Οι «Τρεις Μύλοι» και ο άνεμος του χρόνου

0

Το πρώτο μέρος του αφιερώματος της Στέλλας Τσιροπινά στους Τρεις Μύλους του Βροντάδου

Στης Ανατολής τα μέρη, μια φορά κι έναν καιρό και, συγκεκριμένα, στη  Μεσοποταμία και την Κίνα, επτά αιώνες, περίπου, μετά τη γέννηση του Χριστού, γενικεύτηκε η χρήση ανεμόμυλου που είχε οριζόντια φτερωτή.

Στην Ευρώπη πάλι, η χρήση ανεμόμυλου, αλλά με φτερωτή κατακόρυφη, εξαπλώθηκε μετά το 1000 μ. Χ., πρώτα στην Ιβηρική χερσόνησο και, ύστερα, στη Νότια και Βόρεια Ευρώπη, αποκτώντας αμέσως προβάδισμα έναντι όλων των μέχρι τότε υπαρχόντων αλεστικών μηχανισμών.

Σχέδιο Περσικού ανεμόμυλου (οριζόντια φτερωτή)
Σχέδιο Περσικού ανεμόμυλου (οριζόντια φτερωτή)
Σχέδιο Ολλανδικού ανεμόμυλου (κάθετη φτερωτή)
Σχέδιο Ολλανδικού ανεμόμυλου (κάθετη φτερωτή)
(ΠΗΓΗ ΣΧΕΔΙΩΝ: Βάος Β., Νομικός Σ., Ο ανεμόμυλος στις Κυκλάδες)

Στον ελληνικό χώρο, ανεμόμυλοι λειτούργησαν για πρώτη φορά στη Ρόδο, το 12ο ή 13ο αιώνα μ. Χ. Στη συνέχεια, το 14ο αιώνα, η χρήση ανεμόμυλου επεκτάθηκε γοργά στα νησιά του Αιγαίου, στα παράλια της Μικράς Ασίας και, τέλος, στα νησιά του Ιονίου Πελάγους, έχοντας, κατά κανόνα, τα χαρακτηριστικά του μεσογειακού πυργόμυλου.

Στη Χίο, ο μεγάλος αριθμός ανεμόμυλων επιβεβαιώνεται και από τα γραφόμενα των περιηγητών, αλλά και από τις αναπαραστάσεις ανεμόμυλων σε γκραβούρες, οι οποίες χρονολογούνται από τη γενοβέζικη, ακόμη, κτήση του νησιού (1346 – 1566) και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα.

1598: λεπτομέρεια επιχρωματισμένου χαρακτικού που απεικονίζει το λιμάνι της Χίου με σειρά ανεμόμυλων. ΠΗΓΗ: Τα χαρακτικά της Χίου, Τ. Β΄
1598: λεπτομέρεια επιχρωματισμένου χαρακτικού που απεικονίζει το λιμάνι της Χίου με σειρά ανεμόμυλων
(ΠΗΓΗ: Τα χαρακτικά της Χίου, Τ. Β΄)

Και πώς, αλήθεια, θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού στην «ανεμόεσσα», την ανεμοδαρμένη Χίο, η συχνότητα και η ένταση των ανέμων, βοήθησε επί αιώνες τους κατοίκους της να αλέσουν δημητριακά και άλλες ύλες και να αντισταθμίσουν, έτσι, την έλλειψη τρεχούμενου νερού που δεν επέτρεπε τη λειτουργία των νερόμυλων του νησιού, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου.

Επιπλέον, όμως, και το γεγονός ότι στην κοντινή Μήλο εξορυσσόταν εξαιρετική μυλόπετρα, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα θαλάσσιων μεταφορών στο  Αρχιπέλαγος, ώθησε τους νησιώτες να χτίσουν, να αρματώσουν και να δουλέψουν τους ανεμόμυλους, παρ’ όλο που ήξεραν -ζώντας καθημερινά τις δυσκολίες της λειτουργίας τους- ότι είναι χειρότεροι και από καΐκι που αρμενίζει, αφού η φτερωτή τους δεν τοποθετείται ποτέ πρίμα, αλλά πάντα κόντρα στον άνεμο και τον καιρό.

4
5
ΠΗΓΗ ΣΧΕΔΙΩΝ: Βάος Β., Νομικός Σ., Ο ανεμόμυλος στις Κυκλάδες

Για να κατασκευαστεί ένας ανεμόμυλος χρειάζονταν περισσότερα από οκτακόσια (800) μεροκάματα «ήλιο με ήλιο». Τριάντα πέντε (35), περίπου, κυβικά μέτρα ακατέργαστης ξυλείας έδιναν τελικά πάνω από πεντακόσια (500) φορμαρισμένα εξαρτήματα. Δούλευαν αγωγιάτες, χτίστες, ξυλουργοί, σιδεράδες και μυλομαραγκοί-μαγκανάδες, όπως αυτοί που –ειδικά στο νησί της Χίου- αναλάμβαναν την κατασκευή των μαγκάνων στα πηγάδια του νησιού, των ξύλινων δηλαδή κατασκευών για το πότισμα των περιβολιών.

