Κεραμεία: Παραγωγική διαδικασία και περιγραφή του χώρου

0

του Βαγγέλη Χαρίτου

Νότια όψη του συγκροτήματος παραγωγής
Νότια όψη του συγκροτήματος παραγωγής

Μετά την ιστορική αναδρομή του εργοστασίου των Κεραμείων κρίνεται αναγκαία και η παρουσίαση της διαδικασίας παραγωγής, συντροφεμένης πάντοτε με τον ανθρώπινο μόχθο, στα δύσκολα χρόνια της Ελληνικής εκβιομηχάνισης του περασμένου αιώνα.

Στα νοτιοδυτικά του εργοστασίου εκτείνεται η τεράστια έκταση εξαγωγής του χώματος, που έχει αλλάξει τη μορφολογία του τοπίου. Η διαδικασία γινόταν αρχικά χειρωνακτικά. Με τσάπες και φτυάρια γεμίζονταν τα βαγονέτα (οι γλασόρες) με το κατάλληλο για την παραγωγή χώμα. Με την ανθρώπινη σωματική δύναμη σπρώχνονταν πάνω στις ράγες μέχρι τα κτίρια του εργοστασίου. Λόγω της υψομετρικής διαφοράς ορυχείου- εργοστασίου, το κάθε βαγονέτο ήταν εφοδιασμένο με φρένο, για να αποφεύγεται ο κίνδυνος ανατροπής. Όταν το βαγονέτο έφτανε στο εργοστάσιο, αγκιστρωνόταν στο γάντζο που έφερε στη μπροστινή πλευρά, με ένα συρματόσχοινο και μέσω μιας ράμπας ανέβαινε στον πρώτο όροφο, όπου άδειαζε με πλευρική ανατροπή. Έπειτα η άδεια γλασόρα κατέβαινε πάλι μέσω της ράμπας στον υπαίθριο χώρο του εργοστασίου. Η κίνηση στο σύστημα αυτό δινόταν με το κοτσάρισμα της άλλης πλευράς του συρματόσχοινου στο μεταφορέα. Το χώμα ριπτόταν στα τριβεία, όπου τεράστιοι κύλινδροι μετέτρεπαν το χώμα σε σκόνη. Για το σκοπό αυτό υπήρχαν πλάκες με οπές διαφόρων διαμέτρων (μεγαλύτερες-μικρότερες). Η σκόνη μεταφερόταν μέσω χοανών στο ισόγειο όπου τριβόταν για τελευταία φορά και γινόταν πολύ λεπτή. Έπειτα ακολουθούσε η ζύμωση, όπου στη σκόνη πρόσθεταν νερό και το υλικό ζυμωνόταν. Για να υπάρχει συνεννόηση μεταξύ εκείνου που επέβλεπε τη ζύμωση και εκείνου που πρόσθετε το νερό και βρισκόταν στον όροφο, ο πρώτος χτυπούσε ένα καμπανάκι και ο δεύτερος καταλάβαινε αν έπρεπε να αυξήσει ή να μειώσει τη παροχή νερού. Έπειτα ο πηλός μεταφερόταν στις πρέσες. Για τα τούβλα η διαδικασία ήταν σχετικά απλή: Το μηχάνημα πίεζε τον πηλό προς την έξοδο, όπου ελάμβανε το σχήμα του τούβλου. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα ανεβοκατέβαινε μηχανικά ένα μαχαίρι που έκοβε τον φορμαρισμένο πηλό στο μήκος ενός συμπαγούς τούβλου.

