Προβληματισμοί στο θέμα της χρήσης καμερών και τη συνταγματικότητα των νέων μέτρων

0

του Νίκου Λουτράρη

Η ραγδαία εξέλιξη των τεχνολογιών της πληροφορίας μας οδηγεί ενώπιον καταστάσεων που συνιστούν ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή της προσωπικότητας και της ιδιωτικότητας. Το κλίμα ανασφάλειας, που καλλιεργείται παγκοσμίως με αφορμή την τρομοκρατία (ιδίως μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001), την εγκληματικότητα και τη διακινδύνευση των περιουσιακών αγαθών, ωθεί σε μέτρα που συρρικνώνουν ανεπίτρεπτα τα ατομικά δικαιώματα. Στο όνομα της προστασίας της ανθρώπινης ζωής και των περιουσιακών αγαθών ο σύγχρονος άνθρωπος δέχεται τη βίαιη εισβολή συστημάτων, όπως τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης (Κ.Κ.Τ.), που στόχο έχουν την πρόληψη και καταστολή εγκληματικών πράξεων και την εμπέδωση ενός κλίματος ασφάλειας στο κοινωνικό σύνολο.

Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα εκτεταμένης χρήσης Κ.Κ.Τ. με σκοπό -θεωρητικά- την πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας είναι αυτό της Μεγάλης Βρετανίας, της χώρας που αποτέλεσε ήδη από τη δεκαετία του 1980 τον πρωτοπόρο στη χρήση αυτής της μεθόδου, κατακτώντας πλέον επάξια τον τίτλο της «Δημοκρατίας Κλειστού Κυκλώματος». Στις μεγαλουπόλεις της χώρας αυτής είναι εγκατεστημένες συνολικά περίπου 4.200.000 κάμερες, δημιουργώντας ειδικά στην πρωτεύουσα μία ασφυκτική πραγματικότητα,  καταγράφοντας τις κινήσεις ενός Λονδρέζου πάνω από 300 φορές σε μία ημέρα, καθώς είναι χαρακτηριστικό ότι αντιστοιχεί περίπου μία κάμερα για κάθε 14 πολίτες! Παρόλα αυτά, τα αποτελέσματα είναι αποκαρδιωτικά: Σύμφωνα με έρευνα του ίδιου του βρετανικού Υπουργείου Εσωτερικών το 2005 (Home Office Research Study 292, Assessing the Impact of CCTV), η παρουσία καμερών δεν συμβάλλει ουσιαστικά στην εμπέδωση του «αισθήματος ασφάλειας», ενώ και στατιστικά δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Μάλιστα αξιωματούχοι της περίφημης Σκότλαντ Γιαρντ επιβεβαίωσαν προσφάτως τα παραπάνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, χαρακτηρίζοντας τη χρήση Κ.Κ.