Η επιλογή των αποσπασμάτων βασίζεται στο βιβλίο «ΔΙΣΤΟΜΟ, 10 Ιουνίου 1944, Το Ολοκαύτωμα», Έρευνα – εισαγωγή – επιμέλεια Γιώργος Χ. Θεοχάρης, από τις εκδόσεις του βιβλιοπωλείου «Σύγχρονη Έκφραση»
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ – ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Η περιγραφή της ανθρωποσφαγής από το βιβλίο του Τάκη Λάππα, Η σφαγή του Διστόμου – χρονικό, Αθήνα 1945 είναι συγκλονιστική: […] «Μια μεγάλη ομάδα σκορπάει κατά τη μεριά του χωριού που βρίσκονταν τα σφοντουρέικα σπίτια. Τόσο μεγάλος στάθηκε ο χαλασμός στη φαμίλια αυτή που στον πίνακα αναφέρονται τριάντα με τ ҆ όνομά τους. Μερικοί στρατιώτες μπαίνουν στο σπίτι του Θανάση Σφοντούρη ή Αμούτζα κι αφού του κόβουν το δάχτυλο και του παίρνουν το δαχτυλίδι του, τον σκοτώνουν. Το ίδιο και τη γυναίκα του Βασιλική που της βγάλανε ύστερα και όλα τα χρυσά δόντια της. Το μικρό αγόρι του Σφουντούρη, ο Νίκος μόλις τριώ χρονών, είχε το πιο σκληρό τέλος απ ҆ τους γονείς του. Το λογχίζουν και για να δώσουν οι Γερμανοί τρανές αποδείξεις του πολιτισμού τους, το ξεκοιλιάζουν και τ ҆ άντερά του τα περνάνε στα χέρια και τα σπλάχνα του γύρα απ ҆ το λαιμό! Τον Αργύρη Σφοντούρη, τεσσάρω χρονώ που τ ҆ αφήνουν οι φονιάδες λαβωμένο στην αγκαλιά της νεκρής μάνας του, άλλοι τον αποτελειώνουν […]

[…] Ας αφήσω την παπαδιά Κοντύλω Ζήση, θύμα κι αυτή που γλύτωσε με δυο λαβωματιές να μας διηγηθεί: […] «Εγώ τη στιγμή που μας βάλανε στο ντουφεκίδι, βύζαινα το κοριτσάκι μου Μαργαρίτα ενού χρονού. Μου ρίξανε τρεις σφαίρες. Η μια μου χάλασε το ζερβί χέρι, η άλλη με πήρε ξώπετσα κάτω απ ҆ τ ҆ αυτί και μου πέταξε το σκουλαρίκι κι η τρίτη χτύπησε στο κεφάλι τη Μαργαρίτα μου. Της άνοιξε το κεφάλι κι όπως την κράταγα στην αγκαλιά μου όλα τα μυαλά της πεταχτήκανε στα μούτρα μου … Εγώ κι ένα κοριτσάκι η Παναγιούλα Χ. Γαμβρίλη οχτώ χρονώ που το λαβώσανε στο πόδι – του το κόψανε ύστερα οι γιατροί – γλυτώσαμε απ ҆ τους 14 που βρισκόμαστε σπίτι μας.»

Τη Φροσύνη Σταθά τη βρίσκουν σπίτι της κι αυτή, την ώρα που βύζαινε το αβάφτιστο βρέφος της εφτά μηνώ. Τη σκοτώνουν εκεί χωρίς να τους συγκινήσει και να μιλήσει στην ψυχή τους η ιερή αυτή στιγμή. Ανίδεο το βρέφος ξακολουθεί να τρώει απ ҆ τη νεκρή μάνα του κι οι φονιάδες με μαχαίρι κόβουν απ ҆ το βυζί της μάνας τη ρώγα, που απομένει στο στόμα του βρέφους, κι ύστερα το στραγγαλίζουν. Με τη λόγχη ανοίγουν την κοιλιά του και βγάζοντας και σ ҆ αυτό τα σπλάχνα του τα περιτρυγυρίζουν γύρα απ ҆ το λαιμό. Το δεύτερο το Γιάννη τριώ χρονώ το σκοτώνουν και με την μπότα τους του λυώνουν το κεφάλι. […]

