψήσιμο του ψωμιού. Στο τέλος της περιόδου φωτιά κατέστρεψε εν μέρει τα σπίτια του οικισμού.

Στην περίοδο από το 2.600-2.500 π.Χ., που αντιστοιχεί στην τελευταία φάση της Τροίας Ι και την αρχή της Τροίας, ο οικισμός ανοικοδομείται και ο χώρος γύρω από το πηγάδι διαμορφώνεται σε πλατεία. Στους Μυκηναϊκούς Χρόνους στη θέση αυτή υπάρχει ένας οικισμός χτισμένος με βάση κάποιο κεντρικό πολεοδομικό σχέδιο. Οι οικίες είχαν τετράγωνα δωμάτια με εισόδους πλατύτερες στο κάτω μέρος, που στένευαν ψηλότερα, μορφή συνηθισμένη την εποχή του Χαλκού στο Αιγαίο. Στην κεραμική της περιόδου πραγματοποιείται μια σημαντική αλλαγή με την χρήση του τροχού.

Ο μυκηναϊκός οικισμός καταστράφηκε γύρω στα 1.100 π.Χ. από φωτιά, γεγονός που πρέπει να σχετίζεται με την άφιξη των Ιώνων στη Χίο, η οριστική εγκατάσταση των οποίων στο Εμποριό χρονολογείται στον 8ο πΧ. αι.

Ο Οικισμός και η Ακρόπολη των πρώιμων ιστορικών χρόνων²

Στα βόρεια του λιμανιού του Εμποριού ο ανασκαφέας της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής, J. Boardman, έφερε στο φως τα λείψανα του Οικισμού και της Ακρόπολης των πρώιμων ιστορικών χρόνων³.

Στο λόφο του Προφήτη Ηλία, σε ένα πλάτωμα κατάλληλα διαμορφωμένο, περίπου 25 στρεμμάτων, δέσποζε η Ακρόπολη, οχυρωμένη με τείχος, μήκους περίπου 800μ. Σε επαφή με το τείχος και σε καίρια θέση στο εσωτερικό της ακρόπολης χτίστηκε το Μέγαρο, που αποτελούσε κατοικία του τοπικού άρχοντα και διοικητικό κέντρο του οικισμού.

Στο κεντρικότερο σημείο της Ακρόπολης ιδρύθηκε το ιερό της Πολιάδος Αθηνάς, που τον 8ο αι. π.Χ. αντιπροσωπεύεται από έναν υπαίθριο βωμό. Ο αρχαιότερος αυτός βωμός δε χρησιμοποιήθηκε για τη θυσία ζώων, αλλά λειτουργούσε ως τράπεζα προσφορών, όπως αποδεικνύει η απουσία στάχτης και καμένων οστών και η εύρεση αναθημάτων, όπως κύλικες και ειδώλια. Λίγο νοτιότερα του βωμού χτίστηκε χαμηλή ορθογώνια βάση για το άγαλμα της θεάς.

Τον 6ο αι. π.Χ. χτίστηκε ο ναός της θεάς, που συμπεριέλαβε τον προηγούμενο βωμό στο δυτικό τμήμα του σηκού. Ήταν ένα ορθογώνιο απλό κτίριο διαστάσεων 10,13μ. Χ 6,23μ. με πιθανότατα κλειστό αβαθή πρόναο και τετράγωνο σχεδόν σηκό και η είσοδός του έβλεπε στην Ανατολή. Η στέγη του ήταν επίπεδη και στηριζόταν από τέσσερα ξύλινα υποστυλώματα. Παράλληλα με το ναό, σε μικρή απόσταση βόρειά του, χτίστηκε ένας ορθογώνιος βωμός διαστάσεων 7,00μ. Χ 2,50μ., που αποτελείτο από δύο κατασκευές: ένα βωμό μικρότερων διαστάσεων στα ανατολικά για θυσίες ζώων και μια ψηλή βάση στα δυτικά για το λατρευτικό άγαλμα της θεάς, που μετέφεραν σε συγκεκριμένες γιορτές έξω από το ναό.

Ο ναός αυτός καταστράφηκε στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., όταν η Ιωνική Επανάσταση απέτυχε και οι Πέρσες μπήκαν στο νησί καταστρέφοντας όλα τα ιερά. Ξαναχτίστηκε στο γ΄ τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Ο νέος ναός ήταν ουσιαστικά μια επισκευή του παλαιότερου αρχαϊκού. Ο υπαίθριος βωμός διαλύθηκε και αντικαταστάθηκε από έναν άλλο μπροστά στην είσοδο του ναού. Ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά, όπως αποδεικνύεται από το είδος των αναθημάτων, αλλά κυρίως από ένα ενεπίγραφο όστρακο χιακής κύλικας με το όνομα της θεάς, που χρονολογείται στο β΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.

Το δόρυ και οι μολύβδινες κεφαλές γρυπών που βρέθηκαν στο ναό, θεωρείται ότι ανήκουν στο αρχαϊκό ξόανο, που πρέπει να ήταν ξύλινο. Δε γνωρίζουμε τίποτα για το λατρευτικό άγαλμα του 4ου αι. π.Χ. Είναι βέβαιο ότι θα υπήρχε ένα νέο άγαλμα για τη θεά, που πιθανότατα καταστράφηκε από τους χριστιανούς ή χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό.