Aξονομετρικό σχέδιο του ανεμόμυλου Ανδρεάδη στο Νεχώρι της Χίου (ΠΗΓΗ: Βουρνούς Μ., Αρχιτεκτονική κληρονομιά της Χίου. Οκτώ περιπτώσεις καταγραφής)
Aξονομετρικό σχέδιο του ανεμόμυλου Ανδρεάδη στο Νεχώρι της Χίου
(ΠΗΓΗ: Βουρνούς Μ., Αρχιτεκτονική κληρονομιά της Χίου. Οκτώ περιπτώσεις καταγραφής)

φωτ.  από τη λειτουργία ανεμόμυλου σε κυκλαδονήσι (ΠΗΓΗ: Βάος Β., Νομικός Σ., Ο ανεμόμυλος στις Κυκλάδες)
Φωτογραφία από τη λειτουργία ανεμόμυλου σε κυκλαδονήσι
(ΠΗΓΗ: Βάος Β., Νομικός Σ., Ο ανεμόμυλος στις Κυκλάδες)

Οι πολλές απαιτήσεις και δυσκολίες, ωστόσο, τόσο στο χτίσιμο, όσο και στην κατασκευή του αλεστικού μηχανισμού ενός ανεμόμυλου δεν περιόρισαν καθόλου την κεφαλαιώδη σημασία της λειτουργίας του στο πλαίσιο των παραδοσιακών αγροτικών κοινωνιών: πενήντα χιλιάδες (50.000) ανεμόμυλοι λειτούργησαν κατά διαφορετικές χρονικές περιόδους σε όλη την Ελλάδα, από τους οποίους οι δύο χιλιάδες (2.000) ήταν χτισμένοι στα νησιά του Αιγαίου.

Αλλού σκόρπιοι και, αλλού, σε πλαγιές ή κορυφές λόφων, στα «τσουμπάρια» όπως  ονομάζονται στη Χίο, σε χείλη γκρεμών ή σε μικρά ακρωτήρια, οι ανεμόμυλοι χτίζονταν πάντοτε σε τοποθεσίες που προσβάλλονταν από τους επικρατέστερους τοπικούς ανέμους, σε μεριές «μπάνι-γέρι», κατά το κοινώς λεγόμενο. Η αλεστική απόδοση ενός ανεμόμυλου κυμαινόταν από τα είκοσι (20) έως και εβδομήντα (70) κιλά σιτηρών την ώρα, ανάλογα πάντοτε και με την ένταση, αλλά και τη φορά του ανέμου.

Στο νησιωτικό σύμπλεγμα, πάντως, της Χίου, των Ψαρών και των Οινουσσών στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ο αιώνα είναι πιθανό ότι εξακολουθούσαν να λειτουργούν περί τους 100 ανεμόμυλους. Ανεμόμυλοι υπήρχαν σε όλα τα χωριά της Χίου, τόσο στα βόρεια όσο και στα νότια, αλλά ακόμη και στην πόλη, καθώς και τα προάστια της.

 

Λειτουργία των ανεμόμυλων στα Ταμπάκικα, το έτος 1928: ΦΩΤ.: Περικλής Παπαχατζιδάκης, φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη
Λειτουργία των ανεμόμυλων στα Ταμπάκικα, το έτος 1928:
ΦΩΤ.: Περικλής Παπαχατζιδάκης, φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη
Ανεμόμυλος στον Ανέμωνα, το έτος 1970: ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη
Ανεμόμυλος στον Ανέμωνα, το έτος 1970: ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη

Στο Βροντάδο, υπήρχαν δύο ανεμόμυλοι στην περιοχή του Αγίου Κηρύκου και ένας ακόμη στη θέση «Βίγλα», το σημερινό «Πετροκάραβο» και, βέβαια, οι τρεις ανεμόμυλοι της ομώνυμης περιοχής «Τρεις Μύλοι», η οποία είναι ακόμη γνωστή με το ίδιο όνομα. Στη θέση «Βίγλα» δεν έχει απομείνει ούτε ίχνος ανεμόμυλου, αλλά στον  Άγιο Κήρυκο είναι ορατό ακόμη και σήμερα ένα χαμηλό απομεινάρι του ενός.

 

 Ο ανεμόμυλος στον Άγιο Κήρυκο, στα 1970  (ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη)
Ο ανεμόμυλος στον Άγιο Κήρυκο, στα 1970
(ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη)

 Ο ανεμόμυλος στον Άγιο Κήρυκο, στα 2013 (ΦΩΤ.: Σ. Τσιροπινά)
Ο ανεμόμυλος στον Άγιο Κήρυκο, στα 2013 (ΦΩΤ.: Σ. Τσιροπινά)

Στη παραλιακή θέση «Τρεις Μύλοι», πάντως, οι ανεμόμυλοι της περιοχής υπήρχαν από την προεπαναστατική ακόμη περίοδο, όπως τεκμηριώνεται από χειρόγραφο του έτους 1839, το οποίο φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής», καθώς και από τις πληροφορίες του αοίδιμου πρωτοπρεσβύτερου Μάρκου Αγαπητού Βασιλάκη, οι οποίες περιέχονται στο βιβλίο του: Το λεύκωμα του Βροντάδου του 1936:

… Ο Παντελής Κωστάλας, μαχόμενος προς τους Τούρκους, κάτωθεν του Αγίου Μακαρίου, εφονεύθη υπό Αιθίοπος, Αλή ονομαζομένου. Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, ο Αλής εξετέλη χρέη τελωνοφύλακος εν Βροντάδω.

