Οι μέλισσες της φύσης και του μύθου

1

της Θεοδώρας Πετανίδου

Μια ξυλόκοπα (Xylocopa violacea), από τις μεγαλύτερες σε μέγεθος άγριες μέλισσες της πατρίδας μας, επί το έργο της επικονίασης ενός γαϊδουράγκαθου (Onopordum illyricum)

Η αγάπη μου για τους μύθους είναι διπλή! Αρχικά, μου αρέσουν για τη γλυκιά παραμυθία που μουδιάζει το κεφάλι των θνητών ξορκίζοντας εύλογα μα βασανιστικά ερωτήματα. Χάνομαι στο μύθο και διαλύονται μέσα του όσα με βασανίζουν! Από την άλλη, και αντιθέτως, μου αρέσουν οι μύθοι για την καλά κρυμμένη αλήθεια τους, αυτή που αναδύεται αργά, κυρίως μέσα από ενδελεχή έρευνα, η οποία σχολαστικά και συστηματικά συνενώνει ευρήματα και τεκμήρια διασκορπισμένα στο χώρο και το χρόνο, στο σώμα του τόπου, της ιστορίας, της λαογραφίας. Ανασυγκροτώ, λοιπόν, μέσα από το μύθο, τον κόσμο μου και δομώ την αλήθεια του ως αντιπερισπασμό της παραπάνω απώλειας!

Το κείμενο αυτό αφορά στην εκλαΐκευση ενός θέματος καθαρά επιστημονικού: τις μέλισσες και τη σημασία τους για τη φύση. Υποκινούμενη, λοιπόν, από τη δύναμη των μύθων, θα χρησιμοποιήσω και το παραμύθι και την αλήθεια του για να γνωστοποιήσω πράγματα που συνήθως παρατίθενται στα επιστημονικά περιοδικά, που άλλωστε μου είναι πιο οικεία. Γι’ αυτό θεωρώ το κείμενο αυτό αρκετά πειραματικό, που εξερευνά τρόπους επικοινωνίας με τον μη ειδικό, αλλά απαιτητικό αναγνώστη.

Το Εργαστήριό μας (Εργαστήριο Βιογεωγραφίας & Οικολογίας του Τμήματος Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου) τα τελευταία δέκα χρόνια, κι εγώ προσωπικά πολύ περισσότερα, ασχολούμαστε με τις μέλισσες. Όχι μόνον αυτές που παράγουν το γλυκό μέλι, κι από την αρχαιότητα είναι συναφείς με την εργατικότητα, κι εκτιμημένες για την παραγωγικότητά τους. Κυρίως εκείνες τις αφανείς, των οποίων η παρουσία, αν και απανταχού, πολλώ δε μάλλον ο ρόλος, διέλαθαν της προσοχής των περισσοτέρων μας. Κι όμως, σε αυτές οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, η συνεχής προαγωγή της εξέλιξης της ζωής πάνω στον πλανήτη, σε αυτές το πολύχρωμο του Μεσογειακού Κήπου, σε αυτές το πολύπλοκο των οικολογικών πυραμίδων, σε αυτές το γλυκόχυμο των καρπών και η θρεπτική αξία των λαχανικών! Και η αλήθεια αυτή αναφαίνεται μέσα από τους μύθους, αποτελώντας, εν κατακλείδι, την ίδια την ουσία τους.

Ας πάρω, όμως, τα πράγματα από την αρχή του μύθου, της ιστορίας, της επιστήμης…

Μύθοι, σύμβολα και ιστορία

Σύμβολο θανάτου και αναγέννησης στην Ελληνική μυθολογία, η μέλισσα, συνδέεται με τη λατρεία πολλών θεών, κυρίως χθόνιων θεαινών, όπως η Ρέα Θεά-Μητέρα, η Κυβέλη, η Δήμητρα και Κόρη, η Άρτεμις. Ιερό σύμβολο ήδη από την προϊστορική Κρήτη, η μέλισσα συνδέθηκε με την ανατροφή του ύπατου των θεών: μέλισσες-τροφοί ανέθρεψαν τον Δία στο νησί αυτό, συνεπικουρούμενες από τη γαλακτοφόρο Αμάλθεια και τους Κουρήτες-φύλακες. Την ιερότητά της δηλώνουν, μεταξύ πολλών άλλων, δύο πασίγνωστα ευρήματα, σήμερα και τα δύο στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου: το περίαπτο από τη νεκρόπολη του Χρυσόλακκου Μαλλίων (1800–1650 π.Χ.) – σε σχήμα δύο μελισσών που αποθέτουν μια σταγόνα μελιού στην κηρήθρα, και το χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι από τα Ισόπατα (1600–1450 π.Χ.), που παρουσιάζει μελισσόμορφες γυναίκες σε χορευτική τελετουργική έκσταση, ανάμεσα σε ανθισμένα κρίνα και λατρευτικά σύμβολα, όπως το ιερό μάτι, το φίδι, η χρυσαλλίδα.

To χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι από το νεκροταφείο στα Ισόπατα, κοντά στην Κνωσό της Κρήτης, μεταξύ 1600 και 1450 π.Χ. Φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου

