Κεραμεία Χίου Α.Ε.

0

του Βαγγέλη Χαρίτου

Κεραμεία
Πηγή: Τσάγκαρη – Ξανθάκη Χίος 100 χρόνια φωτογραφίας

Νοτιοδυτικά του Μέγα Λιμνιώνα σε παραθαλάσσια τοποθεσία βρίσκονται οι εγκαταστάσεις των Κεραμείων Χίου, ενός παλιού εργοστασίου που παρήγαγε κεράμους και οπτόπλινθους (τούβλα). Ο χώρος παρέμεινε ενεργός για πάνω από 60 χρόνια, αποτελώντας μια από τις μακροβιότερες χιώτικες επιχειρήσεις.

Στο χώρο που καταλαμβάνουν σήμερα οι εγκαταστάσεις των Κεραμείων αλλά και στην ευρύτερη περιοχή λειτουργούσαν τουλάχιστον από τις αρχές του αιώνα, δυο προβιομηχανικές μονάδες (κλίβανοι) παραγωγής συμπαγών τούβλων και εγχωρίων κεράμων (τούρκικες κεραμίδες). Η μια άνηκε στους απογόνους του Κωνσταντίνου Γιαμού και η δεύτερη στη παραλία Μαυρή της οικογένειας Κλαδιά (Καρναβίτση). Γύρω στα 1921, μέλη της οικογενείας Μιχάλου με τη στήριξη του προσωπικού τους φίλου πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, προέβησαν στην ίδρυση της βιομηχανικής μονάδας. Η οικογένεια Μίχαλου ασχολιόταν ήδη από τον προηγούμενο αιώνα με το ναυτιλιακό εμπόριο και είχε κατασκευάσει ατμοκίνητο αλευρόμυλο στη περιοχή Μπέλα Βίστα. Σκοπός της ανέγερσης του Κεραμοποιείου ήταν αφενός η βιομηχανοποίηση της παραγωγής που ως τότε γινόταν με πρωτόγονα μέσα και αφετέρου η εκμετάλλευση της μεγάλης αγοράς της Μικρασιατικής ακτής. Η οικογένεια Μίχαλου είχε ιδιοκτησίες στη περιοχή, μαζί με τη συγγενική οικογένεια Γιαμού. Ο χώρος ήταν ο πλέον κατάλληλος: Το χώμα ήταν άριστης ποιότητας για την αγγειοπλαστική, υπήρχε καλής ποιότητας νερού και τέλος ήταν παραλιακός με αποτέλεσμα να είναι εύκολη η διακίνηση των προϊόντων μέσω θαλάσσης, αφού το οδικό δίκτυο ήταν ανύπαρκτο. Οι Μίχαλοι αγοράζουν τις γύρω ιδιοκτησίες, καθώς και των Γιαμών, στους οποίους παραχωρείται το δικαίωμα της ίδρυσης και εκμετάλλευσης καντίνας για τους εργαζόμενους.

Γενική άποψη Φωτογράφος Ι. Τσίμας, ιδιωτικό αρχείο., Πηγή Κ.Χ.Μ Πελινναίο
Γενική άποψη Φωτογράφος Ι. Τσίμας, ιδιωτικό αρχείο., Πηγή Κ.Χ.Μ Πελινναίο