Την ακρόπολη συνέδεε με το λιμάνι ο κύριος δρόμος, που ξεκινούσε από την κύρια είσοδο της ακρόπολης και κατέβαινε τη δυτική πλαγιά του λόφου του Προφήτη Ηλία, αθέατος από την πλευρά της θάλασσας.

Έξω από το τείχος στη δυτική και νότια απόκρημνη πλαγιά του λόφου, σε έκταση περίπου 40 στρεμμάτων, απλώνεται ο οικισμός, που αναπτύχθηκε χωρίς συγκεκριμένο πολεοδομικό σχεδιασμό και προσαρμόστηκε στη φυσική διαμόρφωση του εδάφους. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως περισσότερες από 50 οικίες, τοποθετημένες σε διαμορφωμένα πλατώματα, αυτόνομες, με αυλή μπροστά από την είσοδό τους, που συχνά σχηματίζουν γειτονιές.

Οι πλουσιότερες από αυτές ήταν μονόχωρα κτίσματα στο τύπο του «Μεγάρου», δηλαδή με ένα άνετο κυρίως δωμάτιο με δύο ή τρεις κίονες, που στήριζαν την οροφή (δώμα) και πρόδομο με δύο κίονες ανάμεσα στις παραστάδες.

Οι απλές οικίες ήταν κτίσματα κατά κανόνα τετράγωνης κάτοψης (υπάρχει και μια κυκλική), χτισμένες με ντόπιους λίθους αδρά επεξεργασμένους. Η είσοδος ήταν διαμορφωμένη με λίθινο κατώφλι και παραστάδες. Στο εσωτερικό των κτισμάτων, οι λίθινες βάσεις των ξύλινων υποστυλωμάτων της στέγης δεν είχαν συγκεκριμένη διάταξη. Οι στέγες ήταν επίπεδες, κατασκευασμένες με οριζόντια δοκάρια, πάνω στα οποία έστρωναν καλάμια, κλαδιά, που στερέωναν και στεγανοποιούσαν με ένα μείγμα από πηλόχωμα, άχυρα και φύκια. Στο εσωτερικό των μονόχωρων σπιτιών υπήρχε μικρή τετράγωνη εστία και λιθόκτιστο θρανίο, κατά μήκος ενός τοίχου, που την ημέρα χρησίμευε για την τοποθέτηση οικιακών σκευών και τη νύχτα ως κρεβάτι.

Η ύπαρξη διαφορετικών τύπων σπιτιών, σε συνδυασμό με την ύπαρξη του Μεγάρου στην οχυρωμένη ακρόπολη, είναι στοιχεία χαρακτηριστικά της πολιτικής οργάνωσης και της κοινωνικής διαστρωμάτωσης του οικισμού. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε ειρηνικά στο τέλος του 7ου αι. π.Χ., για άγνωστο λόγο. Καθώς δεν κατοικήθηκε ποτέ ξανά διατήρησε άθικτο το χαρακτήρα του, αποτελώντας σπάνιο δείγμα οικισμού των πρώιμων ιστορικών χρόνων.

Το Ιερό του Λιμανιού4

Το επίσημο και μεγάλο ιερό του οικισμού βρισκόταν σε χαμηλό ύψωμα κοντά στο λιμάνι και είναι γνωστό ως Ιερό του λιμανιού. Η λατρευτική χρήση του χώρου φαίνεται ότι ξεκινά ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους. Τα παλαιότερα αρχιτεκτονικά λείψανα είναι τρεις αναλημματικοί τοίχοι, των αρχών του 7ου αι. π.Χ., δίπλα σε ένα δρόμο που οδηγούσε στο λιμάνι. Στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. ανοικοδομήθηκε ο πρώτος ναός που πιθανότατα ήταν αψιδωτός ή κυκλικός, κατασκευασμένος από ντόπια πέτρα. Στα 493 π.Χ., μετά την αποτυχία της ιωνικής επανάστασης ο αρχαϊκός ναός καταστράφηκε από τους Πέρσες και στο β΄ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. ξανακτίστηκε λαμπρότερος ναός, από τον οποίο σώθηκε μόνο τα θεμελίωσή του.

Σύμφωνα με την άποψη του ανασκαφέα του χώρου J. Boardman5, ο ναός των κλασικών χρόνων ήταν αψιδωτό, πρόστυλο οικοδόμημα, με είσοδο στα ανατολικά, με τέσσερις ιωνικούς αρράβδωτους κίονες στην πρόσοψη. Πάνω από το επιστύλιο στη θέση της ζωφόρου υπήρχε ένα περίτεχνα σκαλισμένο ιωνικό κυμάτιο διακοσμημένο με ανθέμια, έλικες και κάλυκες λωτού. Εντυπωσιακή καλλιτεχνική πρωτοτυπία είναι η βάση της παραστάδας, που είχε τη μορφή λεοντοπόδαρου.