Ο εξάδελφος τού Παντελή Κωστάλα,  Λεωνής Χ»Κωνστ.  Κωστάλας, μυλωθρός, εκδικούμενος τον θάνατο του εξαδέλφου του,  εφόνευσε τον Αλή, νύκτωρ, παρά τους Τρεις Μύλους του Βροντάδου και ενεταφίασεν αυτόν εντός του μύλου.

Τα  οστά  του  Αλή  ευρέθησαν  προ  ολίγων  ετών  εις  την  άνω  θέσιν  υπό του  εγγονού  του   Λεωνή ,  Γεωργίου   Κωστάλα,  κατά  την  εκσκαφή των  θεμελίων του παραλιακού καφενείου “Leseps”…

Και στο χειρόγραφο που προαναφέρθηκε, με ημερομηνία: 19 Μαΐου 1839. σημειώνονται από τον υπογραφόμενο Κωνσταντίνο Κωστάλα τα εξής:

… Ξέρω ότι ο μύλος του Κάτω Εγιαλού, όπου έχει την εξουσία του ο Γεώργης Κωστάλας ήτο του πατρός τως. Επειδή τους ακολούθησε η επανάστασις κι εσκορπίσανε (…) επλέρωσαν δυο χιλιάδες γρόσια του Ισούφ Πασά και είχαν αναμεταξύ τως(σ.σ. ο Κωσταντής Κωστάλας και ένας Καρούσης)το μύλον….  για να συνεχίσει ο υπογραφόμενος με την εξιστόρηση των συμβάντων που έφεραν τελικά το μύλο στη δικαιοδοσία και κατοχή του Γεώργη Κωστάλα.

Αλλά και μία ακόμη μαρτυρία του πολυταξιδεμένου Adolphe-Louis Τestevuide, που υπηρετούσε ως γιατρός στο γαλλικό πολεμικό ναυτικό και, την περίοδο 1866 μέχρι το 1879, εγκαταστάθηκε στο νησί, λόγω του γάμου του με τη Χιώτισσα Μ. Πατρινού, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς συνοδεύεται και από την πρώτη ρεαλιστική απεικόνιση των ανεμόμυλων της περιοχής. Η ζωγραφική αυτή αναπαράσταση δημοσιεύτηκε και σε ευρωπαϊκά περιοδικά ( «Le Tour du monde», 1877, «Έσπερος», αρ. 95/1-13 Απριλίου 1885):

(…) Μπροστά μας είναι ο Βροντάδος.

Ανάμεσα στα Λιβάδια και τη θάλασσα δεν βλέπουμε παρά μόνο κήπους και συνεχίζουμε το ταξίδι μας ανάμεσα σε δυο μακρούς τοίχους, που μας κρύβουν όλο τον ορίζοντα.

Βρισκόμαστε σε μια ωραία παραλία. Στη ράδα λικνίζονται τέσσερα ή πέντε πλοία. Οι καπετάνοι τους επισκέπτονται τα σπίτια τους. Ψαράδες στη στεριά, σε δυο γραμμές, καμιά εκατοστή βήματα η μια από την άλλη, τραβούν τις άκριες ενός γρίπου, φοβίζοντας το μουλάρι μας, που, χωρίς αμφιβολία, παίρνει το τυλιγμένο σκοινί για φίδι.  

Επιχρωματισμένη ξυλογραφία που απεικονίζει τα Λιβάδια και το Βροντάδο, από τη σημερινή συνοικία της Αγίας Παρασκευής. Στο βάθος, δεξιά, οι ανεμόμυλοι της παραλίας. ΠΗΓΗ: Τα χαρακτικά της Χίου, Τ. Β΄
Επιχρωματισμένη ξυλογραφία που απεικονίζει τα Λιβάδια και το Βροντάδο, από τη σημερινή συνοικία της Αγίας Παρασκευής. Στο βάθος, δεξιά, οι ανεμόμυλοι της παραλίας.
ΠΗΓΗ: Τα χαρακτικά της Χίου, Τ. Β΄

Τρεις ή τέσσερις μύλοι πάνω σε  ένα  μικρό ακρωτήρι κινούν με τη νοτιά τα δώδεκα  φτερά τους, τακτοποιημένα σε φλόκο.

Η θάλασσα κτυπά ρυθμικά την ακτή. Ένα ατμόπλοιο διασχίζει τον πορθμό με κατεύθυνση προς το λιμάνι. Ο ουρανός είναι γαλανός, χωρίς σύννεφα, ένα γαλανό μεσογειακό (…)

Αυτή η μαρτυρία, από κοινού με το ενδιαφέρον χαρακτικό που απεικονίζει την περιοχή του Βροντάδου από τα νότια, μας πληροφορεί, λοιπόν, ότι κάποτε οι ανεμόμυλοι στην περιοχή αυτή, που ονομαζόταν τότε «Κάτω γιαλός», ήταν ενδεχομένως περισσότεροι από τρεις –στην γκραβούρα διακρίνεται, πράγματι, ένα ερείπιο ανάμεσα στους δύο μύλους προς την απόληξη του ακρωτηρίου.