Τ. ως το «απόλυτο φιάσκο» και σημειώνοντας ότι η έντονη παρουσία του Μεγάλου Αδελφού στις πόλεις της Αγγλίας είτε δεν έχει περιορίσει καθόλου την εγκληματικότητα είτε, όπου οι δείκτες της εμφανίζονται μειωμένοι, δεν είναι βέβαιο ότι αυτό οφείλεται στη χρήση των καμερών. Το συμπέρασμα αυτό φυσικά δεν είναι παράδοξο: Εφόσον δεν λαμβάνεται επαρκής πρόνοια για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συνθηκών (ανεργία, ανισότητα, περιθωριοποίηση κλπ.) που ευνοούν την εκδήλωση της εγκληματικής συμπεριφοράς, τα μέσα καταστολής, όσο και αν εντείνονται, παραμένουν ατελέσφορα για την αντιμετώπιση του αποφασισμένου και απελπισμένου «εγκληματία» (από τον απαγωγέα έως τον μικροπαραβάτη), ο οποίος εν καιρώ αναπροσαρμόζει τις δικές του μεθόδους προφύλαξης απέναντι στη νέα πραγματικότητα. Αντίθετα η επιτήρηση και η ψευδαίσθηση της διαβίωσης σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον αποτελούν πλέον την αναπόφευκτη πραγματικότητα του ανυποψίαστου ή και αδιάφορου πολίτη, έχοντας οδηγήσει -στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας- σε κατά καιρούς καταδίκες για παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Στο ελληνικό νομικό πλαίσιο ήδη από το 1975 το Σύνταγμα της Ελλάδας ορίζει στο άρθρο 5 ότι η προσωπική ελευθερία και η ελευθερία κίνησης και κυκλοφορίας σε οποιοδήποτε μέρος της ελληνικής επικράτειας χωρίς περιορισμούς είναι απαραβίαστες. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Α.Π.Δ.Π.Χ.), ανεξάρτητη δημόσια αρχή, αποκλειστικά αρμόδια για τα θέματα αυτά από το 1997 (βλ. και παρακάτω), έχει θεσπίσει με την υπ’ αρ. 1122/2000 Οδηγία της μια γενική απαγόρευση της λήψης και της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων με Κ.Κ.Τ. «που λειτουργεί μονίμως, συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα», κρίνοντας ότι ο πολίτης πρέπει να προστατευτεί από την τηλεεπιτήρηση. Εξειδικεύοντας τα παραπάνω, η Αρχή έχει εισαγάγει απόλυτη απαγόρευση αποθήκευσης εικόνας και ήχου μέσω Κ.Κ.Τ. από κοινόχρηστους/δημόσιους χώρους (πεζοδρόμια, οδούς, πεζόδρομους κτλ.) ή μέρος αυτών, στοχεύοντας στην προστασία των πολιτών από «πρωτοβουλίες» αυτού του τύπου, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, οι οποίοι κατά την κρίση της το επιβάλλουν. Για παράδειγμα έχει κρίνει με αποφάσεις της ότι ο περιορισμός της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών είναι ανεκτός μόνο όταν διασφαλίζεται η προστασία τους από παραβάσεις και εγκλήματα σε χώρους που αποδεδειγμένα χαρακτηρίζονται από υψηλή εγκληματικότητα (π.χ. αεροδρόμια, υπόγειοι χώροι στάθμευσης, τράπεζες κτλ.), προσθέτοντας όμως ταυτόχρονα ότι η χρήση αυτών των συστημάτων είναι το πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για τον επιδιωκόμενο σκοπό, εφόσον έχουν εξαντληθεί προηγουμένως όλα τα λιγότερο επιβλαβή μέσα για την ιδιωτική ζωή του ατόμου.