Τα σχέδια για το νέο εργοστάσιο εκπονήθηκαν το 1921 από τους Γερμανούς μηχανικούς Dresden, Peretti και Funk, για λογαριασμό της Ανωνύμου Γαιαθρακεμπορικής Εταιρείας, ιδιοκτησίας των οικογενειών Μίχαλου και Μιχαλινού και τη κατασκευή ανέλαβε Γερμανική εταιρεία που ξεκίνησε το 1922-23. Έγινε χρήση ενός νέου υλικού του οπλισμένου σκυροδέματος για το σκελετό των κτιρίων, ενώ για τους τοίχους χρησιμοποιήθηκαν συμπαγείς οπτόπλινθοι και κέραμοι γαλλικού τύπου για τις σκεπές. Ο εργοστασιακός χώρος έκτασης τριανταπέντε στρεμμάτων, αποτελούνταν από τα εξής τμήματα: Μηχανοστάσιο, μικρό μηχανουργείο, τριβεία, πρέσες για κεραμίδια και τούβλα, χώροι ξήρανσης και κλιβάνων. Επίσης κατασκευάστηκαν και βοηθητικοί χώροι: Γραφεία διοικήσεως, οικία διευθυντού, οικία αρχιμηχανικού, τελωνοσταθμαρχείο – οικία τελώνη, χώρος εστίασης και αποθηκών. Επίσης κατασκευάστηκε προβλήτα και σιδηροδρομικό δίκτυο τύπου Decoville με βαγονέτα για τη μεταφορά του χώματος από το ορυχείο στο εργοστάσιο και των έτοιμων προϊόντων στο μόλο. Η ατμομηχανή και οι ατμολέβητες της ήταν της Αγγλικής εταιρείας Robey and Co Ltd που έδρευε στην Αγγλική πόλη Lincoln και η ισχύς της ανερχόταν σε 250 ίππους. Το μηχανοστάσιο συμπληρωνόταν από ηλεκτρομηχανές παραγωγής συνεχούς ρεύματος για το φωτισμό και την άντληση νερού από τα φρέατα του χώρου. Τα υπόλοιπα μηχανήματα ήταν της γερμανικής εταιρείας Nierburger maschinen fabrik. Όλα τα μηχανήματα κινούνταν από την ατμομηχανή με τη χρήση ιμάντων και βαμβακερών σχοινιών. Λέγεται πως η επιλογή της Αγγλικής ατμομηχανής αντί της αντιστοίχου γερμανικής προκάλεσε προστριβές μεταξύ των Γερμανών κατασκευαστών και του διευθυντή του εργοστασίου Αντωνίου Σπέντζα,(πρώτος αρχιμηχανικός ήταν ο Κωστάλας) με αποτέλεσμα να μην παραδοθούν οι φόρμες για τις κεραμίδες. Το πρόβλημα λύθηκε με την κατασκευή νέων από τον ξυλουργό Σταφυλέρα. Η μεγάλη καινοτομία ήταν το εναέριο σύστημα μεταφοράς (ο μεταφορέας). Το σύστημα αυτό αποτελούνταν από μια εναέρια ράγα στην οποία κινούνταν με ρόδες στελέχη στα όποια ήταν αναρτημένα ράφια, όπου τοποθετούνταν τα προϊόντα του εργοστασίου και αυτόματα μεταφέρονταν από τμήμα σε τμήμα. Η κίνηση δινόταν από την ατμομηχανή μέσω γρανάζιών σε μια αλυσίδα που ένωνε τα στελέχη μεταξύ τους και διέσχιζε όλους τους χώρους παραγωγής. Οι κλίβανοι ήταν τύπου Hoffmann κατασκευασμένοι από Αγγλικά πυρότουβλα χωρητικότητας 600.000 τούβλα. Το κόστος του εργοστασίου ξεπέρασε τις 500.000 λίρες Αγγλίας. Το προσωπικό του εργοστασίου ανερχόταν στα 350 άτομα. Η ημερίσια παραγωγή έφτανε τις 20.000 τούβλα (συμπαγή και διάτρητα) και η μέγιστη παραγωγή κεραμίδων τις 36000.

Εσωτερικό του εργοστασίου. Διακρίνεται αριστερά ο μεταφορέας
Εσωτερικό του εργοστασίου. Διακρίνεται αριστερά ο μεταφορέας