Το βέβαιο είναι ότι από την εποχή αυτή, του τέλους δηλαδή του 19ου μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα λειτούργησαν με περιοδικές -ενδεχομένως- παύσεις τρεις ανεμόμυλοι, ενώ βαθμιαία, λίγο πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εγκαταλείφθηκε ο ανεμόμυλος στην παραθαλάσσια άκρη,  με αποτέλεσμα να ερειπωθεί.

Μία ενδιαφέρουσα απεικόνιση του ενός από τους τρεις μύλους, αυτού που βρίσκεται στην άκρη του δρόμου, υπάρχει επίσης σε πίνακα του λαϊκού, αυτοδίδακτου, Βρονταδούση ζωγράφου Αριστείδη Γλύκα.

Στη ζωγραφική αυτή αναπαράσταση της περιοχής -μία από τις ελάχιστες  μη  πλοιογραφικές απεικονίσεις του Αριστείδη Γλύκα- η φτερωτή του μύλου γυρίζει μεγαλοπρεπώς, ενώ στην ακρογιαλιά πέντε τρατάρηδες τραβούν το σκοινί της ψαριάς τους.

Ο ανεμοδείχτης του χρόνου είναι πιθανό να δείχνει πριν από το έτος 1916, αφού τότε ο ζωγράφος έφυγε από τη γενέτειρά του, το Βροντάδο, για μόνιμη οικογενειακή εγκατάσταση  στον Πειραιά.

ΠΗΓΗ: Γενικό Λύκειο Βροντάδου, επιμ.: Μανδάλα Τ., Βροντάδος. Πολιτισμικό λεύκωμα
ΠΗΓΗ: Γενικό Λύκειο Βροντάδου, επιμ.: Μανδάλα Τ., Βροντάδος. Πολιτισμικό λεύκωμα

Η μοναδική, ωστόσο, φωτογραφία που απαθανατίζει και τους τρεις ανεμόμυλους σε πλήρη λειτουργία  χρονολογείται στα 1928 και έχει ληφθεί από το Χιωτομικρασιάτη Περικλή Παπαχατζιδάκη, ο οποίος την περίοδο αυτή μαζί με το φίλο του Γιώργο Τσίμα φωτογράφησαν όλη σχεδόν τη Χίο, κληροδοτώντας μας φωτογραφικές εικόνες συγκινητικής αυθεντικότητας και ομορφιάς, από αυτές που, όταν τις αντικρίζουμε σήμερα, τηρούμε, αυθόρμητα σχεδόν, ενός λεπτού σιγή, εις μνήμην όλων των απωλειών.

1928: οι τρεις μύλοι στην ομώνυμη περιοχή του Βροντάδου σε λειτουργία:                       ΦΩΤ.: Περικλής Παπαχατζιδάκης, φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη
1928: οι τρεις μύλοι στην ομώνυμη περιοχή του Βροντάδου σε λειτουργία:
ΦΩΤ.: Περικλής Παπαχατζιδάκης, φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη

Την εποχή αυτή, πάντως, δηλαδή στο μεσοπόλεμο, ο Βροντάδος, εκτός από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας που είχε ναυτικό προσανατολισμό, διατηρούσε ακόμη και τα συνήθη αγροτικά στοιχεία των προπολεμικών παραδοσιακών κοινοτήτων: οι κάτοικοί του, κατά την προ του Β’ παγκόσμιου πολέμου εποχή, έσπερναν ακόμη όλα τα χωράφια της ευρύτερης περιοχής με σιτάρι, μαυροθέρη, κοκκιναθέρη ή φραγκοσίταρο (έτσι ονόμαζαν τότε τις ποικιλίες του σκληρού σιταριού, ενώ από κατώτερης ποιότητας σιτάρι έσπερναν τις ποικιλίες της μεντάνας και της καμπέρας).

 

ΦΩΤ. : Μαξ Ρεντιάνης, αρχείο: Β. Ρουφάκης
ΦΩΤ. : Μαξ Ρεντιάνης, αρχείο: Β. Ρουφάκης
ΦΩΤ. : Μαξ Ρεντιάνης, αρχείο: Β. Ρουφάκης
ΦΩΤ. : Μαξ Ρεντιάνης, αρχείο: Β. Ρουφάκης

Οι κτηνοτρόφοι του Βροντάδου, έσπερναν επίσης, τις περιοχές μέχρι το Φλώρι, αυτές που μπορούσαν να οργώσουν με τα σιδερένια άλετρα της εποχής, τα οποία έσερναν βόδια, μουλάρια ή γαϊδούρια. Την εποχή εκείνη μία πολυμελής οικογένεια είχε ανάγκη περίπου οκτώ οκάδων ψωμιού την ημέρα, δηλαδή τέσσερα διπλά ψωμιά περίπου, ποσότητα που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν δυνατό -τουλάχιστον για το Βροντάδο- να προκύψει αποκλειστικά από τις καλλιέργειες της κάθε οικογένειας.