Νοτιοανατολική όψη
Νοτιοανατολική όψη

Κτίριο γραφείων
Κτίριο γραφείων

Παρόμοια ήταν και η διαδικασία για τα διάτρητα τούβλα, με τη διαφορά ότι στην έξοδο υπήρχε ένα εξάρτημα που δημιουργούσε τις οπές. Ανάλογα με τον τύπο του μηχανήματος τα τούβλα γίνονταν εξάοπα, εννιάοπα και δωδεκάοπα. Για τις κεραμίδες η διαδικασία ήταν πιο πολύπλοκη: Μετά τη ζύμωση ο πηλός μορφοποιούταν σε πλάκες και κοβόταν στα τέσσερα, τις “γαλέτες”. Κάθε γαλέτα αποτελούταν από τρία φύλλα και μεταφέρονταν στους πάγκους δίπλα στις πρέσες. Εκεί ένας εργάτης ξεκολλούσε τα φύλλα και τα τοποθετούσε ανά δυο στις γύψινες μήτρες (καλούπια) της πρέσας. Έπειτα τα δυο καλούπια (πάνω και κάτω) της πρέσας που έφεραν τα φύλλα του πηλού ενώνονταν, έπειτα τις πίεζε ένας κύλινδρος, τα δυο φύλλα ενώνονταν σε ένα και αποτυπώνονταν τα χαρακτηριστικά των καλουπιών. Επειδή από τη χρήση τα γύψινα καλούπια φθείρονταν αντικαθιστούνταν από νέα που κατασκευάζονταν στο εργοστάσιο. Ένας άλλος εργάτης ξεκολλούσε την κάθε κεραμίδα και την τοποθετούσε πάνω σε ξύλινη σχάρα και έπειτα στο μεταφορέα για να πάει στα ξηραντήρια. Κάθε νωπή κεραμίδα πλενόταν με υγρό σφουγγάρι για να γίνει λεία και τρυπιόταν στην ειδική προεξοχή, για να δένεται με σύρμα στη στέγη. Για τις γαλλικές κεραμίδες υπήρχαν τρεις πρέσες. Η ίδια ακριβώς διαδικασία αλλά σε άλλη πρέσα ακολουθούταν και για τους κορυφοκέραμους (καβαλάρηδες). Τα νωπά προϊόντα τούβλα και κεραμίδες, μεταφέρονταν με το μεταφορέα στους ορόφους των δυο μεγάλων πτερύγων του εργοστασίου όπου τα ξηραντήρια. Εκεί τοποθετούνταν σε ξύλινα ράφια και αφήνονταν να στεγνώσουν φυσικά αλλά και με θερμότητα που διοχετευόταν στο χώρο από τους φούρνους. Όταν είχαν πια στεγνώσει φορτώνονταν στο μεταφορέα και οδηγούνταν στους φούρνους.

Περιστροφική πλάκα
Περιστροφική πλάκα

Μεταφορέας, σύστημα κίνησης Λεπτομέρεια
Μεταφορέας, σύστημα κίνησης Λεπτομέρεια

Όπως γίνεται αντιληπτό οι εργάτες έπρεπε να εργάζονται σύμφωνα με το ρυθμό του μεταφορέα, για να κυλάει ομαλά η διαδικασία παραγωγής. Οι φούρνοι βρίσκονταν στο ισόγειο του εργοστασίου. Η λειτουργία τους γινόταν ως εξής: Αρχικά προθερμαίνονταν με σκάρες με αναμμένα κάρβουνα κι έπειτα θερμαίνονταν από τα καμίνια που βρίσκονταν ακριβώς από πάνω, με τρύπες απ’ όπου διοχετευόταν η θερμότητα. Το ψήσιμο διαρκούσε γύρω στις 24 ώρες. Οι εργαζόμενοι στα καμίνια ήταν τρεις βάρδιες, ενώ στις άλλες εργασίες μια οκτάωρη. Όταν ο φούρνος σβηνόταν, αφήνονταν να πέσει η θερμοκρασία και έπειτα ξεφορτωνόταν. Τα έτοιμα προϊόντα φορτώνονταν σε ανοιχτά βαγονέτα και είτε μεταφέρονταν στο μώλο για φόρτωση στο πλοίο, είτε στοιβάζονταν έξω από το εργοστάσιο.