Εργαζόμενοι Ιδιωτικό αρχείο
Εργαζόμενοι Ιδιωτικό αρχείο

Αγορές των προϊόντων του εργοστασίου εκτός της Χίου ήταν τα γύρω νησιά (Λέσβος Σάμος, Ικαρία κλπ) τα Ιταλοκρατούμενα έως το 1947 Δωδεκάνησα ο Πειραιάς, η Καβάλα και η Κύπρος. Η μεταφορά γινόταν τα πρώτα χρόνια από τη θάλασσα με ατμόπλοιο που έδενε στο μώλο. Όταν ο καιρός δεν το επέτρεπε το πλοίο έδενε στα ανοιχτά και η μεταφορά γινόταν με βάρκες που βρίσκονταν στο μικρό ταρσανά του εργοστασίου. Το 1935 έως το 1964 τη διεύθυνση του εργοστασίου αναλαμβάνει ο Στέφανος Φρυδάς-Έλληνας και αρχιμηχανικός ο Παύλος Ρεζνίκωφ, Ρώσος, που βρέθηκε στην Ελλάδα μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Από την αρχή της δεκαετίας του 30 λόγω της αυξημένης ζήτησης κατασκευάστηκαν δυο ακόμα χώροι ξήρανσης που φέρουν ως ονομασίες τις χρονολογίες κατασκευής τους: Το “30” (1930) και το “37”, ενώ άρχισε να παρατηρείται και έλλειψη ύδατος. Έτσι χρησιμοποιήθηκε νερό από ιδιωτικά φρέατα, όπως το μαγκανοπήγαδο στο κτήμα της οικογενείας του γράφοντος, όπου εγκαταστάθηκε ηλεκτροκίνητη αντλία ιδιοκτησίας των κεραμείων. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής το εργοστάσιο υπολειτουργεί και εργαζόμενοι ασχολούνται με τη συντήρηση των εγκαταστάσεων. Μετά τη λήξη του πολέμου το εργοστάσιο επαναλειτουργεί. Την ίδια περίοδο κατασκευάστηκε και ο δρόμος από το ξωκλήσι του Αγίου Ιωάννη Στενακούσων με έξοδα της εταιρείας και εργασίας των εργατών της μονάδας. Στις αρχές της δεκαετίας του 60 γίνονται προσπάθειες εκσυγχρονισμού του εργοστασίου. Το 1962 το αρχικό ορυχείο μετατρέπεται σε υποτυπώδη δεξαμενή ύδατος για να σταματήσει η εξάρτηση από τα ιδιωτικά φρέατα. Το 1964 διευθυντής αναλαμβάνει ο Αντώνιος Μπατής (θητείες 1964-1973 και 1978-1981). Το 1964 το εργοστάσιο συνδέεται με το δίκτυο της ΔΕΗ και παύει η λειτουργία της ατμομηχανής. Αγοράστηκε μια νέα πρέσα για τη παραγωγή διάτρητων τούβλων κι άλλη μια για τα κεραμίδια. Έφεραν επίσης φορτωτή για τη μεταφορά του χώματος από το ορυχείο, που ως τότε γινόταν χειρωνακτικά και τοποθετήθηκε δεξαμενή πετρελαίου που αντικατέστησε το κάρβουνο στους φούρνους. Τέλος εγκαταστάθηκε καυστήρας στα ξηραντήρια και το εργοστάσιο λειτουργούσε πια όλο το χρόνο. Το 1965 κατασκευάζεται ο ναός του Αγίου Νικολάου, ενώ το 1970 κατεδαφίζεται για να μειωθεί η φορολογία η οικία του διευθυντή.

Στο βάθος η οικία του διευθυντ (το μεγάλο κτίριο) που δεν σώζεται
Στο βάθος η οικία του διευθυντή του εργοστασίου (το μεγάλο κτίριο αριστερά) που δεν σώζεται

Ο μόλος, ιδιωτικό αρχείο. Πηγή Κ.Χ.Μ Πελινναίο
Ο μόλος, ιδιωτικό αρχείο. Πηγή Κ.Χ.Μ Πελινναίο