Στου Μιλτιάδη Νικολάου το σπίτι βρίσκουν συναγμένους αυτόν κι όλη τη φαμελιά του. Είναι κείνος που το μεσημέρι τον μεταφέρανε οι χωριανοί του αναίσθητο απ ҆ το ξύλο που του δώσανε αδικαιολόγητα οι Γερμανοί. Είναι ακόμα στο στρώμα για να γιάνει το κατατσακισμένο του κορμί. Πλάι του βρίσκεται η γυναίκα του Κονδύλω με τα τρία της παιδιά. Οι φονιάδες τον σηκώνουν απ ҆ τα στρώματα και τον προστάζουν κι αυτόν και την οικογένειά του να τους ακολουθήσουν. Άδικα τους παρακαλάνε με κλάματα η γυναίκα του να τους αφήσουν. Οι δήμιοι δεν αλλάζουν γνώμη. Ο Νικολάου με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά το ένα πέντε χρονώ και τ ҆ άλλο τριώ, αναγκάζεται να τους ακολουθήσει. Καταφέρνει μονάχα να πηδήσει απ ҆ το παράθυρο και να σωθεί το τρίτο που ήταν το πιο μεγάλο. Τους πηγαίνουν προς την κάτω πλατεία και φτάνοντας έξω απ ҆ το σπίτι του Αριστ. Κ. Σφοντούρη τους στήνουν και τους τέσσερες στον τοίχο και τους εκτελούνε με οπλοπολυβόλο.
Στου Αγγελή Κοκκίνη, βρίσκουν αυτόν και τη γυναίκα του Θεοφανή, εβδομηνταπεντάρηδες. Με μπαλτά τους κόβουν τα κεφάλια και τους τα πετάνε μακριά. Την Παγώνα Δημάκα τη σκοτώνουν με το αχρόνιαγο κορίτσι της στην αγκαλιά. Το ίδιο και τη Χρυσούλα Λούκα με το παιδί της Γιάννη δυο χρονώ. Το Γιάννη Ζάκκα ή Γκρινιάτσα και τη γυναίκα του Διαμάντω τους βρίσκουν σπίτι τους και τους σκοτώνουν μ ҆ αυτόματο. Δεν φτάνει αυτό. Η Διαμάντω είναι γκαστρωμένη. Της ανοίγουν με λόγχη την κοιλιά και βγάζοντας το έμβρυο το ποδοπατάνε και το λυώνουν. […]

[…] Απ ҆ την οικογένεια του Λουκά Γιωργακού ή Μπαρούτη δεν απόμεινε κανένας. Το Γιωργακό που γύριζε απ ҆ το χωράφι του στο χωριό μαζί με τον γιο του Μήτσο, τον σκοτώνουν στο έμπα του χωριού. Ο γιος του καταφέρνει εκείνη τη στιγμή να σωθεί, μα τρέχοντας νάμπει σπίτι του και να κρυφτεί, τον σκοτώνουν στο κατώφλι. Η μάνα του κι οι δυο αδερφές του, η Γιαννούλα κι η Ουρανία, βλέποντας σωριασμένο νεκρό τον αδερφό τους, τρέχουν έξω κι αγκαλιάζοντας το άψυχο καταματωμένο κορμί του, ξεφωνίζουν και δερνοκοπιώνται πάνω σ ҆ αυτό. Ο μανιασμένος όμως επιδρομέας δε σέβεται πια τίποτα. Άλλο εκτελεστικό απόσπασμα που διαβαίνει από κει, βλέπει τις τρεις γυναίκες σ ҆ αυτήν την κατάσταση. Δεν διστάζει, ρίχνει μ ҆ αυτόματο και τις σωριάζει και αυτές νεκρές πάνω στο πτώμα που θρηνούσαν. Απ ҆ την οικογένεια του Ν. Κουτριάρη σκοτώνουν τη γυναίκα του Γιαννούλα και τα τέσσερα παιδιά του. Τα δυο μικρότερα, τη Νικολέτα εφτά χρονώ και τη Λουκία τεσσάρω, τους ανοίγουν την κοιλιά, και τα ξαντεριάζουν. Τη Μαριέτα Φιλίππου που είναι γκαστρωμένη στο μήνα της, την ξεκοιλιάζουν με μαχαίρι. Βγάζουν από μέσα το έμβρυο και λογχισμένο το πετάνε απ ҆ το παράθυρο στο δρόμο. Χωρίς χαριστικό βόλι, μαρτυρικά αργοπεθαίνει κι η μάνα.