Από την αρχαιότητα ακόμη, η αέρινη μορφή της μέλισσας αποτέλεσε πρότυπο για τη νομισματοκοπία και απεικονίστηκε επανειλημμένως σε νομίσματα του νησιωτικού Αιγαίου, κυρίως την Κρήτη, αλλά και την Κέα, τη Σύρο, τη Σίκινο. Το αυτό συνέβη και στον ηπειρωτικό Ελληνικό Κόσμο, στις δύο πλευρές του Αιγαίου: στη Θεσσαλία από τη μια, κι από την άλλη στην Έφεσο ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα, που θα συνεχιστεί στον Γεντίνο της Τρωάδος, στην Πέργαμο του Ευμένους Β΄, στη Σμύρνη του Ρωμαίου Κλαυδίου, στη Λυδία του Νέρωνα, του Αδριανού και Σεπτημίου Σεβήρου. Ομοίως και πέραν του ελληνικού κόσμου, από την Άραδο της προχριστιανικής Φοινίκης έως την Περσία. Είναι σε αυτή την περιοχή του κόσμου, κυρίως στην πόλη της Εφέσου, όπου η μέλισσα θα συνδεθεί ακατάλυτα και διαχρονικά με τη λατρεία της Αρτέμιδος, θεάς της παρθενίας, αλλά και της γονιμότητας. «Μέλισσες» ήταν η παλαιότερη ονομασία για τις ιέρειες της Εφεσίας Αρτέμιδος, που ήταν γνωστές και ως «κόρες», «παρθένοι», «ιέρειες» και «Εσσήνες» (Ransome 1937, Γιαννικαπάνη κ.ά. 2000). Αλλά και πριν από τη λατρεία της Εφεσίας Αρτέμιδος, ήδη από την παλαιολιθική και έως την ύστερη νεολιθική εποχή (6500–2500 π.Χ.), από το Hacilar της Ανατολίας, στο Σέσκλο, έως την Κορσική και Σαρδηνία, απεικονίζονται θεές-μέλισσες ή δαιμόνισσες-μέλισσες (Λιβέρη 2000). Ανήκουν στην Προ-Άρτεμι, την «πότνια θηρών» και Μεγάλη Θεά-Μητέρα, στενά συσχετισμένη με τη βλάστηση, την άγρια ζωή και τη γονιμότητα, μισή μέλισσα (από τη μέση και κάτω), μισή φτερωτή γυναίκα (από τη μέση και πάνω), όπως απεικονίζεται και στα χρυσά πλακίδια του 7ου π.Χ. αιώνα από την Κάμειρο της Ρόδου, αλλά και σε πλακίδια φτειαγμένα από λιγότερο ευγενή μέταλλα από άλλα νησιά (Ransome 1937, Λιβέρη 2000).

Χρυσό πλακίδιο με απεικόνιση της θεάς-μέλισσας ή δαιμόνισσας-μέλισσας από την Κάμειρο της Ρόδου (7ος αι. π.Χ.). Φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου

Οι περισσότεροι από τους παραπάνω συμβολισμούς έχουν συνδεθεί κυρίως με το μέλι, το γλυκό προϊόν του έργου της μέλισσας και της μελισσοκομίας, τη γλυκαντική ουσία που, από τα βάθη της προϊστορίας, γλύκαινε τον καθημερινό κάματο, απάλυνε τον πόνο, καλλώπιζε το δέρμα, εξευμένιζε θεούς του πάνω και κάτω κόσμου, συντρόφευε νεκρούς, ενέπνεε μάντεις και πυθίες (Ακτσελή 2000). Η διασύνδεσή της, όμως, με την Αρτέμιδα, μια σχέση εντελώς κρυπτική για τους αμύητους, αναγνωρίζει και εξαίρει, κατά τη γνώμη μου, την άλλη, σημαντικότερη αξία της μέλισσας: τη μέγιστη συμβολή της στη γονιμότητα, πρωταρχικά εκείνη της γης και των καλλιεργειών. Το συμπέρασμα αυτό τεκμηριώνεται ισχυρά από τις ανάγλυφες παραστάσεις στον επενδύτη (: επανωφόρι) της Εφεσίας Αρτέμιδος, όπως διασώζεται στα ρωμαϊκά μαρμάρινα αντίγραφα του λατρευτικού αγάλματος της θεάς, στο Selçuk της Τουρκίας, κοντά στην Έφεσο, αλλά και αλλού. Μέλισσες εναλλάξ με άνθη κοσμούν το επανωφόρι, στο οποίο συνυπάρχουν θήρες (: θηράματα, ζώα), μαζί με άλλα περίεργα μορφώματα που εκπτύσσονται σε πολλαπλές προεκβολές χαμηλά στο στήθος της θεάς.

Μία από τις μερικές εκδοχές της Εφεσίας Αρτέμιδας, όπως εκτίθεται στη Galleria Candelabra στα Μουσεία του Βατικανού

Οι θεωρίες των αρχαιολόγων, σχετικά με το συμβολισμό των μορφωμάτων αυτών, διίστανται: μία εξ αυτών, εκλαμβάνοντάς τα ως σύμπτωμα πολυμαστίας, τα θεωρεί σύμβολο γονιμότητας· μια άλλη ως αυγά μέλισσας, με το ίδιο το άγαλμα να αναπαριστά τη θεά-μέλισσα (Ramsay 1927 στο: Λιβέρη 2000). Τέλος, νεότερες θεωρίες προτείνουν μια εναλλακτική, περισσότερο αξιόπιστη εξήγηση: τα μορφώματα αυτά δεν παριστούν τίποτε περισσότερο παρά, απλώς, όρχεις ταύρου! (Attenborough 1989).

Η παρουσία του ταύρου στο επανωφόρι της Εφεσίας Αρτέμιδος, δεν μπορεί να αποτελεί τυχαία επιλογή του καλλιτέχνη, και σειρά μύθων και συμβολικών παραστάσεων υπογραμμίζει το αληθές του λόγου. Πρόκειται για ένα ζώο όμορφο, δυνατό και υπερήφανο, με σημαντικές συμβολικές αναφορές στη μυθολογία και ιστορία της ευρύτερης Μεσογείου, από την Ινδία έως τις Ηράκλειες στήλες. Ο ρόλος του στην άροση του εδάφους αναγνωρίστηκε ως θεμελιώδης για την κινητοποίηση της πρωτογενούς παραγωγής, ενώ το ζώο αποτέλεσε διαχρονικά ένα ελκυστικό πρότυπο ανδροπρέπειας και σεξουαλικότητας (μύθοι Ευρώπης, Ηούς, Πασιφάης–Μινώταυρου), και ένα αντίπαλο δέος για τους γενναίους (ταυροκαθάψια στο προϊστορικό Αιγαίο, αλλά και ταυρομαχίες στην περιοχή του Languedoc – Ισπανίας που συνεχίζονται έως σήμερα). Παραστάθηκε πανέμορφο στις παλαιολιθικές σπηλαιογραφίες (π.χ. Lascaux), έγινε αποδεκτό ως το ζώο-θεός που λατρεύτηκε ιδιαίτερα στην Αιγυπτιακή Μέμφιδα των Φαραώ: ο ιερός ταύρος, ο αποκαλούμενος Άπις¹, η ενσάρκωση του Φθα, αλλά και αργότερα του Όσιρι, θεού της αναγέννησης, της ανάστασης· όταν ο Άπις πεθαίνει, ταριχεύεται και τοποθετείται σε σαρκοφάγο, ενώ αντικαθίσταται από κάποιον άλλο ταύρο που επιλέγεται με ιερή επιμέλεια από το ιερατείο σε όλη την Αίγυπτο (Ransome 1937, Attenborough 1989). Επιπλέον, ο ταύρος υπήρξε ένα παγανιστικό σύμβολο γονιμότητας, όπως φαίνεται στις παραστάσεις της Μινωικής Κρήτης, με το κεφάλι ταύρου να αποτελεί σύμβολο της γυναικείας μήτρας (Λιβέρη 2000). Άλλωστε, για ποιόν άλλο λόγο συνεχίζουν και σήμερα οι ταυροκτονίες (π.χ. της Αγίας Παρασκευής Λέσβου) να θεωρούνται η σημαντικότερη προσφορά στο θεό, αν όχι υποβαλλόμενες από μια μακρινή συλλογική μνήμη, απόρροια των ιεροτελεστιών της εύφορης ημισελήνου, της θρησκείας του Μίθρα, των εκατομβών, του χρυσού μόσχου; Και τι άλλο μπορεί να συμβολίζει ο μύθος της γένεσης του μελισσιού από το κουφάρι του ταύρου, δοξασία της περιοχής του Νείλου, όπως μας γνωστοποιεί ο Ηρόδοτος, και για την οποία γίνεται έντονη αναφορά κατά τους Ελληνιστικούς Χρόνους (Ransome 1937);