Μια οικογένεια τότε μπορούσε να βγάλει το δικό της ψωμί μέχρι εννέα μήνες το πολύ και αυτό συνέβαινε στα χωριά κυρίως. Το υπόλοιπο διάστημα του χρόνου, αγόραζαν αλεύρι, για να ζυμώσουν τα ψωμιά τους ή τα προμηθεύονταν από τους φούρνους της περιοχής. Πάντως η κατανάλωση του ψωμιού ήταν εντυπωσιακή -«ψωμοφάδες», εξάλλου, ονόμαζαν όλους εκείνους που έτρωγαν πολύ ψωμί.

 

Προμήθεια επτάζυμων από το φούρνο Κ.  Σημηριώτη στην περιοχή «Λιβάδια», αρχείο: Σ. Τσιροπινά
Προμήθεια επτάζυμων από το φούρνο Κ. Σημηριώτη στην περιοχή «Λιβάδια», αρχείο: Σ. Τσιροπινά

Προμήθεια επτάζυμων από το φούρνο Κ.  Σημηριώτη στην περιοχή «Λιβάδια», αρχείο: Σ. Τσιροπινά
Ο φούρνος Κ. Σημηριώτη στην περιοχή «Λιβάδια», αρχείο: Σ. Τσιροπινά

Τσατάλια, δικέλια, τσάπες, βουδάλετρα ή μουλάλετρα, δρεπάνια, λουκάνες, δικερόνια, δρομόνια και σιταρικά είναι μερικές από τις λέξεις μιας εποχής -σχεδόν μυθικής πλέον για τον 21ο αιώνα- που είχαν να κάνουν με τις βασικές φάσεις της καλλιέργειας των σιτηρών: τη σπορά, το θερισμό, το αλώνισμα και το ξενέμισμα.

Αλλά και όταν, έτοιμο πια το σιτάρι, μέσα στα σακιά και πάνω στα γαϊδουράκια, έπαιρνε το δρόμο για το άλεσμα στους μύλους, πολλές ακόμη λέξεις και φράσεις λέγονταν από τους μυλωνάδες και τους πελάτες των μύλων -αινιγματικές σαν σφίγγες για εμάς σήμερα: μιλούσαν για ξάρτια ή στράγια, δυναμάρια και σκότες, αντενώσες, μουδιάρισμα και ξαλεσιά, αφάλι, πανώπετρα και ακαματόπετρα. Έδιναν εντολές για αβέρτα ή όρτσα τα πανιά, καμάρωναν ότι ο μύλος σφυντιρίζει και, όταν τελείωναν και με τα υπόλοιπα: την κοφινίδα, τη γούλα, το κανάλι ή τσούνα, την κωλέθρα, το στηράκι, τον ανεβάτη, το φανάρι ή την ανέμη, τη ρόδα, το αξόνι, τους κόρμαλους, τα κουτούκια, την κουκούλα ή τούρλα ή τραβάχα, πρόσθεταν σαν επίλογο: ο μύλος εσκούλισε, για ν’ ακολουθήσει η αμοιβή του μυλωνά, το αξάι, που δινόταν, την εποχή ακόμη της Τουρκοκρατίας, σε παράδες και μεταλλίκια:

Κυρ- μυλωνά, κυρ -μυλωνά
πόσο το άλεσμά σου;
-Τσάμπα για σένα, κούκλα μου
κι ο μύλος χάρισμά σου!

Την προκατοχική και κατοχική περίοδο, οι τρεις μύλοι, στην ομώνυμη περιοχή του Βροντάδου, ήταν ιδιοκτησία των οικογενειών Κωστάλα και Λω. Ο μεσαίος μύλος, που δεν υπάρχει πια, ήταν του Γιώργη Κωστάλα, από τον οποίο κληροδοτήθηκε στο γιο του Θεμιστοκλή ή Κοκλή. Ο ακρότατος προς τη θάλασσα μύλος ανήκε στο Ζαννή Λω.

 

Λεπτομέρεια από τη φωτογραφία Π. Παπαχατζιδάκη: ο μεσαίος ανεμόμυλος
Λεπτομέρεια από τη φωτογραφία Π. Παπαχατζιδάκη:
ο μεσαίος ανεμόμυλος

Λεπτομέρεια από τη φωτογραφία Π. Παπαχατζιδάκη: ο μύλος στην απόληξη του ακρωτηρίου
Λεπτομέρεια από τη φωτογραφία Π. Παπαχατζιδάκη:
ο μύλος στην απόληξη του ακρωτηρίου

Ο ανεμόμυλος στο όριο του δρόμου ήταν ιδιοκτησίας του Αντώνη Λω, με τελευταίους μυλωνάδες τον εγγονό του, Γιώργη Συρρή και το θείο τού τελευταίου, Γιώργη Καμίνη. Οι δυο τους δούλεψαν το μύλο τα τέσσερα χρόνια της Κατοχής.

ΦΩΤ.: Νικόλαος Χαβιάρας, αρχείο Ευαγγελίας Χαβιάρα-Κοκκινάκη (ΠΗΓΗ: Ο κύκλος που έκλεισε…)
ΦΩΤ.: Νικόλαος Χαβιάρας, αρχείο Ευαγγελίας Χαβιάρα-Κοκκινάκη
(ΠΗΓΗ: Ο κύκλος που έκλεισε…)

Μία γλαφυρή μαρτυρία της Δέσποινας Ζαφειράκη, το γένος Φλάμου, εγκατεστημένης σήμερα στην Αμερική, μας μεταφέρει ολοζώντανα, παρά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, την αύρα της εποχής εκείνης,  καθώς και τα χαρακτηριστικά της περιοχής και των ανθρώπων της:

Κατοχή του ’41.