Σχεδόν εξίσου αυστηρή είναι και η αντιμετώπιση των καμερών σε εσωτερικούς χώρους, όπως τα εμπορικά καταστήματα, με την απαγόρευση να αίρεται σε πολύ ειδικές περιπτώσεις για λόγους προστασίας αγαθών, προστασία που δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο (π.χ. ανιχνευτές στις εξόδους για κλεμμένα προϊόντα). Τότε όμως πρέπει απαραίτητα να συντρέχουν και κάποιες πρόσθετες προϋποθέσεις: Να έχει υποβληθεί γνωστοποίηση για τη λειτουργία του κυκλώματος στην Αρχή μέσω ειδικού εντύπου, να έχει τοποθετηθεί από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ικανός αριθμός ενημερωτικών πινακίδων, που να προειδοποιούν ότι ο χώρος βιντεοσκοπείται, και τέλος τα δεδομένα που συλλέγονται να μην είναι τέτοια, ώστε να χρησιμεύουν για τον έλεγχο της συμπεριφοράς ή της απόδοσης των εργαζομένων, αφού έτσι παραβιάζεται το άρθρο 22 του Συντάγματος σχετικά με την ανεμπόδιστη άσκηση του δικαιώματος της εργασίας. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για τη χρήση μέσων τηλεεπιτήρησης σε καφετέριες, εστιατόρια, φαστ-φουντ, ζαχαροπλαστεία, καταστήματα ενοικίασης DVD, μέρη δηλαδή όπου και στατιστικά δεν υφίσταται ουσιαστικό ενδεχόμενο τέλεσης εγκληματικών ενεργειών, αλλά και η αξία των περιουσιακών στοιχείων δεν είναι τόσο σημαντική, και πάντως τέτοιας έκτασης που να εξαναγκάζει σε υποχώρηση το δικαίωμα αορίστου αριθμού πολιτών να βρεθούν σε έναν τόπο ή να συναλλαχθούν χωρίς οι κινήσεις τους να επιβλέπονται και να καταγράφονται. Τέλος δεν χρειάζεται καν να διευκρινιστεί ότι η ύπαρξη οποιουδήποτε ηλεκτρονικού μέσου επιτήρησης σε χώρους δοκιμής ενδυμάτων των καταστημάτων (αποδυτήρια) είναι παράνομη, αποτελεί ποινικό αδίκημα, ενώ και από ηθικής πλευράς οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς. Μία επίσκεψη στο διαδίκτυο, όπου αφθονούν φωτογραφίες και βίντεο, «προϊόντα» καμερών σε αποδυτήρια, θα προκαλέσει προβληματισμό και αγανάκτηση και στον πλέον καλοπροαίρετο.