Άποψη των ξηραντηρίων
Άποψη των ξηραντηρίων

Τα ράφια όπου στέγνωναν τα προϊόντα του εργοστασίου
Τα ράφια όπου στέγνωναν τα προϊόντα του εργοστασίου

Η εργασία των εργατών παραγωγής ήταν σκληρή ή λιγότερο σκληρή, ανάλογα με το πόστο. Από τις σκληρότερες ήταν εκείνων που φόρτωναν και ξεφόρτωναν τους φούρνους λόγω των υψηλών θερμοκρασιών, αλλά και εκείνων που δούλευαν στο ορυχείο. Εκτός από τους εργάτες παραγωγής, υπήρχε διοικητικό προσωπικό (λογιστήριο, διεύθυνση κλπ) αλλά και τεχνικοί (μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι) που ήταν επιφορτισμένοι με τη συντήρηση του μηχανολογικού εξοπλισμού. Για το λόγο αυτό υπήρχε μικρό μηχανουργείο, όπου κατασκευάζονταν ανταλλακτικά πχ για το μεταφορέα, λόγω της καταπόνησής του από τη χρήση. Οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο είχαν συστήσει σωματείο το “Σωματείο κεραμοποιών Χίου η Αγία Τριάδα” για τη διασφάλιση των συμφερόντων τους που ιδρύθηκε το 1936 και μια φορά το χρόνο πραγματοποιούσαν τη πανήγυρη της Αγίας Τριάδας στο ξωκκλήσι Αγίου Ιωάννου Στενακούσων.

Κλίβανος νέου τύπου. Διακρίνεται η αδιάθετη παραγωγή.
Κλίβανος νέου τύπου. Διακρίνεται η αδιάθετη παραγωγή.

Κλίβανοι του 1925 Λεπτομέρεια
Κλίβανοι του 1925 Λεπτομέρεια

Μόλις κάποιος φτάσει στην είσοδο των Κεραμείων στα αριστερά υπάρχει το εκκλησάκι του εργοστασίου που αφιερώθηκε στον Άγιο Νικόλαο, στο όνομα του αγίου που έφερε ο γενάρχης των Μιχάλων Νικόλαος Μιχαήλ Μίχαλος. Λέγεται πως είχε αφιερωθεί και στον άγιο πρωτομάρτυρα Στέφανο, για να τιμηθεί και ο διευθυντής Στέφανος Φρυδάς- Έλληνας. Περνώντας την είσοδο, στρωμένος με τούβλα κατηφορικός δρόμος από τους εργαζόμενους οδηγεί στα κτίρια του εργοστασίου. Το κτίριο δεξιά ήταν η οικία του αρχιμηχανικού. Ο Παύλος Ρεζνίκος (Ρεζνίκωφ) ο Ρώσος αρχιμηχανικός με τα “σπαστά” Ελληνικά του ήταν ο στόχος των πειραγμάτων των εργαζομένων με αποτέλεσμα κωμικές καταστάσεις και παρεξηγήσεις. Στα αριστερά με θέα στη θάλασσα σώζονται η οικία του τελωνοσταθμάρχη, ο οποίος ήταν κρατικός υπάλληλος, έπειτα οικία που κατασκευάστηκε όχι το 1925 αλλά αργότερα προπολεμικά όμως, όπου διέμεναν διάφοροι εργαζόμενοι πχ επιστάτης, ακολουθεί το κτίριο των γραφείων, η καντίνα ιδιοκτησίας Γιαμού και το κτίριο που μετατράπηκε αργότερα σε καντίνα. Το χώρο μεταξύ ναού και οικίας τελωνοσταθμάρχη καταλάμβανε η οικία του διευθυντή, με τη μεγάλη τζαμαρία που ακόμα θυμούνται οι κάτοικοι των Θυμιανών που επισκέπτονταν τον “κύριο Στέφανο”. Απέναντι μπροστά από την οικία αρχιμηχανικού βρίσκονται τα ερείπια του χώρου ξήρανσης “37” που κατασκευάστηκε το 1937.

