Πολυαγαπημένε μου αδερφέ, Γιώργη, ίντα κάμνεις;

1

Επήρα το δέμα σου από τον ταχυδρόμο και σ’ ευχαριστώ, αλλά βρε γιουκάκι μου, μαζεύετενε τα φράγκα σας, μη μου ξαναστείλεις χοντρά καλτσόν με πιάνει φαγούρα στα σκέλια. Μπας και θαρρείς πως είμαστενε κι εμείς Καναδάς; Έπιασε να χιονίζει εκειδά; Χοντρή φανέλλα να φοράτενε του παιδιού στο σκολείο κι από πάνω το πουλοβεράκι που του ‘μπλεξα, με τον κούκο και το κασκόλ το ασορτί. Μην ψοφήσει το παιδί, αλίμονο σας. Εδώ, χειμώνα βαρύ ακόμα δεν είδαμε. Κάμνει ψύχρα τα βράδια, ανάβω τζάκι, μισό τόνο ξύλα πήρα με το κατοστοδόλλαρο που είχες χώσει διάβολε μέσα στις σοκολάτες. Δεν έχομε κι ελιές, να φέρω κάτω κάνα κλαδί, επήγα στου Χατζή που είχα τις ελπίδες μου, μα τίποτι, βερβελιές, ζαρωμένα από την ανοβριά φύλλα και καρπός. Βλέπεις τα δέντρα και πονά η ψυχή σου.

Όλο με ρωτάς τα νέα. Ίντα νέα θες κουσελά; Πέντε γάμοι θα γίνουνε το καλοκαίρι, μου ‘πενε η διπλανή, ο Κωσταντής της Μαριγώς αυγομαζεύει μέρες μετράει, κάθε Κυριακή μου φέρνει η Αγγελικώ κόλλυβα από τα μνημόσυνα, οι συγχωριανοί φοβούνται ίμπα και τους έρθει καμιά οικογένεια προσφύγων και τους χαλάσει την πλάνη τως, δέκα παιδάκια παρελάσανε την 11η, πάει για κλείσιμο το σχολειό, άδειασε από Τούρκους τουρίστες το λιμάνι, η γέφυρα στο Παντουκιός ετέλεψε μα το βράδυ είναι σκουντούφλα, ο Γιάννης με τον Νικολή φτάσανε στα δικαστήρια για ένα μέτρο γης για το χωράφι της άμιας Στελλιανής, οι αμανίτες και χορτάρια δεν εβγήκανε. Από λύπες εχορτάσαμε, οι χαρές μας λείπουνε.

Στη Χώρα γίνονται φασαρίες. Ήρτανε, λέει, κάτι βουλευτές  και μιλήσανε σ’ ένα ξενοδοχείο, απ’ αυτούς που παλιά  ο πάππους μας τους έλεγε δοσίλογους και ρουφιάνους. Απ’ αυτό το κόμμα που έχουνε στη βουλή και χαιρετά χιτλερικά, που έχουνε κάνει τατουάζ στα χέρια τους στον αγκυλωτό σταυρό. Εξεσηκώσανε, είπανε, τους οπαδούς τους, αφιόνια τους κάμανε και τα βάλανε το άλλο το βράδυ με τους πρόσφυγες, αυτούς που μένουν σε τσαντήρια στη Σούδα. Τους επετροβολούσανε, τους νευριάσανε, είπαν μετά πως ανοίξανε ένα μαγαζί με βεγγαλικά κι έγινε το χιλιοζύμι στην πόλη. Τους ερίξανε κοτρώνες από ψηλά, κινδυνέψανε μωρά, η αστυνομία  δεν έπιασε κανένανε, μόνο πρόσφυγες εσυλλάβανε. Και μετά, τη μέρα μνήμης του Πολυτεχνείου, επήγανε οι τρισκατάρατοι κι ερίξανε μολότωφ, επήρανε φωτιά τα τσαντήρια, στο δρόμο εκοιμηθήκανε οι πρόσφυγες  μέσα στο κρύο της νύχτας μπας και νοιώσουνε ασφάλεια. Δυό παλικάρια τραυματιστήκανε σοβαρά από πέτρες που τους πετάξανε στο κεφάλι. Κανέναν υπαίτιο δεν εσυλλάβανε. Ή τους φοβούνται οι αστυνόμοι, ή έτσι βολεύει την κυβέρνηση, εν εξηγείται αλλιώς. Μπουχός, άφαντοι όλοι, κράτος και Δήμος.