Ποικίλες αποφάσεις της Α.Π.Δ.Π.Χ. -αλλά και των ελληνικών δικαστηρίων- τα τελευταία χρόνια έχουν κινηθεί στο παραπάνω πλαίσιο. Ενδεικτικά η Αρχή έχει διατάξει την αφαίρεση Κ.Κ.Τ. που είχε τοποθετηθεί από Δήμο σε πλατεία για την αποτροπή βανδαλισμών σε βάρος δημοτικής περιουσίας, την απεγκατάσταση καμερών από εσωτερικούς χώρους ξενοδοχείου, ενώ έχει επιβάλει πρόστιμο στην Ελληνική Αστυνομία για την παραβίαση όρων λειτουργίας συγκεκριμένων καμερών του συστήματος C4I, την οποία είχε επιτρέψει για τον σκοπό της διαχείρισης της κυκλοφορίας.

Αξιολογώντας όλα τα παραπάνω και επιδεικνύοντας πρωτόγνωρη ευαισθησία σε θέματα προσβολής ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Δικηγορικός Σύλλογος Χίου προέβη στις αρχές του τρέχοντος έτους σε μία έγγραφη προειδοποίηση στον Εμπορικό Σύλλογο, στο Εμπορικό Επιμελητήριο και μέσω αυτών στους καταστηματάρχες του νησιού, όταν μέλη της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συλλόγου διαπίστωσαν την ευρεία -για τα δεδομένα της τοπικής μας κοινωνίας- χρήση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης. Στο έγγραφο αυτό παρουσιαζόταν ακροθιγώς το νομικό πλαίσιο και γινόταν σύσταση για απομάκρυνση των καμερών, που παρανόμως λειτουργούν σε εσωτερικούς χώρους και σε ελάχιστες ευτυχώς περιπτώσεις και σε δημόσιους χώρους. Ακολούθησε ανάλογη προειδοποίηση και σε συγκεκριμένα τραπεζικά καταστήματα του νησιού, ορισμένες κάμερες των οποίων φαινόταν να εστιάζουν σε κοινόχρηστους χώρους, με αποτέλεσμα μία τράπεζα να προβεί σε απεγκατάσταση της εξωτερικής της κάμερας, που βιντεοσκοπούσε το πεζοδρόμιο έξω από την είσοδό της. Η προσπάθεια ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης θα συνεχιστεί και στο μέλλον, ενώ παράλληλα έχει αναπτυχθεί -ενάντια στη σημερινή συγκυρία- η σκέψη για πρόταση στη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή της Βουλής σχεδίου νόμου, που να θέτει αυστηρότερες και πιο συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη λειτουργία των Κ.Κ.Τ., ενώ θα απαγορεύει την ανεξέλεγκτη διάθεση στο εμπόριο κρυφών καμερών και παρόμοιων συστημάτων, που έχουν προδήλως τον σκοπό επιτήρησης και καταγραφής χωρίς τη συναίνεση αυτού που βιντεοσκοπείται, εάν δεν προσκομίζεται από τον ενδιαφερόμενο ειδική άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Περνώντας στην εντελώς πρόσφατη τροπολογία, σύμφωνα με την οποία θα επιτρέπεται η χρήση καμερών καταγραφής εικόνας και ήχου σε δημόσιους χώρους όλο το 24ωρο με σκοπό τον περιορισμό της εγκληματικότητας και την εξασφάλιση της κοινωνικής τάξης, διαπιστώνεται κατ’ αρχάς η αντίθεσή της με το άρθρο 9Α του Συντάγματος, κατά το οποίο «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει.» Με το άρθρο αυτό, που αποτέλεσε πρόνοια του συνταγματικού νομοθέτη κατά την αναθεώρηση του 2001, αφενός τυποποιείται και διασφαλίζεται το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού, που βέβαια ούτως ή άλλως απέρρεε και πρωθύστερα από ένα πλέγμα άλλων διατάξεων (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 αλλά και 9 παρ. 1 εδ. β΄), και αφετέρου αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στον προϋπάρχοντα της συνταγματικής διάταξης Ν. 2472/1997, με τον οποίο συστάθηκε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και στον οποίο προβλέπονται επακριβώς η λειτουργία και οι αρμοδιότητές της, με προεξάρχουσα αυτή της άσκησης ελέγχου στη νομοθετική εξουσία για τυχόν παραβιάσεις από την πλευρά της των συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών. Είναι συνεπώς αυτονόητο ότι η συγκεκριμένη τροπολογία (η οποία σημειωτέον ψηφίστηκε με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση της Α.Π.Δ.Π.Χ. και δεν έχει καμία εννοιολογική σύνδεση με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου περί «Ταυτοποίησης των κατόχων και χρηστών εξοπλισμού και υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας») συρρικνώνει κατά τρόπο προσβλητικό προς τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 9Α την ελεγκτική αρμοδιότητα της Α.Π.Δ.Π.Χ., εφόσον δεν περιορίζεται απλώς στο να προσδιορίσει τις ειδικότερες αρμοδιότητές της στο ζήτημα της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά ουσιαστικά ακυρώνει απροσχημάτιστα το σκοπό για τον οποίο η Αρχή δημιουργήθηκε!