Η μάνα μου μ’ έστελε στους «Τρεις Μύλους», στο Βροντάδο, για να αλέσω. Έπαιρνα τα σακουλάκια, ένα καλαμπούκι, ένα σιτάρι, τρεις τέσσερις οκάδες το ένα, τέσσερις οκάδες το άλλο κι ένα πορτοκάλι ή παξιμάδι, αν βρισκότανε τότες.

Ήτανε, το λοιπόν, οι μύλοι στη θάλασσα και πηγαίνανε ο κόσμος να αλέσει αυτό το λίγο, που βρισκόταν στον καθένα, καλαμπόκι ή σιτάρι και περιμέναμε σειρά. Εγώ επήγαινα στο μεσαίο -ο ένας στην άκρη άκρη, στη θάλασσα, ήτανε γκρεμισμένος. Τα πανιά του μύλου ήταν πολύ παλιά.

Περιμέναμε εν τω μεταξύ να βάλει αέρα για να αλέσομε το σιτάρι ή το καλαμπούκι και πολλές φορές ενύχτωνε, παρ’ όλο που πήγαινα από το πρωί να περιμένω. Αλλά δεν έφευγα, γιατί είχα το φόβο της μητέρας μου που ήξερα ότι επερίμενε πώς και πώς να πάω στο σπίτι το αλεύρι για να ζυμώσει. «Άμα δεν αλέσεις το σιτάρι, να μην έρθεις σπίτι!» μου ’λεγε… Τέλος πάντων…

 Και μου δίνανε ένα πορτοκαλάκι και περνούσα όλη την ημέρα. Γιατί εμείς μόνο πορτοκάλια και μαντερίνια είχαμε μπόλικα, επειδή τότε, με τους Γερμανούς, δεν μπορούσαμε να τα στείλομε έξω κι επέφτανε κάτω, στη γη. Εβοηθούσαμε και τον κόσμο: ερχότανε ο «Συνοικισμός» (σ.σ. Μικρασιάτες πρόσφυγες) της Χίου και εζητούσανε από τον πατέρα μας ή χόρτα ή οτιδήποτε κι εκείνος τους έλεγε: πάρτε μαντερίνια, πάρτε ό,τι θέλετε! …γιατί ο κόσμος πεινούσε. Και πραγματικά έτρωγε ο κόσμος μαντερίνια, γιατί αλλιώτικα θα  τα  ’τρωγε η γη.

Στο μύλο, λοιπόν, ήτανε και άλλοι άνθρωποι που περιμέναμε σειρά κι ανεβαίνανε τα σκαλάκια και πηγαίναμε πάνω ψηλά -ο μύλος είχε δυο πατώματα και το κάτω κάτω ήτανε άδειο.

 Πρόσεχα να είναι οι μυλόπετρες καθαρές, να βάλω κι εγώ τα δικά μου ν΄ αλεστούνε, διότι ο καθένας, όταν άνοιγε το τσουβαλάκι του, έπρεπε να περιμένει να μην πέφτει πια άλλο αλεύρι στο καναλάκι από τον προηγούμενο. Πρόσεχα κι αυτό που μου ’λεγε πάντα η μάνα μου: «Θα βάλεις πρώτα το σιτάρι, γιατί οι μυλόπετρες έχουν πάντα κολλημένο πάνω τους αλεύρι κι άμα ρίξεις ύστερα το καλαμπούκι, παίρνει όλο το αλεύρι του σιταριού που έχει πιο πολύ αξία και πέφτει στο δικό σου τσουβαλάκι. Κατάλαβες;».

Επερίμενα λοιπόν κι ύστερα έπαιρνα το αλεύρι και πήγαινα στο σπίτι μου και μου ΄λεγε πάντοτε η μάνα μου: «έχε την ευχή μου, κόρη μου!» Οι άλλες αδελφούλες μου κάτι βέβαια κάνανε κι αυτές, η μια στο περιβόλι, η μια απ’ εδώ, η άλλη από κει.

Πάντοτε στο μύλο ήταν ένας γέρος, με ένα κασκετάκι. Δε θυμούμαι τι τον ελέγανε, γιατί ήμουνα μικρή, δώδεκα χρονώ. Φαινότανε λιγάκι γερασμένος. Ήτανε καλός ανθρωπάκος και πάντοτε μου ’λεγε: «παιδί μου, μη στεναχωριέσαι, θ’ αλέσεις. Θα τ’ αλέσεις κι εσύ. Θα πάρεις κι εσύ το αλεύρι στο σπίτι, δε θα σ’ αφήσω να φύγεις έτσι…».