Αν και για το μύθο της γέννησης του μελισσιού από το κουφάρι του ταύρου έχουν δοθεί διάφορες εξηγήσεις, τόσο φιλοσοφικές², αλλά και πρακτικές (Ransome 1937)³, προσωπικά θα τολμήσω προτείνοντας μιαν εναλλακτική, οικογεωγραφική εξήγηση, που συνδυάζει την αναγκαιότητα (φύσης, ανθρώπου) και τη φυσική ικανότητα (ταύρου, μελισσών). Η άποψή μου, λοιπόν, είναι ότι η συνύπαρξη των όρχεων του ταύρου με άνθη και μέλισσες, δεν μπορεί να είναι τυχαία, αλλά έντονα δηλωτική της ολοκλήρωσης και βελτιστοποίησης της πρωτογενούς παραγωγής στα πλαίσια του αγώνα του ανθρώπου για επιβίωση. Πάνω στον επενδύτη της Αρτέμιδος υπάρχουν όλα τα σύμβολα που αφορούν στη γονιμότητα της γης: ο ταύρος – γενεσιουργός δύναμη της πρωτογενούς παραγωγής μέσω της σποράς, ως πρωτογενές σύμβολο της γήινης γονιμότητας· και οι μέλισσες – διασφαλιστές της επιτυχούς ολοκλήρωσης της τελευταίας με τις επικονιαστικές τους φροντίδες, ως μετασύμβολα γονιμότητας. Ένας παμπάλαιος βιοτικός συνδυασμός για γόνιμη και καρπερή γη!

Φυσική ιστορία

Σήμερα είναι τεκμηριωμένο ότι, πέραν της παραγωγής μελιού και άλλων προϊόντων κυψέλης, οι μέλισσες επιτελούν έργο θεμελιώδους σημασίας για τη ζωή πάνω στον πλανήτη: την επικονίαση, τη μεταφορά γύρης μεταξύ ανθέων του ίδιου ή διαφορετικών ομοειδών φυτών, αλλά και εντός του ίδιου άνθους, με σκοπό τη γονιμοποίηση και παραγωγή σπερμάτων και καρπών.

Μια μέλισσα του γένους Amegilla επισκεπτόμενη τα άνθη του ασφόδελου. Φωτογραφία της συγγραφέως.

Συνεπώς, η επικονίαση αποτελεί οικοσυστημική λειτουργία-κλειδί, που υποστηρίζει τόσο την παγκόσμια γεωργική παραγωγή, όσο και την αναπαραγωγή και εξέλιξη των φυτών και των εταίρων τους επικονιαστών. Συνεπώς, η επικονίαση είναι κεφαλαιώδους σημασίας (α) για τη διατήρηση της οικοσυστημικής λειτουργίας (π.χ. υποστήριξη της τροφικής πυραμίδας των οικοσυστημάτων), (β) για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και των βιοκοινοτήτων (συνεπώς, πόρος ανεκτίμητος), και (γ) για την υποστήριξη της παγκόσμιας γεωργικής παραγωγής, και της παγκόσμιας οικονομίας (άρα, πόρος πολύτιμος).

Συνελόντι ειπείν, η επικονίαση αποτελεί βιοτικό πόρο πολύτιμο και ταυτόχρονα ανεκτίμητο. Χωρίς έντομα επικονιαστές, τα εντομόφιλα φυτά (εκείνα που εξαρτώνται αναγκαστικά από έντομα-επικονιαστές) θα οδηγούνταν σε εξαφάνιση και, μαζί με αυτά, όλοι οι συνεξαρτώμενοι οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένου, πιθανότατα, και του ανθρώπου, φόβος που φημολογείται ότι εκφράσθηκε από τον ίδιο τον Albert Einstein (Tscheulin et al. 2010, Πετανίδου 2011). Αν και δεν είναι τεκμηριωμένο ότι ο Αϊνστάιν εξέφρασε ποτέ τη βαρυσήμαντη ρήση «αν η μέλισσα εξαφανισθεί από προσώπου γης, μένουν στον άνθρωπο τέσσερα χρόνια ζωής: χωρίς μέλισσες δεν θα υπάρχει πλέον επικονίαση και χωρίς επικονίαση δεν θα υπάρχουν τα φυτά, τα ζώα, ο άνθρωπος», η οξύνοια της αυθεντίας είναι δηλωτική της βαρύνουσας σημασίας της.