Επιπλέον η γενικόλογη αναφορά στη «διαφύλαξη της δημόσιας τάξης», κεντρική ιδέα των νέων μέτρων, ασφαλώς δεν είναι αρκετή, ώστε να επιτραπεί η εκτεταμένη βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων, καθώς η επίμαχη τροπολογία δεν καθορίζει πουθενά με σαφήνεια τους σκοπούς για τους οποίους θα συλλέγονται τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών, ενώ παράλληλα τα δεδομένα αυτά θα είναι περισσότερα σε όγκο και σημασία από τα απαιτούμενα για το σκοπό της επεξεργασίας. Η πρακτική αυτή, πέραν του ότι αποστασιοποιείται πλήρως από τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, περιορίζοντας δραστικά το δικαίωμα της ανωνυμίας στον δημόσιο χώρο, συνιστά επέμβαση τέτοιας κλίμακας από την πλευρά της κρατικής εξουσίας στην ιδιωτική ζωή των πολιτών, ώστε έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το περιεχόμενο των άρθρων 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που προτάσσει τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, 5 παρ. 1 (μνεία του οποίου έγινε παραπάνω) αλλά και 25 παρ. 1, που προστατεύει τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου. Οι εν λόγω συνταγματικές διατάξεις, ρητά απαριθμούμενες, έχουν σοφά ιεραρχηθεί από τον συνταγματικό νομοθέτη υψηλότερα από το υποτιθέμενο «δημόσιο αγαθό της ασφάλειας» (το οποίο δεν αναφέρεται καν στο Συνταγματικό κείμενο -παρά μόνο ως «εθνική» ασφάλεια, ήτοι αποτροπή εξωτερικού κινδύνου), ακριβώς για να αποφευχθεί ενδεχόμενη επίκληση του «αγαθού» αυτού για ανάληψη νομοθετικών πρωτοβουλιών τέτοιων, που να οδηγούν σε αναίτια περιστολή των συνταγματικών ελευθεριών. Όπως μάλιστα σημειώνεται ρητά μεταξύ άλλων στην εντυπωσιακής πληρότητας και νομικής και νομολογιακής τεκμηρίωσης γνωμοδότηση της Α.Π.Δ.Π.Χ., η τροπολογία δεν προβλέπει συγκεκριμένα κριτήρια επικινδυνότητας (όπως π.χ. τεκμηριωμένα αυξημένη εγκληματικότητα σε συγκεκριμένες περιοχές ή κτήρια και επιπλέον βάσιμη προσδοκία ότι η χρήση του Κ.Κ.Τ. εκεί θα έχει αποτελεσματική αποτρεπτική και κατασταλτική λειτουργία), βάσει των οποίων θα αποφασίζεται η εγκατάσταση και η λειτουργία των καμερών· συνέπεια αυτών είναι να αφήνεται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια των διοικητικών αρχών η απόφαση, με αποτέλεσμα να απογυμνώνεται ανεπίτρεπτα ο πολίτης από τα ατομικά του δικαιώματα.

Παράλληλα η έλλειψη νομικού ερείσματος των νέων ρυθμίσεων καταδεικνύεται περίτρανα και από την αντίθεσή τους με τους βασικότερους κανόνες του Ποινικού Δικαίου, που θεωρούνταν έως τώρα αυτονόητοι σε ένα κράτος δικαίου. Το τεκμήριο αθωότητας, σύμφωνα με το οποίο «ο καθένας είναι αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου», αίρεται σε όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και κοινωνικής δράσης του πολίτη, από έναν απλό περίπατο έως τη συμμετοχή του σε μία διαδήλωση, αφού αυτός θα θεωρείται πλέον εκ προοιμίου ύποπτος για την τέλεση αδικημάτων· επομένως οι κινήσεις του θα παρακολουθούνται, θα καταγράφονται και μόνον εάν δεν προκύπτει τέλεση αξιόποινων πράξεων, θα καταστρέφεται το συλλεχθέν υλικό, αντιστρέφοντας κατά τρόπο απαράδεκτο το τεκμήριο αθωότητας. Σε απόλυτη σύμπλευση με τα παραπάνω βρίσκεται και η άποψη ότι το άτομο που δεν έχει «να κρύψει κάτι» δεν έχει λόγο να φοβάται, άποψη που έχει ιδιαίτερη απήχηση στους «φιλήσυχους» και «νομοταγείς» πολίτες λόγω της υπεραπλουστευμένης διατύπωσής της, είναι όμως παντελώς αστήρικτη νομικά, καθώς η παρακολούθηση της ομιλίας ή της κίνησης ανθρώπων, για τους οποίους δεν υπάρχει ούτε η ελάχιστη υπόνοια για την τέλεση κάποιου αδικήματος, είναι ασύμβατη με το πνεύμα των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και για τον λόγο αυτό η άκριτη υιοθέτησή της κρίνεται άκρως επικίνδυνη. Τέλος η πρακτική της εκτεταμένης βιντεοσκόπησης στρέφεται προς την κατεύθυνση της ανατροπής ενός άλλου πυλώνα του Ποινικού Δικαίου και της δημοκρατικής κοινωνίας, αυτού που ορίζει ότι το φρόνημα δεν τιμωρείται και δεν ποινικοποιείται, δημιουργώντας εύλογο προβληματισμό για ενδεχόμενη μελλοντική υποκατάσταση της έννοιας του κατηγορουμένου με αυτήν του «υπόπτου».