Στο σπίτι του Θ. Σφοντούρη είχαν συναχτεί δέκα γυναικόπαιδα «γιατί σκιαζόμαστε να μείνουμε στα σπίτια μας» όπως μολογάει η Ολυμπιάδα Περγαντά που βρέθηκε κι αυτή εκεί με τη μάνα της και σώθηκε λαβωμένη. Να το τι διηγιέται η ίδια: «Βλέπουμε και μπαίνει μέσα ένας Γερμανός που στάθηκε στην πόρτα κι όπως μας βρήκε μαζωμένους στο δωμάτιο, άρχισε να ρίχνει στο σταυρό κατά πάνω μας μ ҆ ένα γρήγορο όπλο (αυτόματο). Εγώ λαβώθηκα στο χέρι απ ҆ τους πρώτους κι έπεσα χάμω κάνοντας τη σκοτωμένη. Η Ασήμω Σφοντούρη που ήταν πλάι μου και κράταγε το χρονιάρικο παιδί της στα γόνατα, με το πρώτο έπεσε από πάνω του και το σκέπασε με το κορμί της για να γλυτώσει αυτό τουλάχιστο απ ҆ το Χάρο. […] Τρεις μονάχα ζήσαμε: ένα παιδί, εγώ και το μικρό της Ασήμως που έβαλε η μάνα του ταμπούρι το κορμί της για να γλυτώσει. Για να το σώσει χάθηκε κείνη!»…
[…] Η Ασήμω Σωτηρίου που βρέθηκε στο σπίτι του γαμπρού της, ακούοντας τους Γερμανούς ν ҆ ανεβαίνουν τη σκάλα, κάθεται στο παραγκώνι και κρύβει κάτω απ ҆ τα φουστάνια της το μικρό εγγονάκι της. Δέχεται αυτή όλα τα βόλια κι απομένει νεκρή, ενώ ο εγγονός της σώζεται.

Την οικογένεια Λιάσκου – πεθερός, νύφη και δυο εγγονάκια – τους κομματιάζουν. Τα δυο παιδιά ο Νικόλας πέντε χρονώ κι ο Δημήτρης χρονιάρικο που κοίτονταν στην κούνια του, βρέθηκαν ύστερα σ ҆ ανείπωτη φριχτή κατάσταση. Μήτε κεφάλι, μήτε χέρι ήταν στη θέση του … Σκοτώνουν το Γιάννη Καϊλη ή Σκούζα στην πόρτα του σπιτιού του, κι ύστερα προχωράνε μέσα στο σπίτι και σφάζουν τις δυο κόρες του Γεωργία και Δήμητρα. Το μικρό Στάθη Σταθά έξη χρονώ, τον βρίσκουν μονάχο του στο σπίτι. Τον βασανίζουν κατά τον πιο άγριο τρόπο. Με μαχαίρι κόβουν και βγάζουν απ ҆ τα μπούτια του τις σάρκες και τον αφήνουν έτσι μαρτυρικά ν ҆ αργοπεθαίνει, στραγγίζοντας το αίμα του ολάκερο. Οι φαμελιές του Λ. Τσάμη και του Α. Σταθά από τέσσερα άτομα η κάθε μια, βρίσκουν όμοιο τέλος με τις άλλες πιο πάνω διστομίτικες οικογένειες. Τα τρία παιδιά του Σταθά, την Ελένη πέντε χρονώ και το Γιάννη τριώ τους κόβουν το λαιμό με μαχαίρι και το αβάφτιστο βρέφος τριώ μηνώ, το λογχίζουν σε πολλές μεριές του κορμιού του και το αφήνουν κι αυτό μέσα στην κούνια του. […]
[…] Τη φαμελιά του Γιάννη Λ. Παπαϊωάννου ή Καραστάμου από τέσσερα άτομα την κατασφάζουν αφού κάνανε μύρια όσα βασανιστήρια πρώτα του Παπαϊωάννου. Το ίδιο και τον πρωτοξάδερφό του Γιάννη Ν. Παπαϊωάννου ή Καραστάμο και τη γυναίκα του Φροσύνη. Μαζί τους έμενε και η μικρή Βιολέττα Νικολάου πέντε χρονώ, που τη σφάξανε με μαχαίρι κομματιάζοντας το κορμί της […]