Σε παγκόσμια κλίμακα, οι επικονιαστικές υπηρεσίες προσφέρονται από μια μεγάλη ποικιλία διαφορετικών ομάδων εξημερωμένων και άγριων επικονιαστών, που, εκτός από τα έντομα, περιλαμβάνουν πουλιά, νυχτερίδες, σαύρες, ακόμη και θηλαστικά. Στην πλειονότητά τους, πάντως, οι επικονιαστές είναι έντομα, μεταξύ των οποίων σημαντικότερες είναι οι μέλισσες, οι συρφίδες και οι μελισσόμυγες ή βομβυλιίδες. Πολυπληθέστερες είναι οι μέλισσες, με τον συνολικό αριθμό ειδών τους να εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 25.000 σε επίπεδο πλανήτη. Η κοινή μέλισσα (Apis mellifera), που σε μεγάλο πλέον βαθμό τελεί υπό ανθρώπινη διαχείριση, κυρίως παράγοντας μέλι και, λιγότερο, επικονιάζοντας καλλιέργειες, αποτελεί ένα από τα είδη αυτά. Είναι έντομο ευκοινωνικό, έχει δηλαδή κοινωνική οργάνωση, ζώντας σε μελισσο-κοινωνίες που αριθμούν έως και 60.000 άτομα, οι οποίες βρίθουν από ζωή όλες τις εποχές του έτους, είναι οργανωμένες σε αναπαραγωγικές κάστες, καθεμιά με σαφή κατανομή εργασίας, και επιδεικνύουν συλλογική συνεργασία για τη φροντίδα του γόνου. Λίγα από τα υπόλοιπα είδη μελισσών, δηλαδή των άγριων ειδών, έχουν ανάλογη οργάνωση. Η πλειονότητά τους ανήκει στις μοναχικές ή μονήρεις μέλισσες, χωρίς κανένα από τα παραπάνω γνωρίσματα της κοινωνικότητας, ενώ υπάρχουν και πολλές ενδιάμεσες περιπτώσεις (ημικοινωνικές, μερικώς κοινωνικές, κοινοβιακές, υποκοινωνικές) αναλόγως των διακριτικών γνωρισμάτων κοινωνικότητας που παρουσιάζουν. Αν και οι πληθυσμοί όλων σχεδόν των ειδών των άγριων μελισσών είναι μικρότεροι των κοινών μελισσών, και παρά το γεγονός ότι οι κοινές μέλισσες είναι δραστήριες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, διαθέτοντας σημαντικά μεγαλύτερη γνωστική και αναγνωριστική δεινότητα, καθώς και ενδο-ειδική επικοινωνιακή ικανότητα, οι άγριες μέλισσες είναι ασυγκρίτως περισσότερες, λαμβανομένου υπ’ όψιν του αριθμού των ειδών τους, και ικανές να επιτελέσουν ένα σημαντικότατο επικονιαστικό έργο, εκ των ων ουκ άνευ σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Κυρίως στη Μεσόγειο, και ειδικότερα στο Αιγαίο.

Η μέλισσα-ξυλουργός Xylocopa violacea ρουφώντας νέκταρ από τα άνθη της λυγαριάς. Φωτογραφία της συγγραφέως.

H Μεσόγειος υποστηρίζει μεγάλο μέρος της μελισσοποικιλότητας του πλανήτη, αποτελώντας ένα από τα ζωντανά κέντρα εξέλιξής της (Michener 1979, Petanidou & Lamborn 2005). Ειδικότερα για την Ελλάδα, ο πλούτος των μελισσών, ήμερων και άγριων, αλλά και των λοιπών επικονιαστών, αποτελεί κεφάλαιο ανεκτίμητο. Σε μέλισσες τροφοδότριες μελιού, μάλλον αγριόμελου, μιας και η μελισσοκομία ήταν ακόμη άγνωστη στους ανθρώπους του 8ου π.Χ. αιώνα, αναφέρεται ο Ησίοδος, περιγράφοντας τα δρυοδάση του Ελικώνα, όπου «ἄκρη μέν τε φέρει βαλάνους, μέσση δὲ μελίσσας» (Ησιόδου Έργα και Ημέραι, 232-233). Η πολυπληθής, πάντως, παρουσία των μελισσών στο Ελληνικό τοπίο έχει τεκμηριωθεί από τον Πλάτωνα τον 4ο αι. π.Χ.: «τότε δὲ ἀκέραιος οὖσα τά τε ὄρη γηλόφους ὑψηλοὺς εἶχε, καὶ τὰ φελλέως νῦν ὀνομασθέντα πεδία πλήρη γῆς πιείρας ἐκέκτητο, καὶ πολλὴν ἐν τοῖς ὄρεσιν ὕλην εἶχεν, ἧς καὶ νῦν ἔτι φανερὰ τεκμήρια: τῶν γὰρ ὀρῶν ἔστιν ἃ νῦν μὲν ἔχει μελίτταις μόναις τροφήν, χρόνος δ᾽ οὐ πάμπολυς ὅτε δένδρων αὐτόθεν εἰς οἰκοδομήσεις τὰς μεγίστας ἐρεψίμων τμηθέντων στεγάσματ᾽ ἐστὶν ἔτι σᾶ. πολλὰ δ᾽ ἦν ἄλλ᾽ ἥμερα ὑψηλὰ δένδρα, νομὴν δὲ βοσκήμασιν ἀμήχανον ἔφερεν.» (Πλάτωνος Κριτίας, 111bc). Ο Υμηττός, ομολογεί ο Πλάτων, αξίζει μονάχα διότι δίνει τροφή στις μέλισσες (τῶν γὰρ ὀρῶν ἔστιν ἃ νῦν μὲν ἔχει μελίτταις μόναις τροφήν), ρήση δηλωτική της σύνθεσης του τοπίου του και της υποβάθμισης των δασών του κατά την κλασσική αρχαιότητα, χαρακτηριστικά που διατηρούνται έως τις ημέρες μας. Αυτή η περιγραφή, άλλωστε, αποδίδει και το διαχρονικό τοπίο της θερμο-μεσογειακής Ελλάδος: καλυμμένο με θαμνώνες, κυρίως φρύγανα, με έντονη την παρουσία ανθοφόρων, και δη νεκταρoφόρων φυτών. Πιθανώς, ο Πλάτων αναφερόταν απλώς και μόνο στην κοινή μελιττοπαραγωγό μέλισσα, ίσως όμως και στα υπόλοιπα είδη των μελισσών, που, παρά την διαφορετική συμπεριφορά, αποτελεσματικότητα, και χωρο-χρονική παρουσία τους, εκπλήσσουν με την αφθονία των ειδών τους και τη συχνότητα παρουσίας τους στα άνθη της Ελληνικής και Μεσογειακής Εδέμ.