Εν ηξέρω, είμαι πολύ αγανακτισμένη, δεν είναι ετούτος πια ο τόπος μας και θέλω, αδερφέ, να μου πεις την πάσα αλήθεια. Δεν πιστεύω να κάμανε και σε σας τα ίδια όταν επήγατε μετανάστες στον Καναδά; Δεν πιστεύω να τρομάξανε το παιδί, να το βρίσανε, να το χτυπήσανε επειδή ήτανε ξένος; Βοή στη μοίρα σου και το ριζικό σου άμα κάτι μου κρύβεις.

‘’Το ψωμί της ξενιτειάς είναι πικρό’’, θυμάσαι όταν το τραγούδαγε ο πατέρας στα γλέντια που κάμναμε στο σπίτι; Πόσα χρόνια περάσανε; Κι η ξενιτιά  από τότε μέχρι τώρα ακόμα είναι φαρμάκι. Παίζεις καθόλου την κιθάρα ή τσάμπα την εκουβάλησες εκειδά; Ο διάβολος μου ήτανε άμα την εκούρδιζες κι όταν επροσπαθούσες τράγκα ντρουγκ να βάλεις τις νότες σε μια σειρά, μα απόψε που ‘ναι Σαββατόβραδο κι είμαι μονάχια πόσο λαχταρώ να σ’ ακούσω να παίζεις κιθάρα και να το τραγουδάς. Μου είπανε οι φιλονάδες να βγούμε για ούζο μα κέφι δεν έχω. Δεν μου μυρίζει αθρωπιά εκεί έξω πια. Βλέπω τους πρόσφυγες αδερφέ κι ο νους μου πάει σε σένα. Ίδιος ο καημός άμα αναγκάζεσαι ν’ αφήκεις τον τόπο σου.

Εδώ θα σ’ αφήκω, ετέλειωσε το πλυντήριο κι έχω ν’ απλώσω.

Ανοίξανε τα καζάνια κι από τότε που μου έταξες πως θα’ρθετε το καλοκαίρι, σου’χω κρατήσει δυό μπουκάλια σούμα κι ελιές τσακιστές που  βρήκα.

Να ‘χεις στο νου σου το παιδί. Να ξαναστείλεις σοκολάτες και φωτογραφίες του μικρού να τις κάμω κάντρο, όχι καλτσόν, ούτε κραγιόνια…

Σας γλυκοφιλώ

Η αδερφή σου

ΥΓ. Έχεις πολλούς χαιρετισμούς από τους φίλους σου, ο Διαμαντής εξεμπαρκάρισε για το κυνήγι, είπε να σου κρατήσει  και του’ πα πως πουλάκια εσύ δεν τρως και να μην τα σκοτώνει άδικα.

Γελά και ξεγελά

Συζήτηση1 σχόλιο

  1. Μιχάλης

    Προφανώς και τα πρόσφατα συμβάντα εναντίων των προσφύγων (και των λαθρομεταναστών, γιατι δεν είναι όλοι πρόσφυγες) είναι καταδικαστέα, αλλα για να μην αγιοποιούμε την συμπεριφορά των ξένων προς τους Έλληνες μετανάστες (και ιδίως στον Καναδά) διαβάστε το παρακάτω.
    https://en.wikipedia.org/wiki/1918_Toronto_anti-Greek_riot
    Να σημειωθεί ότι σε αυτήν την περίπτωση μιλάμε για μετανάστες με δουλειά που δεν επιβάρυναν κανέναν Καναδό.

Άφησε σχόλιο