Ένα σημείο που πρέπει να τονιστεί ιδιαιτέρως είναι ότι αυτές οι ανεπαρκώς μελετημένες και διάτρητες από άποψης συνταγματικότητας ρυθμίσεις πολύ σύντομα θα οδηγήσουν σε αντιφατικές καταστάσεις κατά τη διαδικασία της απονομής δικαιοσύνης, ιδιαίτερα στα ποινικά δικαστήρια, όταν αυτά κληθούν να αξιολογήσουν το υλικό της βιντεοσκόπησης στο πλαίσιο μίας ποινικής (ή και αστικής) υπόθεσης. Η θεμελιώδους σημασίας διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος αποτελεί ένα από τα τελευταία και συνάμα ισχυρότερα δικαιικά καταφύγια: Σύμφωνα με αυτήν τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νομοθετικές διατάξεις, των οποίων το περιεχόμενο αντίκειται στο Σύνταγμα. Η πρόβλεψη αυτή του συνταγματικού νομοθέτη δίνει τη δυνατότητα στον εκάστοτε δικαστή να ασκεί έλεγχο του έργου της νομοθετικής εξουσίας και εν προκειμένω αφήνει στα δικαστήρια την ευχέρεια να μη λάβουν υπόψη τους τα προϊόντα της βιντεοσκόπησης, απορρίπτοντάς τα ως αντισυνταγματικώς ληφθέντα αποδεικτικά μέσα.

Είναι σαφές ότι οι σημερινές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες ανασφάλειας και αβεβαιότητας -στη διαμόρφωση των οποίων συμβάλλουν έντεχνα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης- όχι μόνο δρουν αποπροσανατολιστικά στην «κοινή γνώμη» σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, αλλά δυστυχώς δημιουργούν γόνιμο έδαφος για εφαρμογή μέτρων όπως αυτά που αναλύθηκαν παραπάνω. Είναι όμως επίσης δεδομένο ότι η ελευθερία κινήσεων και έκφρασης χωρίς αναίτιους περιορισμούς και η απαγόρευση πρόσβασης από τον οποιονδήποτε στις προσωπικές πληροφορίες του καθενός είναι βασικά χαρακτηριστικά του πολιτεύματός μας, που το διαφοροποιούν ουσιαστικά από ανελεύθερα καθεστώτα του όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος. Το ακροτελεύτιο άρθρο (120) του Συντάγματος όχι μόνο υπενθυμίζει μέσω των παρ. 2 και 4 στον σκεπτόμενο πολίτη ότι δεν πρέπει να συναινεί ελαφρά τη καρδία στη συρρίκνωση των με κόπο και αίμα κατακτημένων δημοκρατικών του ελευθεριών, αλλά τον υποχρεώνει, επικαλούμενο και τον πατριωτισμό του, να αντιστέκεται με κάθε μέσο σε οποιαδήποτε απόπειρα βίαιης κατάλυσής του, παρέχοντας -σε συνδυασμό με το υπόλοιπο πλέγμα των συνταγματικών ελευθεριών- το σημαντικότερο «οπλοστάσιο» για την έγκαιρη αποτροπή καταστάσεων μη αναστρέψιμων και αντιτιθέμενων σε βασικές έννοιες της δημοκρατίας μας.

Γεννήθηκε και ζει στη Χίο, σπούδασε Νομική και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Άφησε σχόλιο