Η ρήση του Πλάτωνα δεν ήταν μοναδική αναφορά της αρχαιότητας στις μέλισσες πέραν της μελιττοπαραγωγού ιδιότητάς τους. Επανειλημμένες αναφορές στη σημασία των εντόμων-επικονιαστών έκαναν οι Αριστοτέλης και Θεόφραστος, αναφερόμενοι στη φυλετικότητα και τη σημασία των ανθέων, αλλά και την υποβοήθηση, από τον άνθρωπο, της επικονίασης της συκιάς με ερινασμό, δηλ. κρέμασμα ερινεών (αγριόσυκων) στην ήμερη συκιά. Οι ίδιοι συγγραφείς, άλλωστε, κάνουν ειδική μνεία στην τεχνητή επικονίαση της χουρμαδιάς, χειρωνακτική τεχνική που αναφέρει και ο ίδιος Ηρόδοτος (Θεόφραστος: Περί φυτών ιστορίαι, Περί φυτών αιτίαι, Αριστοτέλης: Περί τα ζώα ιστορίαι, Ηρόδοτος: Ιστορία).

Σήμερα, η ποικιλότητα και η διαθεσιμότητα των επικονιαστών επηρεάζονται από σειρά περιβαλλοντικών αλλαγών και άλλων αιτίων, με επιπτώσεις εν πολλοίς άγνωστες για τη βιοποικιλότητα, λειτουργία και παραγωγικότητα των οικοσυστημάτων. Γι’ αυτό, κατά τις τελευταίες δεκαετίες και σε παγκόσμια κλίμακα, υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία σχετική με τη διατήρηση της ποικιλότητας των επικονιαστών. Ως τεκμηριωμένα ή πιθανά αίτια μείωσής της αναφέρονται, μεταξύ άλλων, η απώλεια και ο κατακερματισμός των ενδιαιτημάτων, οι αλλαγές χρήσεων γης (π.χ. αστικοποίηση, βόσκηση, φωτιές), η απώλεια της φυτικής ποικιλότητας, η χημική καταπολέμηση των καλλιεργειών, διάφοροι παθογόνοι οργανισμοί και παράσιτα, η αλλαγή κλίματος. Εις επίρρωση των παραπάνω, η μείωση της βιοποικιλότητας των επικονιαστών τεκμηριώθηκε με ιστορικές χρονοσειρές στην Αγγλία και Ολλανδία, όπου επίσης βρέθηκε ότι ο βαθμός μείωσης των άγριων μελισσών συναρτάται με την απώλεια της φυτικής ποικιλότητας (Biesmeijer et al. 2006). Σχετικά πρόσφατα, μείωση πληθυσμών παρατηρήθηκε και στην κοινή μέλισσα, εξαιτίας τόσο των παθογόνων οργανισμών, όσο και του φαινομένου της Διαταραχής Κατάρρευσης Αποικίας (Colony Collapse Disorder) που ανιχνεύθηκε αρχικώς στις ΗΠΑ το 2007.

Οι παραπάνω κίνδυνοι αφορούν και την Ελλάδα, όπως και όλο τον κόσμο. Πέραν, όμως, των παραπάνω κινδύνων, μεγαλύτερη απειλή για την πατρίδα μας συνιστά η συνεχιζόμενη άγνοια για την ποικιλότητα των επικονιαστών, γεγονός που οφείλεται στην απουσία ανθρώπινου κεφαλαίου ταξινομητών (επαγγελματιών και ερασιτεχνών), στην απουσία συστηματικών εργαλείων έρευνας (π.χ. συστηματικής συλλογής αναφοράς μελισσών κ.ά. επικονιαστών και κλείδων ταξινόμησης εντόμων), αλλά και στην απουσία ενδιαφέροντος, ακόμη και στον φόβο για τα «σιχαμένα» έντομα «που τσιμπούν»! Ως αποτέλεσμα τούτων είναι το τεράστιο έλλειμμα γνώσης που αφορά στη βιοποικιλότητα (τί υπάρχει), τη βιογεωγραφία (πού υπάρχει), την οικολογία (ποιος ρόλος), και τη βιολογία διατήρησης (μέγεθος πληθυσμών, αίτια και επιπτώσεις τους στην κατάσταση διατήρησης) των επικονιαστών στην Ελλάδα. Έτσι, παρά τις μεμονωμένες προσπάθειες που έγιναν στο παρελθόν, δεν υπάρχει ακόμη εθνικός κατάλογος επικονιαστών, ούτε και πληθυσμιακά δεδομένα για τα γνωστά είδη, στοιχεία που μας εμποδίζουν να παρακολουθήσουμε και να συνεισφέρουμε στην προσπάθεια συγκρότησης του Κόκκινου Βιβλίου εντόμων-επικονιαστών της Ευρώπης, η δημιουργία του οποίου βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και ως προς την έλλειψη δυνατότητας άρθρωσης προτάσεων και την εφαρμογή διαχείρισης φιλικής προς τους επικονιαστές στη χώρα μας, κι ας αποτελεί η Ελλάδα σημαντικό hotspot άγριων μελισσών.

Οι μέλισσες του Αιγαίου

Από την αρχαιότητα ακόμη, το Αιγαίο κατέχει διαχρονικά μια θέση ιδιαίτερη στην κλίμακα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, της τέχνης και της επιστήμης. Κλειδί και οδηγός συνάμα γι’ αυτή την υπεροχή, ήταν η φύση του, μοναδική και ιδιαίτερη για όσους την ύμνησαν, την παρατήρησαν, την περιέγραψαν.