[…] Χωρίς ν ҆ ανακόψουν το έργο τους οι μανιασμένοι δολοφόνοι, φτάνουν ως την αγορά, στον Πλάτανο, το κέντρο του χωριού. Συναντάνε τον Ηρακλή Ι. Μίχα και το Γιώργη Ν. Μίχα που τρέχανε να κρυφτούν. Τους προκάνουν κι αφού με το αυτόματο τους πετάνε όλο το καύκαλο, με μαχαίρι ύστερα τους ανοίγουν την κοιλιά. Σωριάζονται με τα μυαλά και τ ҆ άντερα ξεχυμένα. Μέσα στο τηλεγραφείο βρίσκουν τη γυναίκα του τηλεγραφητή Μπαρμπούτα και το παιδί της έξι χρονώ. Με μαχαίρι της κόβουν τους μαστούς κι ύστερα τη σκοτώνουν. Χτυπημένος με πιστόλι πέφτει πάνω στο πτώμα της μάνας του κι μικρός Αλέκος. […]»
(οι δύο κάτωθι καταγραφές πραγματοποιήθηκαν από τον Στάθη Σταθά το 1994 και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Εμβόλιμον, τ. 21 – 22, Ιούνιος 1994)

Η ΠΑΝΑΓΟΥΛΑ ΣΚΟΥΤΑ (το γένος Μαλάμου) 13 χρονών τότε αφηγείται:
[…] «Μόλις πατήσαμε μέσα ορθώθηκε μπροστά στην πόρτα και έφερε καταπάνω σ ҆ όλους που είχαν μαζευτεί το όπλο και με μια συνεχόμενη ριπή άρχισε να σκορπίζει το θάνατο, πυροβολώντας ολόπαντα. Τα πρώτα βλήματα πήραν κατάστηθα τον πατέρα μου που πέφτοντας και ξεψυχώντας σπάραζε: “Ωχ, παιδιά μου! σώστε με!” Άρχισαν να πέφτουν τα σώματα των γυναικών. Αφού όλα τα σώματα σωριάστηκαν το ένα πάνω στ ҆ άλλο ο Γερμανός κατεβαίνει και κοιτάει και σκουντάει έναν – έναν γρυλίζοντας για να δει αν είναι σκοτωμένοι και ρίχνει χαριστικές βολές. Το κατώι είχε μια κολώνα στη μέση. Πρώτος έπεσε και σωριάστηκε σ ҆ αυτήν ο πατέρας μου Σπύρος Μαλάμος 67 χρονών. Ύστερα η Μαρία Λάμπρου 50 χρόνων. Η Μαριέττα Φιλίππου γύρω στα 30. Ήταν έγκυος και μαζί μ ҆ αυτήν σφάδαζε και το παιδί στην κοιλιά της. Ο ανηψιός μου Στάθης Σταθάς, γιος της αδερφής μου Γιαννούλας 5 χρονών. Οι γάμπες του ήταν σχισμένες, χαραγμένες όπως σχίζουμε τις μπριζόλες και το κρέας τους χυνόταν άσπρο στο χώμα. Η Δήμητρα Μαλάμου 38 χρονών με το γιο της Γιάννη οχτώ χρονών καθισμένη σε γούρνα όπου βάζαμε βυτίνα λαδιού με κομμένο σαν με λεπίδα το καύκαλό της και τα μυαλά της χυμένα στους ώμους σαν από μια γεμισμένη κούπα, και στον πανέμορφο λαιμό της. Ο γιος της τραυματισμένος στην αγκαλιά της βογγούε σιγανά. Ο Γερμανός του έριξε εξ ҆ επαφής. Όσοι ακόμα ήταν ζωντανοί κράτησαν την αναπνοή τους. Δεν ξέρω αλλά μου φαίνεται πως κρατήσαμε την ανάσα μας τόσο όσο δεν αντέχει ανθρώπινος οργανισμός. Αυτός συνέχιζε να μας κλωτσάει όπως τα σφαχτά γρυλίζοντας “Εϊ, Εϊ για να δει αν έχει μείνει κανένας ζωντανός. Μέσα σ ҆ αυτή την αβάσταχτη νέκρα πήγε και έβγαλε τις κάνουλες από τα βαρέλια του κρασιού. Άρχισε με βουή και φουρφουρητό να χύνεται το κρασί από πέντε βαρέλια που το καθένα χωρούσε χίλια κιλά. Φυσούσε το κρασί και ο ήχος του ο φριχτός γέμισε το κατώι και μου φαινόταν πως σειόταν ο τόπος. Το κρασί πλημμύρισε το κατώι, ενώθηκε με το αίμα των σκοτωμένων και έγινε μια θάλασσα αίματος, κρασιού μια πηχτή κρέμα που πάνω της έπλεαν πτώματα και σερνόμαστε μισοζώντανοι.[…]»