Καθόμουνα, λοιπόν. Καθόμουνα και κοίταζα τις μυλόπετρες να γυρίζουν και δεν άφηνα από δίπλα μου τα τσουβαλάκια, γιατί τότε υπήρχε μεγάλη πείνα, κι όταν έφευγες δυο λεπτά, κάποιος θα σου τα ’παιρνε. Σαν ήμαστε δυο τρεις κι εγνώριζε ο ένας τον άλλονε, αφήναμε τα τσουβαλάκια μας και,  για να περάσει η ώρα, εκαθίζαμε έξω, στη θάλασσα. Καθίζαμε λίγο εκεί στα βοτσαλάκια, όταν ήταν κι άλλες της ηλικίας μου κι επιάναμε καβουράκια, πετούσαμε πετρούλες στη θάλασσα, ελέγαμε αστεία για να περνά η ώρα και πηγαίναμε πάλι απάνω. Στα τσουβαλάκια μας είχαμε γράψει και όνομα -τα δικά μου είχαν το «Φ»: Φλάμος.

Τους μύλους τους θυμάμαι σαν να είναι χτες που πήγαινα. Του μεσαίου μύλου τα πανιά ήτανε πιο καλά, δεν υπήρχε φόβος να σταματήσει, αν και ήτανε κι αυτουνού δουλεμένα πολύ. Απ’ έξω ήτανε καθαρή πέτρα, χωρίς σοβά, και πάνω πάνω είχε δυο παραθυράκια που βλέπαμε απ’ έξω. Πάνω στις πέτρες του μύλου ακουμπούσε η στρογγύλη και η σκέπη. Ο βοηθός του μυλωνά, ένα παιδί, σκούπιζε τη μυλόπετρα, γιατί κάνανε κάτι και μπορούσανε να τη σηκώνουνε λίγο.

Καθόμουνα εκεί και περίμενα… Πολλές φορές έκλαιγα, αλλά έκανα κουράγιο, γιατί φοβόμουνα να πάω στο σπίτι δίχως το αλεύρι. Κι ο άνθρωπος ποτέ δε με γέλασε. Αλλά ήμουνα και πολύ καπάτσα σε τέτοια. Ο γέρος πολλές φορές τραγουδούσε:

«Αμάν αμάν, μυλωνά, κάνε μου τη χάρη
να μ’ αλέσεις, μάτια μου, το σιτάρι…».

Πολλές φορές έλεγε και για τον αέρα, γιατί επαρακαλούσαμε να φυσήξει αέρας να γυρίσουν τα πανιά:

«Φύσηξε αέρα, φύσηξε νοτιά
να γυρίσει ο μύλος μας, να κάνομε ψωμιά…»

Έλεγε κι αστεία κι επείραζε τον κόσμο για να περάσει η ώρα μας- είχε, όπως πολλοί, εδώ στη Χίο, την έχουνε, αυτή τη χάρη. Μιλούσε συνεχώς, έτσι για την πλάκα, για να κάνει τον κόσμο να μη φωνάζει, να γελά ο κόσμος, να μη μαλώνουνε: «Άντε, δε μ’ άλεσες!», «Κι εγώ περιμένω πολύ και πέρασε η μέρα!»… Όλο έλεγε τ’ αστεία του και τα ΄λεγε τόσο ταιριαστά κι όλο απαντούσε: «Μη στεναχωριέσαι! Μη στεναχωριέσαι!».

Ήμουνε πάντα ευχαριστημένη απ’ αυτόν τον άνθρωπο, έπαιρνα το αλεύρι και το πήγαινα στη μαμά.

 Γύρω στα 1950: ο μεσαίος μύλος που έχει κατεδαφισθεί. Στη θέση του σήμερα βρίσκεται super market.                      ΦΩΤ.: Νικόλαος Χαβιάρας, αρχείο Ευαγγελίας Χαβιάρα-Κοκκινάκη (ΠΗΓΗ: Ο κύκλος που έκλεισε…)
Γύρω στα 1950: ο μεσαίος μύλος που έχει κατεδαφισθεί. Στη θέση του σήμερα βρίσκεται super market.
ΦΩΤ.: Νικόλαος Χαβιάρας, αρχείο Ευαγγελίας Χαβιάρα-Κοκκινάκη (ΠΗΓΗ: Ο κύκλος που έκλεισε…)

Αμέσως μετά την Κατοχή, ο άνεμος του χρόνου και των ποικίλων εκσυγχρονιστικών αλλαγών φύσηξε άγριος επάνω στην περιοχή «Τρεις Μύλοι»: ενώ λιγοστοί πια τρατάρηδες έσερναν τα δίχτυα τους  στις κοντινές των μύλων παραλίες  και  ο  ξακουστός  Ελισαίος,  ο  ψαράς, διαλαλούσε την καλή του ψαριά στο πανέρι, ενώ οι τελετουργικές πομπές για τον αγιασμό των υδάτων κατευθύνονταν προς την περιοχή «Κατσουνάκι» και λευκά περιστέρια αφήνονταν να πετάξουν στο χειμωνιάτικο ουρανό –« το πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές»: η περιοχή άλλαζε όψη ανεπαίσθητα, αλλά σταθερά.