Έχοντας μελετήσει για χρόνια τις σχέσεις άγριων μελισσών με την υπάρχουσα φυσική ποικιλότητα, και κρίνοντας από τα παραπάνω, ειδικότερα από τη μεγάλη ποικιλότητα ανθοφόρων φυτικών ειδών του Αιγαίου, στοιχημάτιζα για το μεγάλο ενδιαφέρον που θα είχε η μελισσοποικιλότητά του, ήμουν σίγουρη ότι το Αιγαίο αποτελεί ένα σπουδαίο hotspot βιοποικιλότητας, δηλαδή ένα «θερμό σημείο» υψηλής βιοποικιλότητας σε επίπεδο πλανήτη, που έπρεπε, φυσικά, να τεκμηριωθεί με εμπειρική εργασία. Πράγματι, από την άνοιξη του 2004, το Εργαστήριο Βιογεωγραφίας & Οικολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου άρχισε συστηματικές δειγματοληψίες άγριων μελισσών και λοιπών επικονιαστών σε έναν μεγάλο αριθμό νησιών, προσπάθεια που συνεχίζεται μέχρι σήμερα (Nielsen et al. 2011, Vujic et al. 2016). Τα έντομα, συλλεγμένα με διάφορες μεθόδους (απόχη, πινακοπαγίδες, φωλεοπαγίδες) σε περισσότερα από 25 νησιά και πάνω από 200 διαφορετικές περιοχές ενδονησιωτικά, μεταφέρονταν στο εργαστήριο για περαιτέρω διαχείριση (καρφίτσωμα, ξήρανση, εισαγωγή σε βάση δεδομένων) και αναγνώριση. Η ταξινόμηση όλων των εντόμων σε επίπεδο είδους έγινε με τη σύμπραξη μεγάλων Μουσείων της Ευρώπης και τη συνεχή συνεργασία και υποστήριξη ειδικών ταξινόμων. Αρκετοί από αυτούς επισκέπτονται πλέον τακτικά τη Λέσβο και το Εργαστήριο για ερευνητικούς σκοπούς.

Σήμερα, τα συλλεγέντα έντομα συγκροτούν τη Μελισσοθήκη του Αιγαίου, μια σημαντική και χρήσιμη υποδομή που είναι εγκατεστημένη στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου. Το περιεχόμενό της αριθμεί τουλάχιστον 200.000 έντομα, πλήρως καταχωρημένα σε βάση δεδομένων με όλα τα στοιχεία συλλογής, με ταξινομημένα περίπου 800 είδη άγριων μελισσών, 130 είδη συρφίδων, καθώς και πάνω από 100 είδη μελισσομυγών ή βομβυλιίδων, όλα προερχόμενα από τα νησιά του Αιγαίου. Ο αριθμός των νέων ειδών για την επιστήμη είναι εντυπωσιακός και συνεχώς αυξανόμενος, ιδιαίτερα για τις συρφίδες και τις άγριες μέλισσες. Η εκπληκτική αυτή ποικιλότητα οφείλεται σε πολλούς, ταυτόχρονα, λόγους: (1) στην εκπληκτική ανθική ποικιλότητα που παρέχει γύρη και νέκταρ προς τις μέλισσες4, (2) στη μεγάλη ποικιλότητα σε γεωλογικά υποστρώματα και οικολογικά ενδιαιτήματα, (3) στην διαθεσιμότητα ποικιλίας χώρων και υλικών φωλιάσματος για τις ανάγκες πολλών ομάδων μελισσών, τόσο για τις εδαφόβιες μέλισσες (γυμνό έδαφος σε όλα σχεδόν τα ενδιαιτήματα, με προεξάρχοντα τα μεσογειακά, π.χ. φρύγανα, ανοιχτοί θαμνώνες), τις ξυλόβιες (ξύλα, κλαδιά και αποξηραμένοι βλαστοί), τις μέλισσες-μάστορες ή μέλισσες-χτίστες (διάφορα φυσικά ή ανθρωπογενή υποστρώματα, σε τρύπες, τοίχους, ανοίγματα, κελύφη σαλιγκαριών), τις μέλισσες-ξυλουργούς, τις φυλλο(πεταλο)κόφτρες. Τέλος, έχει αποδειχθεί ότι η μεγάλη ποικιλότητα μελισσών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ήπιες πρακτικές διαχείρισης της γης, οι οποίες εφαρμόζονται αδιαλείπτως από την αρχαιότητα έως σήμερα: ήπια άροση του εδάφους για διατήρηση των ετήσιων φυτικών ειδών, χαμηλές εισροές (π.χ. λίπανση), ήπια βόσκηση (Petanidou & Ellis 1996, Potts et al. 2006, Tscheulin et al. 2011). Οι αριθμοί ειδών και τα ποσοστά ενδημισμού καθιστούν, λοιπόν, το Αιγαίο πολύτιμο hotspot βιοποικιλότητας, και το αναδεικνύουν σε σημαντική περιοχή για τη διατήρηση της ποικιλότητας των επικονιαστών στη Μεσόγειο και την Ευρώπη.

Ποιος είπε ότι τα κοιμητήρια δεν σφύζουν από ζωή; Δύο φωλιές της άγριας μέλισσας Chalicodoma parietina nestorea πάνω στις μαρμαρόπλακες ενός τάφου στην Κάρυστο Ευβοίας. Φωτογραφίες: Nico Vereecken

H Μελισσοθήκη του Αιγαίου έρχεται να καλύψει το κενό που αφορά στην απουσία «συστηματικής συλλογής αναφοράς» άγριων μελισσών και λοιπών επικονιαστών στη χώρα μας. Ακόμη και στη σημερινή, μικρή κλίμακά της, η Μελισσοθήκη αποτελεί θεμελιώδες επίτευγμα, που θα βοηθήσει στην εκτίμηση της βιοποικιλότητας των επικονιαστών στη χώρα μας, θα υποστηρίξει την έρευνα και την περιβαλλοντική εκπαίδευση, αλλά και θα αποτελέσει σημαντικό εργαλείο διαχείρισης, στοχεύοντας στην πρωτογενή παραγωγή και τη διατήρηση της φύσης. Η Μελισσοθήκη επεκτάθηκε σημαντικά μέσα από το έργο POL-AEGIS (The pollinators of the Aegean: biodiversity and threats5), εντός του οποίου έχουν συλλεγεί τα περισσότερα έντομα της Μελισσοθήκης. Στο πλαίσιο του έργου έχουν, επίσης, δημιουργηθεί οι πρώτες κλείδες ταξινόμησης επικονιαστών (συρφίδων) στο Αιγαίο, και σύντομα πρόκειται να εκδοθεί ο Άτλαντας των Συρφίδων της Ελλάδος».