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΦΟΝΤΟΥΡΗΣ, 6 χρονών τότε θυμάται:
«Την ώρα της σφαγής βρισκόμουνα στο ισόγειο του Αγγελή Πίτσου, εγώ, η αδερφή μου Μαρία, η γιαγιά μου Κατερίνη Πίτσου με την κόρη της Ασήμω. Είμαστε κλεισμένοι μέσα γιατί ακούγαμε να πέφτουν σφαίρες από τη μεριά του Στειριού. […] Μετά από λίγο από το άλλο παράθυρο βλέπουμε να μπαίνουν οι Γερμανοί στο διπλανό μας σπίτι του Θανάση Καστρίτη. Εκείνη την ώρα η Σταμούλα Καστρίτη με τη μάνα της Θεοφανή Κοκκίνη ήταν στο φούρνο και ρίχνανε το ψωμί. Ο πατέρας της Σταμούλας και σύζυγος της Θεοφανής, ο Αγγελής Καστρίτης καθόταν στο πλατύσκαλο το πέτρινο της ξύλινης σκάλας. Οι Γερμανοί εισβάλλοντας σκοτώνουν τη γυναίκα και την κόρη της όπως φούρνιζαν. Ο γερο – Αγγελής έκανε να σηκωθεί να ορμήσει κατά πάνω τους. Του ρίχνουν και τον σωριάζουν. Βλέποντας η γιαγιά μου να σκοτώνουν τον πατέρα, την μάνα της και την αδερφή της έβαλε μια φωνή που έσκισε τον αέρα. […] Απ ҆ αυτή την άγρια σφαγή έχασα δεκατέσσερα άτομα άμεσους συγγενείς μου.»
Επίσης, από το βιβλίο του Γιώργου Νικολάου, Η σφαγή του Διστόμου, Άμφισσα, 1972:
Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΡΓΑΝΤΑΣ του Θωμά (Κιθάρας) 22 χρονών τότε αφηγείται:
[…] «Τότε κατεβαίνω και εγώ προς το χωριό. Φτάνω σε μια απόσταση διακόσια μέτρα απ ҆ τα πρώτα σπίτια. Το σπίτι της αδερφής μου της Φρόσως ήταν στην άκρη. Ακούω μια γυναικεία φωνή να σκούζει, να οδύρεται, να θρηνολογεί. Ήταν η μάνα μου. Φτάνω τρέχοντας στο σπίτι και τι να δω. Την αδερφή μου κομματιασμένη, βιασμένη και κατακρεουργημένη. Κατασκισμένα ρούχα και σάρκες είχαν γίνει ένα. Το αίμα έτρεχε από τα σκέλια της. Τα βυζιά της κατασφαγμένα φέτες, το πρόσωπό της παραμορφωμένο και σ ҆ όλο της το σώμα σημάδια άγριας πάλης. […] Δίπλα της, σε μια κούνια το μικρό κορίτσι της τη Ζωή, εφτά μηνών, το είχαν ξεκοιλιάσει, του είχαν κόψει το λαιμό και κρέμονταν τα λαρύγγια του στο στήθος και ενώνονταν με τα βγαλμένα έντερα. […]»