Φωτογραφία από το οικογενειακό αρχείο του ψαρά  Ελισαίου Φλάμου
Φωτογραφία από το οικογενειακό αρχείο του ψαρά Ελισαίου Φλάμου
Φωτογραφία από το οικογενειακό αρχείο του ψαρά  Ελισαίου Φλάμου
Φωτογραφία από το οικογενειακό αρχείο του ψαρά Ελισαίου Φλάμου

 

ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη
ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη
ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη
ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη

Ο μεσαίος μύλος γκρεμίστηκε από τους κληρονόμους των ιδιοκτητών του, δίνοντας για αρκετά χρόνια τη θέση του στο κέντρο διασκέδασης «Οι τρεις μύλοι». Τρεις ανεμόμυλοι κοσμούσαν για χρόνια τη σκηνογραφία του, παρ’ όλο που ο ένας ήταν πια άφαντος στο πραγματικό σκηνικό της περιοχής, ο άλλος είχε μισογκρεμιστεί, ο τρίτος -αδιόρατα στην αρχή, με μεγαλύτερη γοργότητα στη συνέχεια- ξεστηθωνόνταν και λαβωνόταν ολοένα και πιο πολύ από τον άνεμο του χρόνου και της εγκατάλειψης.

 

Δεκαετία 1960. Η περιοχή Τρεις Μύλοι. ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη
Δεκαετία 1960. Η περιοχή Τρεις Μύλοι.
ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη

Δεκαετία 1960. Το κέντρο διασκέδασης «Τρεις Μύλοι». ΦΩΤ.: αρχείου Ηλ. Εγγλέζου
Δεκαετία 1960. Το κέντρο διασκέδασης «Τρεις Μύλοι».
ΦΩΤ.: αρχείου Ηλ. Εγγλέζου

Το ουράνιο τόξο, όταν έβγαινε, μετά από τις βροχές που ξέπλεναν στοργικά τα κουφάρια των μύλων που είχαν απομείνει, φώτιζε πλέον μία τελείως διαφορετική περιοχή: ένα πολυβολείο στη βάση τού ενός μύλου -τεκμήριο της ελληνοτουρκικής κρίσης του 1974- άκομψα εναέρια καλώδια στύλων και, βέβαια, τους μπετονένιους όγκους των οικοδομούμενων σπιτιών, τις σκαλωσιές και, λίγο αργότερα, τις πινακίδες των κομματικών γραφείων, αλλά και τις επιγραφές των επιχειρήσεων της περιοχής: ΠΑ.ΣΟ.Κ., ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, KEY FOOD A.E., B.P., JET OIL

Φωτογραφικά στιγμιότυπα της εικοσαετίας 1980-2000

ΕΠΑΝΩ ΦΩΤ.: Αδαμάντιος Π. Σαλιάρης, αρχείο Π. Δ. Σαλιάρη. ΜΕΣΑΙΑ και ΚΑΤΩ ΦΩΤ.: Σ. Τσιροπινά

Σχεδόν απολησμονήθηκε και η ονομασία της περιοχής, αφού αντί για τρεις μύλους οι διαβάτες μπορούσαν να αντιληφθούν μόνο τον… ενάμιση απ’ αυτούς, με την προϋπόθεση, βέβαια ότι θα ήταν καλά πληροφορημένοι ή αρκούντως παρατηρητικοί. Σιγά- σιγά μάλιστα  η ονομασία «Τρεις Μύλοι» άρχισε λανθασμένα να αποδίδεται στους μύλους των Ταμπάκικων, γεγονός που πιστοποιεί τα κενά μνήμης και γνώσης που έχουμε αναφορικά με το κοντινό μας παρελθόν και το γενέθλιο χώρο μας.

Το ίδιο βέβαια συνέβαινε και με όλα τα άλλα αδελφά των ανεμόμυλων κτίσματα που, κάποτε, υπήρξαν ταπεινοί, αλλά ουσιαστικοί στυλοβάτες της προβιομηχανικής τεχνολογίας – είτε αυτά ήταν ανεμόμυλοι, είτε ήταν νερόμυλοι, φούρνοι ή ελαιοτριβεία: άλλα καίγονταν, άλλα εγκλωβίζονταν σε χώρους στρατοπέδων, άλλα γινόντουσαν βουβοί μάρτυρες του παρελθόντος μέχρι την τελική ισοπέδωσή τους.

Όλα, όμως, τα κτίσματα αυτά έστελναν και στέλνουν μέσα στη μοναξιά τους μυστικά σινιάλα γι’ αυτό που υπήρξαν, αλλά και γι’ αυτό που κατάντησαν, ανακαλώντας -τουλάχιστον για όσους μπορούν να εννοήσουν τα βουβά τους μηνύματα-  όμοιες εικόνες με αυτές που έπλασε η ευαισθησία του ποιητή:

«… Είναι τα πουλιά που μόνα ξόμειναν
μίλια απ’ το κυρίαρχο κοπάδι
πίσω τους το φως της μέρας σβήνεται
και μπροστά τους πήζει το σκοτάδι» …

 (η συνέχεια στο 2ο μέρος)

Γεννήθηκε στη Χίο, όπου ζει και εργάζεται ως καθηγήτρια φιλόλογος. Έργα της: Ο κύκλος που έκλεισε (Χίος, 1999 και 2001), Φώτης Αγγουλές: πορεία στο φως και το σκοτάδι της ζωής του (Χίος, 2010), Η θεατρικότητα των χιακών εθίμων του εορτολογίου 1. Πρωτοχρονιάτικα καραβάκια. Λάζαροι (Χίος, 2012, Α΄ τ. διδακτορικής διατριβής στο Τμήμα Θεάτρου Α. Π. Θεσσαλονίκης) κ.ά.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