Κατά πρώτο λόγο, η Μελισσοθήκη φιλοδοξεί να καταστήσει τους κατοίκους του Αιγαίου περήφανους για το κεφάλαιο του φυσικού πλούτου της περιοχής τους, ο οποίος διατηρήθηκε μέχρι τις ημέρες μας χάρη τόσο στην ίδια τη συντηρητική φύση, όσο και στις παραδοσιακές διαχειριστικές πρακτικές που οι γεωργοί εφάρμοζαν στα χωράφια τους μέχρι πρόσφατα. Οι πρακτικές αυτές, πέρα από τον πρωταρχικό στόχο της μεγιστοποίησης της παραγωγής, υπήρξαν απόλυτα φιλικές προς τη μελισσοποικιλότητα, όπως έχει αποδείξει η έρευνά μας τα τελευταία χρόνια (Potts et al. 2006, Nielsen et al. 2011, Tscheulin et al. 2011, Lázaro et al. 2016a,b). Κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί, άλλωστε, ότι οι υπεραιωνόβιοι ελαιώνες αποτελούν για τις άγριες μέλισσες ενδιαιτήματα πιο πλούσια κι από τους φρυγανότοπους, όπως τους περιέγραψε ο Πλάτων στον Κριτία. Κι αυτό, λόγω της ελαφριάς άροσης κάθε 2-3 χρόνια, της λιτής χημικής καταπολέμησης, της πενιχρής λίπανσης.

Η εργασία αυτή αφιερώνεται σε όλους εκείνους τους γεωργούς που αγάπησαν το χώμα του Αιγαίου και διαχρονικά το ευλόγησαν με τα έργα των χειρών τους, διατηρώντας το με πεζούλες, καλλιεργώντας το κατά το ανθρώπινο μέτρο, και εμπλουτίζοντας, με τον δικό τους ακούσιο τρόπο, τη φυσική του βιοποικιλότητα.

Θεοδώρα Πετανίδου

Καθηγήτρια Τμήματος Γεωγραφίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

¹ Το όνομα Apis, που είναι και το κοινό όνομα της κοινής μέλισσας (Apis mellifera) στη λατινική γλώσσα (apis), χρησιμοποιήθηκε από τον Κάρολο Λινναίο (1707–1778), πατέρα της διωνυμικής ονοματολογίας των ζώντων οργανισμών του πλανήτη, ως όνομα του γένους των μελιττοπαραγωγών μελισσών (της κοινής μέλισσας συμπεριλαμβανομένης). Η επιλογή δεν ήταν, βέβαια, τυχαία. Προφανώς οι Λατίνοι, και μετά από αυτούς ο Λινναίος, χρησιμοποίησαν τον γνωστό για την εποχή μύθο του ιερού ταύρου της αυτοκρατορικής Αιγύπτου, του πρώην θεού Φθα, στον οποίον αφομοιώθηκαν χαρακτηριστικά του Όσιρι, για να μεταμορφωθεί αργότερα στον Πτολεμαϊκό Σέρ-Aπι (Όσιρις-Άπις).

² Οι φιλοσοφικές εξηγήσεις, είτε έλκουν την καταγωγή από τις κατά καιρούς φιλοσοφικές σχολές (π.χ. Κυρηναϊκή Σχολή του Ευήμερου του Μεσσήνιου, 3ος αιώνας π.Χ., σύμφωνα με την οποία τα είδη της ζωής γεννώνται υπό την επήρεια του ήλιου στη γη, και μάλιστα η γένεση καινούργιων ειδών ζώων μπορεί να γίνει από προϋπάρχοντα είδη ζώων), είτε είναι σχετισμένες με τη δοξασία της αιγυπτιακής μετεμψύχωσης. Όπως περιγράφει ο Οβίδιος πολύ παραστατικά, «ο θάνατος ενός μπορεί να δημιουργήσει χιλιάδες» (Ransome 1937).

³ Σύμφωνα με την Ransome (1937), η γένεση της μέλισσας από τον ταύρο μπορεί και να αποτελεί παρατήρηση φυσικού τυχαίου γεγονότος. Όπως συνάγεται από παράλληλες περιγραφές από τον Αντίγονο της Καρύστου και τον Ηρόδοτο, άτομα αγελάδων που δεν έφεραν τα διακριτικά γνωρίσματα του ιερού Άπι (δηλ. κατάμαυρο χρώμα σώματος με κατάλευκες κηλίδες ανάμεσα στα κέρατα), είτε θυσιάζονταν παραγεμισμένα με αρωματικά βότανα, μέλι κ.ά. βρώσιμα (κατά την θέληση των ιερέων), είτε ρίχνονταν στον ποταμό (τα θηλυκά, που ήσαν αφιερωμένα στην Ίσιδα), ή θάβονταν στα περίχωρα της πόλης με τα κέρατα εξέχοντα του εδάφους, ώστε αποκολλούμενα εύκολα από το σηπόμενο κουφάρι, να μπορούν να συλλεγούν αργότερα από συλλέκτες με πλοία από το νησί Προσωπίτις, στο Δέλτα του Νείλου. Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, κάποια από τα κέρατα να είχαν αποκολληθεί τυχαία ή και κλαπεί πριν την «προβλεπόμενη» ή «νόμιμη» συλλογή, ενώ τα θαμμένα κουφάρια να είχαν χρησιμοποιηθεί από σμήνη μελισσών ή άλλων εντόμων ως χώροι φωλιάσματος. Ίσως, λοιπόν, η θέα τέτοιων τυχαίων περιπτώσεων από εξερχόμενα έντομα, που πιθανώς να μην ήταν καν μέλισσες (π.χ. να ανήκαν στο κοσμοπολίτικο είδος συρφίδας Eristalis tenax ή και σε βομβίνους) να οδήγησε στην παραπάνω δοξασία. Το παράδοξο είναι ότι η δοξασία αυτή έμεινε ζωντανή για πολλούς αιώνες, πιθανότατα λόγω της αναμετάδοσής της από τον Βιργίλιο, του οποίου η αξιοπιστία ήταν μέγιστη, και στην περίπτωση αυτή υποστηριγμένη και από χριστιανούς συγγραφείς, όπως ο Άγιος Αυγουστίνος και ο Ωριγένης (Ransome 1937).