Αφηγείται η ΑΣΗΜΩ Θ. ΣΦΟΝΤΟΥΡΗ
«Στο σπίτι του Ιωάννη Λ. Ζάκκα συνέβη η εξής οδυνηρή σκηνή: Η γυναίκα του ήταν έγκυος και μόλις άρχισε η σφαγή γεννούσε. Μαμή ήταν η γριά Άννα. Φτάνουν δύο Γερμανοί. Ο ένας μένει απέξω κι ο άλλος πάει στο σπίτι που ήταν στο ισόγειο. Τον βλέπει η μαμή, του κάνει νόημα ότι γεννάει, αλλ ҆ αυτός ο αχρείος, που δεν τον γέννησε μάνα, αδειάζει το αυτόματο επάνω στη μαμή και στην τίκτουσα. Το λυπηρό είναι ότι μόλις τελείωσε η σφαγή, βρήκαν το βρέφος να κουνιέται.»
Άλλη μια μαρτυρία του Παναγιώτη Περγαντά από το βιβλίο του Γ. Μπασδέκη: Δίστομο, Δίστομο, 1994:
«Στη θέση «Στενή» στη διασταύρωση Διστόμου – Αράχωβας, μετέφεραν φορτωμένο πάνω στο μουλάρι το κορμί της Παναγιωτίτσας 15 χρονώ που οι ίδιοι είχαν σκοτώσει το πρωϊ, η μάνα της Φλωρού και η αδελφή της Όλγα. Ασυγκίνητοι απ ҆ το τραγικό αυτό θέαμα και τα μοιρολόγια θερίζουν μάνα και κόρη μαζί με το μουλάρι που ήταν φορτωμένο το πτώμα της μικρής. Λίγο πιο κάτω σκοτώνουν το Μήτσο Παπαδιά με το άλογό του, και το Μιχάλη Βουζιλάκο.
Στη θέση «Τσέρες» η γιαγιά μου Βασιλική Ιωάν. Περγαντά 65 χρονώ με τα δυο άλογά της, είχε την ίδια τύχη με τους άλλους, αυτή και τα ζωντανά της.
Στη θέση «Μεσοβούνια» σκοτώνουν τον Γιώργη Λεμονή και τραυματίζουν βαριά τη γυναίκα του Γιαννούλα, που πάνω στο κάρο είχαν φορτωμένα τα πτώματα του παιδιού τους Γιάννη και του Π. Καραγιάννη που πάλι οι ίδιοι είχαν το πρωί σκοτώσει πριν φτάσουν στο Δίστομο.[…]»
Οι κάτωθι μαρτυρίες είναι από απομαγνητοφώνηση της εκπομπής ΟΙ ΝΕΟΙ ΦΑΚΕΛΛΟΙ 2009 για τη σφαγή του Διστόμου που προβλήθηκε τουν Ιούνιο του 2009 στην τηλεόραση του σταθμού ΣΚΑΪ.

Μαρία Παπαϊωάννου – επιζήσασα σφαγής
«Στο δρόμο που πηγαίναμε χέρι χέρι με τον Τάκη, ένα παιδί έξι χρονών και ένα τεσσάρων χρονών, δεν είχαν σταματήσει ούτε τα δάκρυα από τα μάτια αλλά ούτε το κλάμα, οι φωνές από το στόμα μας, φωνάζαμε και κλαίγαμε.»
Όταν φτάνουν τα μικρά παιδιά στο σπίτι αντικρίζουν ένα θέαμα που μέχρι σήμερα στοιχειώνει τα όνειρά τους.
«Ανεβήκαμε εμείς επάνω, μπήκαμε στο χωλ, στο χειμωνιάτικο, είδαμε τον πατέρα μας στο κρεβάτι ξαπλωμένος και η μάνα μας ήταν δίπλα στο τζάκι, όπως είχε μέσα το δωμάτιο, και στα πόδια της ήταν το μικρό σκοτωμένο και αρχίσαμε και φωνάζαμε, μπροστά ο Τάκης πίσω εγώ, «μαμά, μπαμπά, Νίκο, μαμά, μπαμπά, Νίκο», δεν μας απαντάγανε, αρχίσαμε να φωνάζουμε και όπως ήταν κάτω ο μικρός σκοτωμένος, αυτό το είχαν ανοίξει στην κοιλιά με ξιφολόγχη φαίνεται το παιδί και το αγκάλιασε και όλα τα σωθικά του βγήκαν επάνω και κυλιστήκαν κάτω στο πάτωμα. Η μάνα μας όπως ήταν ακουμπισμένη στο τζάκι εκείνη τη στιγμή όπως την ακουμπήσαμε εμείς έπεσε και αυτή κάτω, κάθισε έτσι, σύρθηκε κάτω σαν να κάθισε.»
Η κυρία Παγούλα ψάχνει απεγνωσμένα την 8χρονη αδελφή της Λουκία. Τη βρίσκει λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι …
Παγούλα Σκούτα – επιζήσασα σφαγής
«Και τι να δω, την αδερφούλα μου … ήταν ξαπλωμένο έτσι, μπροστά σε ένα πηγαδάκι που ήταν και μια τρύπα είχε από κάτω στο μάτι. Τώρα ποιο μέρος ήταν δεν θυμάμαι, μια μαύρη τρύπα…»
Μετά από τη σφαγή, οι εναπομείναντες κάτοικοι του Διστόμου εγκαταλείπουν το χωριό και περνούν τη νύχτα σε σπηλιές και χωράφια της γύρω περιοχής. Τις επόμενες μέρες οι συγγενείς θάβουν όπως όπως τους νεκρούς τους, ακόμα και στις αυλές των σπιτιών τους.