Το καμίνι Γιαμού
Το καμίνι Γιαμού

Το "39" Λεπτομέρεια
Το «37» Λεπτομέρεια

Βλέποντας τον καθεαυτό εργοστασιακό χώρο, διακρίνεται η μονάδα κλειστού τύπου για τις κεραμίδες που κατασκευάστηκε τη δεκαετία του ’80 και έχει αλλοιώσει την αυθεντική μορφή του συγκροτήματος. Διακρίνεται το υπαίθριο τμήμα του μεταφορέα που συνδέει σαν γέφυρα τα δυο κτίρια και μέρος από την εσωτερική αυλή όπου το μηχανοστάσιο που ξεχωρίζει από τους καπναγωγούς. Κατεβαίνοντας ακόμα χαμηλότερα, φτάνουμε στο πλάτωμα μεταξύ εργοστασίου και μώλου. Εδώ διακρίνονται τα ίχνη από το σιδηροδρομικό δίκτυο: Μισόθαμμένες ράγες, ένας δίσκος περιστροφής βαγονέτου, μια γλασόρα. Που και που ορθώνονται οι δικτυωτοί οβελοί που στήριζαν τα καλώδια μεταφοράς τους συνεχούς ρεύματος που παραγόταν στο εργοστάσιο και φώτιζε το χώρο, όταν ο Μ. Λιμνιώνας και τα Θυμιανά ζούσαν στο σκοτάδι. Βλέποντας το ερειπωμένο αλλά επιβλητικό κτίριο του εργοστασίου δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί πως κάποτε ο χώρος αυτός έσφυζε από ζωή. Στο εσωτερικό είναι εμφανή τα σημάδια της εγκατάλειψης αλλά και των βανδαλισμών, με σημαντικότερο τη πώληση ως παλιοσίδερα του μουσειακού εξοπλισμού του χώρου κάπου στη δεκαετία του ’80. Στα ισόγεια των δυο μεγάλων παράλληλων πτερύγων σώζονται ακόμα οι κλίβανοι, από τους οποίους οι αρχικοί σώζονται στο δυτικό κτίριο. Στους ορόφους βρίσκονταν τα ξηραντήρια. Σώζονται ακόμα τα ξύλινα ράφια όπου στέγνωναν τα προϊόντα του εργοστασίου. Στη πτέρυγα που ενώνει τα δυο μεγάλα κτίρια στο ισόγειο υπήρχαν οι πρέσες ενώ στον όροφο τα τριβεία. Ακριβώς απέναντι βρίσκεται το μηχανοστάσιο που διατηρεί σχεδόν την αυθεντική του μορφή, όπου δεσπόζει η μεγάλη ατμομηχανή με τον εντυπωσιακό τροχό που θυμίζει σκηνές από την ταινία “Μοντέρνοι καιροί” του Τσάρλι Τσάπλιν.

Άποψη του μηχανοστασίου
Άποψη του μηχανοστασίου

Ατμολέβητας
Ατμολέβητας

Ο ατμολέβητας περιβάλλεται από εφυαλωμένους οπτόπλινθους, μια καθαρά μεσοπολεμική αισθητική και δίπλα το μηχανουργείο, από τον εξοπλισμό του οποίου δεν διασώζεται τίποτα. Στα δυτικά του συγκροτήματος βρίσκεται το κτίριο “30”, ενώ στα νότια ανοίγεται ο χώρος του ορυχείου που καταλαμβάνει την επίπεδη έκταση καθώς και μέρος του λόφου “Γαδαρά”. Στην παραλία το ερειπωμένο κτίσμα λέγεται πως ήταν το καμίνι του Γιαμού, που προϋπήρχε των Κεραμείων.

Γεννήθηκε το 1982 στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, με καταγωγή από τα Θυμιανά της Χίου. Από το 2005 ζει μόνιμα στη Χίο. Έχει εργαστεί ως Συντηρητής Αρχαιοτήτων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