4 Ας αναφερθεί ότι όλες οι μέλισσες, άγριες και εξημερωμένες, τρέφονται αποκλειστικά με ανθικές παροχές, δηλαδή νέκταρ και γύρη. Και αυτό ισχύει τόσο για τα ενήλικα άτομα, όσο και για τον γόνο τους. Συνεπώς, οι μέλισσες αποτελούν μια ομάδα που έχει συνεξελιχθεί με τα άνθη και συνυπάρχει με αυτά, με όρους ζωής και θανάτου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ακτσελή Δ. (2000). Η μέλισσα και τα προϊόντα της στην αρχαιότητα. Στο: Η μέλισσα και τα προϊόντα της – ΣΤ΄Τριήμερο Εργασίας, Νικήτη, 12-15 Σεπτεμβρίου 1996, σελ. 32–40. Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα.

Attenborough D. 1989. The first Eden – The Mediterranean world and man. Fontana – Collins, London.

Biesmeijer J.C., Roberts S.P.M., Reemer M., Ohlemueller R., Edwards M., Peeters T., Schaffers A.P., Potts S.G., Kleukers R., Thomas C.D., Settele J., Kunin W.E. 2006. Parallel declines in pollinators and insect-pollinated plants in Britain and the Netherlands. Science 313: 351–354.

Γιαννικαπάνη Ε., Ιακωβίδου Α., Μήκα Α. (2000). Η μέλισσα στα αρχαία ελληνικά νομίσματα. Στο: Η μέλισσα και τα προϊόντα της – ΣΤ΄Τριήμερο Εργασίας, Νικήτη, 12-15 Σεπτεμβρίου 1996, σελ. 23–31. Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα.

Lázaro A., Tscheulin T., Devalez J., Nakas G. Petanidou T. (2016a). Effects of grazing intensity on flower cover, pollinator abundance and diversity, and pollination services. Ecological Entomology (in press).

Lázaro A., Tscheulin T., Devalez J., Nakas G., Stefanaki A., Hanlidou E., Petanidou T. (2016b). Moderation is best: effects of grazing intensity on pollination networks in Mediterranean communities. Ecological Applications (in press).

Λιβέρη Α. (2000). Εικαστική απεικόνιση αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών μύθων σχετικά με τη μέλισσα και τα προϊόντα της κατά την αρχαιότητα. Στο: Η μέλισσα και τα προϊόντα της – ΣΤ΄ Τριήμερο Εργασίας, Νικήτη, 12-15 Σεπτεμβρίου 1996, σελ. 41–65. Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα.

Michener C.D. 1979. Biogeography of the bees. Annals of Missouri Botanical Garden 66: 277-347.

Nielsen A., Steffan-Dewenter I., Westphal C., Vaitis M., Woyciechowski M., Bazos I., Biesmeijer J.C., Bommarco R., Kunin W.E., Lamborn E., Messinger O., Potts S.G., Roberts S., Szentgyorgyi H., Settele J., Vaissiere B.E., Petanidou T. (2011). Assessing bee species richness in two Mediterranean communities: importance of habitat type and sampling techniques. Ecological Research 26(5): 969–983.

Πετανίδου Θ. (2011). Άγριες μέλισσες και άλλα έντομα-επικονιαστές: ένα ανεκτίμητο και ανεξερεύνητο κεφάλαιο για την Ελλάδα. Στο: Πρακτικά 14ου Πανελληνίου Εντομολογικού Συνεδρίου, Ναύπλιο 10–14 Οκτωβρίου 2011 (Καπαξίδη Ε., Ανδρεάδης Σ., Καραμαούνα Φ., εκδ.), σελ. 163-172. Εντομολογική Εταιρεία Ελλάδος, Αθήνα.

Petanidou T., Ellis W.N. (1996). Interdependence of native bee faunas and floras in changing Mediterranean communities. In: The conservation of bees – Linnean Society Symposium series No 18 (A. Matheson, S.L. Buchmann, C. O’Toole, P. Westrich, I.H. Williams, eds.), pp. 201–226. Academic Press, London.

Petanidou T., Lamborn, E. 2005. A land for flowers and bees: studying pollination ecology in Mediterranean communities. Plant Biosystems 139: 279-294.

Petanidou T., Ståhls G., Vujić A., Olesen J.M., Rojo S., Thrasyvoulou A., Sgardelis S., Kallimanis A.S., Kokkini S., Tscheulin T. (in press). Investigating Plant–Pollinator Relationships in the Aegean: the approaches of the project POL-AEGIS (The Pollinators of the Aegean Archipelago: Diversity and Threats). Journal of Apicultural Research.

Potts S.G., Petanidou T., Roberts S., O’Toole C., Hulbert A., Willmer P. (2006). Plant–pollinator biodiversity and pollination services in a complex Mediterranean landscape. Biological Conservation 129: 519–529.

Ransome Η.Μ. (1937). The sacred bee in ancient times and folklore. George Allen & Unwin, London.

Tscheulin T., Neokosmidis L., Petanidou T., Settele J. (2011). Impact of landscape context on the abundance and diversity of bees in Mediterranean olive groves. Bulletin of Entomological Re

Tscheulin T., Petanidou T., Potts S.G. (2010). Pollinators – a Key Service Regulating Ecosystems In: Atlas of Biodiversity Risks – From Europe to the Globe and from Stories to Maps (Settele J., Penev D., Georgiev T.A., Grabaum R., Grobelink V., Hammen V., Klotz S., Kotarac M., Kuhn I., eds.), pp. 168–169, Pensoft, Sofia.

Vujić A., Petanidou T., Tscheulin T., Ståhls G., Radenković S., Baturan Ž. Mijatović G., Rojo S., Pérez-Bañón C., Devalez J., Andrić A., Jovičić S., Krašić D., Markov Z., Radišić D., Tataris Y. (2016). Biogeographical patterns of the genus Merodon Meigen, 1803 (Diptera: Syrphidae) in islands of the Eastern Mediterranean and adjacent mainlands. Insect Conservation & Diversity (in press).

  • 33
    Shares

Συζήτηση1 σχόλιο

  1. Γιώργος Καλαράς

    Πολύ όμορφο κείμενο.Άκρως ενδιαφέρουσες οι επιστημονικές και μυθολογικές αναφορές

Άφησε σχόλιο