Το ιερό λειτουργούσε καθ΄όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας με τις αναγκαίες επισκευές και μετατροπές. Όλα σχεδόν τα αρχιτεκτονικά μέλη του κλασικού ναού χρησιμοποιήθηκαν στην παλαιοχριστιανική βασιλική του 6ου αι. και σε μεταγενέστερα κτίσματα στην ευρύτερη περιοχή.

Ένα πλήθος λατρευτικών αντικειμένων και αφιερωμάτων, πολύ περισσότερα και πλουσιότερα από αυτά του ιερού της Ακρόπολης, βρέθηκαν στις ανασκαφικές έρευνες. Κομμάτια από μαρμάρινα αγάλματα, ειδώλια, αγγεία, σφραγίδες, κοσμήματα, εργαλεία, κομψοτεχνήματα, όπως ένας ιππέας από ελεφαντόδοντο, θαυμαστά αντικείμενα από χαλκό, αναθήματα από άλλες περιοχές, ειδώλια από φαγεντιανή, αιγυπτιακοί σκαραβαίοι, αγγεία από την Εύβοια, τις Κυκλάδες, το νοτιοανατολικό Αιγαίο, την Κύπρο, την Κόρινθο και την Αττική, δείχνουν όχι μόνο την εμβέλεια του ιερού, αλλά και την επικοινωνία της Χίου με άλλες περιοχές του αρχαίου κόσμου.

Στο Ιερό του Λιμανιού λατρεύονταν ο Απόλλωνας και η Άρτεμις, όπως αποδεικνύεται από όστρακα με αναθηματικές επιγραφές στους θεούς, αλλά και διάφορα ευρήματα, όπως οι χάλκινες γυναικείες ζώνες, «αι παρθενικαί ζώναι», που συνήθιζαν οι κοπέλες να αφιερώνουν πριν από το γάμο τους στη θεά Άρτεμη.

Το Εμποριό συνεχίζει να ασκεί τη γοητεία του στο σημερινό επισκέπτη. Το γραφικό λιμανάκι κι ο «Μαύρος Γιαλός» με τα καταγάλανα νερά, ο λόφος του αρχαίου οικισμού, με τα βράχια τα σμιλεμένα από τον άνεμο, που καθώς τον ανηφορίζεις, σου αποκαλύπτει γειτονιές μιας άλλης εποχής, ο αγέρας που ψιθυρίζει ιστορίες ξεχασμένες, η Ακρόπολη με το ναό και τους βωμούς, όπου για αιώνες μαζί με τις προσφορές ανατέθηκε και η ανθρώπινη ψυχή. Το βλέμμα αγκαλιάζει την πέτρα και βουλιάζει στα νερά του Αιγαίου, ατενίζοντας την ανατολή και τη δύση του ήλιου, την ίδια ανατολή και την ίδια δύση που χιλιάδες ανθρώπινα βλέμματα αντίκριζαν αιώνες τώρα, πατώντας το ίδιο χώμα.

¹ S. Hood, Excavations in Chios 1938-1955, Rrehistoric Emporio and Ayio Gala, Oxford 1981-1982 και Χρ. Γ. Ντούμας, Η Χίος των ροϊστορικών χρόνων στον τόμο Χίος τ’ έναλος πόλις Οινοπίωνος, Υπουργείο Πολιτισμού Κ΄ ΕΠΚΑ, Χίος 2000.
² ΥΠΠΟ/Κ΄ ΕΠΚΑ, Εμποριό. Ένας οικισμός των πρώιμων ιστορικών χρόνων, Χίος 2003.
³ J. Boardman, Excavations in Chios 1952-1955: Greek Emporio, London 1967.
4 J. Boardman, όπ.π. σημ. 3
5 J. Boardman, Chian and early Ionic Architecture, AntJ 39(1959)170-218.

 

 

  • 794
    Shares

Γεννήθηκε στη Χίο και σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία δέκα χρόνια ζει και εργάζεται ως αρχαιολόγος στο Μουσείο της Χίου, ανασκάπτοντας και μελετώντας τις αρχαιότητες του νησιού και εκπονώντας εκπαιδευτικά προγράμματα για μαθητές.

Συζήτηση3 Σχόλια

  1. Συγχαρητηρια στην κ.Τσαρδακα για την πολυτιμη προσφορα της. Ομως οι
    υπευθυνες αρχες τι κανουν για να ενημερωθουν σωστα οι επισκεπτες κ να γνωρισουν λιγα απο αυτον τον σημαντικοτερο αρχαιολογικο χωρο της Χιου?Ας μην αναφερθω κ για το «βαπτιστηρι»….

  2. Νίκος Ντούλης

    «Ο Εμπορειός» Το γένος είναι αρσενικό και με «ε黨στην παραλήγουσα.

    • Τσαρδακα Δέσποινα

      κ. Ντουλη, «εμποριον» ονομαζαν οι αρχαιοι τους εμπορικους λιμενες. Το τοπωνυμιο «εμπορειος» ειναι μεταγενεστερο και στηριζεται στην αναφορα επιτυμβιας επιγραφης του 16ου – 17ου αι.
      Δ. Τσαρδακα

Άφησε σχόλιο