Εγκαίνια ναού Αγίου Νικόλα

Από το 1952 ως τα τέλη της δεκαετίας του 70 κυρίως λόγω της ξέφρενης ανοικοδόμησης το εργοστάσιο ακμάζει. Όμως στις αρχές του 80 τα πράγματα έχουν αλλάξει: ο ανταγωνισμός είναι σκληρός, λόγω της εισαγωγής οικοδομικών υλικών από το εξωτερικό και της ίδρυσης στη Χίο της “ΒΙΟΚΕΧ” των Φλατσούση-Πατελίδα. Το 1973 η ιδιοκτησία περνά ξολοκλήρου στην οικογένεια Μίχαλου. Από το 1973 έως το 78 τη διεύθυνση αναλαμβάνει ο Μακρίδης Κωνσταντίνος. Κατεδαφίστηκαν οι κλίβανοι της ανατολικής πτέρυγας και ανεγέρθηκαν νέοι για να φορτωεκφορτώνονται με τη χρήση ανυψωτικού μηχανήματος. Μετά τη Τουρκική εισβολή στη Κύπρο το 1974 στο χώρο εγκαθίσταται στρατιωτικό φυλάκιο. Το 1981-1988 διευθυντής αναλαμβάνει ο Φραγκάκης που είχε διατελέσει διευθυντής στο κεραμοπποιείο Δηλαβέρη του Νέου Φαλήρου. Ουσιαστικά τη διοίκηση είχε ο Μακρίδης Κωνσταντίνος. Τότε κατασκευάστηκε μια κλειστή μονάδα για κεραμίδια. Η χρήση μεταχειρισμένων μηχανημάτων από ένα εργοστάσιο της Λάρισας επέφερε τελικά ένα υπέρογκο χρέος στην ιδιοκτησία. Όμως το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο: Η γενικότερη αποβιομηχάνηση της χώρας σε συνδυασμό με τα λάθη της διεύθυνσης και τους λάθος χειρισμούς της τότε κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις για την ανάθεση της διοίκησης στους εργαζόμενους κίνηση για την οποία οι ιδιοκτήτες ήταν θετικοί, οδήγησαν στο κλείσιμο της επιχείρησης στις 10 Μαΐου 1988 και τα προϊόντα παρέμειναν αδιάθετα στους φούρνους και τα ξηραντήρια. Τα μηχανήματα εκτός της ατμομηχανής πουλήθηκαν ως παλιοσίδερα στην εξευτελιστική τιμή των 10.000.000 δραχμών. Ο χώρος πέρασε στην ιδιοκτησία της εταιρείας “Θάλασσα Α.Ε”, που ανήκε στους Μίχαλους με σκοπό τη μετατροπή του χώρου σε τουριστική μονάδα. Κατά καιρούς ακούγονταν φήμες για την πώληση του χώρου σε Έλληνες και σε ξένους επιχειρηματίες, ενώ τα κτίρια σταδιακά παρήκμαζαν. Μόνο η ύπαρξη του στρατιωτικού φυλακίου έδινε κάποια ζωή στο χώρο, αφού χρησιμοποιούνταν κάποια κτίρια (οικία αρχιμηχανικού, γραφεία διοίκησης) και συντηρούταν τακτικά το εκκλησάκι. Το 1990 τα κτίρια και ο εναπομείνας μηχανολογικός εξοπλισμός κηρύσσονται διατηρητέα, (ΦΕΚ.301/Δ/13.6.90) όπου ορίζεται η χρήση του χώρου ως τουριστική εγκατάσταση. Γύρω στα 1996 το φυλάκιο καταργείται και ο χώρος παραμένει έρημος. Το 2009 ο χώρος έκτασης 100 στρεμμάτων, αγοράστηκε από τον εφοπλιστή κ. Λου (Παντελή) Κολλάκη με σκοπό τη δημιουργία ξενοδοχειακής μονάδας.

Πηγές

  • Χατζηιωάννου Ιωάννου, Πανελλήνιον λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος 1821-1921 Η χρυσή βίβλος του Ελληνισμού τόμος Ζ Ναυτιλία-Βιομηχανία-Εμπόριο.
  • Πρωάκη Κυριάκου Λαογραφικοί θησαυροί Θυμιανών Χίος 1986
  • Τετράδια Μνήμης Χίος 1925 και Χίος 1926 επιμέλεια Γιάννη Μακριδάκη Εκδόσεις «Πελινναίο»
  • Ιστοσελίδα michalos.gr
  • Προφορικές μαρτυρίες

Γεννήθηκε το 1982 στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, με καταγωγή από τα Θυμιανά της Χίου. Από το 2005 ζει μόνιμα στη Χίο. Έχει εργαστεί ως Συντηρητής Αρχαιοτήτων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