Στούρε Λινέ – μέλος Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού
«Τα σώματά τους τα είχαν καρφώσει απάνω στα δέντρα, είχαν βγάλει τα μάτια τους, το στήθος των γυναικών. Στα σεξουαλικά όργανα των γυναικών και των κοριτσιών είχαν βάλει χώμα, πέτρες, σπασμένα ποτήρια, είχαν ανοίξει τα σώματά τους και είχαν βγάλει τα έντερα. Στους άντρες επίσης είχαν κόψει τα σεξουαλικά όργανα και τα έβαλαν στο στόμα τους. Αυτό είναι…
Το Δίστομο βυθίζεται στο πένθος και ντύνεται στα μαύρα για πολλά χρόνια. Δεν υπάρχει οικογένεια στο χωριό που να μην έχει θρηνήσει θύμα πρώτου βαθμού.»
Επίσης, από το βιβλίο του Βάσου Γεωργίου, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ 1940 – 1945, τόμος 3, Αυλός, 1979:
Μια άλλη γριούλα πασκίζει να συμπληρώσει την αφήγηση:
« … Έρχεται ένας Γερμανός κάτω στην αυλή και λέει καπούτ, καπούτ… Τώρα τι ήτανε το καπούτ εμείς δεν ξέραμε. Βγαίνω στο μπαλκόνι και λέω ενού γείτονά μας: “Τάσο”, λέω, “οι Γερμανοί λένε καπούτ”. “Πάρε τα παιδιά, μου λέει, κι έλα εδώ”. Πάω. Σε λίγο βλέπω να περνάει ένας Γερμανός. Βλέπει ανοιχτή την πόρτα. Στα χέρια κράταε ένα πιστόλι. Βάζει το πιστόλι στη θήκη και πιάνει ένα “μασίφ”. Αρχίζει με το “μασίφ” κι έριχνε πάνω μας. Εμείς καθόμασταν. Εγώ κράταγα το παιδί μου στην ποδιά, ήτανε τέσσερω χρονώ. Εκείνη τη στιγμή το ρολόι της εκκλησίας χτύπαγε την ώρα. Το παιδί μου μέτραγε… μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε… πέντε λέει το παιδί μου. Με το πέντε μας έριξε ο Γερμανός. Σκότωσε τη γριά δίπλα μου, σκότωσε το παιδί όπως το βάσταγα, του πήρε το μυαλό, πίσω από το κεφάλι, σκότωσε και τη σπιτονοικοκυρά, τραυμάτισε και μένα… Έφυγε ο Γερμανός…»

Η Καίτη Μανωλοπούλου στο βιβλίο της, Να ζεστάνουμε τις πέτρες στις πλαγιές του Διστόμου, Αθήνα 2004 αναφέρει:
«Επικεφαλής σφαγής: Χάϊντς Ζάμπελ
Συνελήφθη στη Γαλλία. Παραδόθηκε στην Αθήνα από τους Γάλλους. Εστάλη στη Γερμανία για να δικαστεί και για άλλα εγκλήματά του. Δικάστηκε το 1947 στη Νυρεμβέργη. Αθωώθηκε γιατί κανένας δεν παρουσιάστηκε για μάρτυρας!
Τιμής ένεκεν το Δίστομο από το 1947 αποτελεί Δήμο και έχει αδερφοποιηθεί:
1. Με το μαρτυρικό χωριό Κομμένο Άρτας.
2. Με το μαρτυρικό χωριό Linditse Τσεχοσλοβακίας.
3. Με το μαρτυρικό χωριό Orandour Γαλλίας.»
Ας σημειωθεί ότι στις 10 Ιουνίου 1942 οι Γερμανοί εισέβαλαν στο χωριό Linditse Τσεχοσλοβακίας και στις 10 Ιουνίου 1944 στο χωριό Orandour της Γαλλίας.

Πηγή των φωτογραφιών: «Βοιωτικός Κόσμος» – Ελεύθερη ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια για τη Βοιωτία.
Ευχαριστώ θερμά τον ποιητή – συγγραφέα Γιώργο Χ. Θεοχάρη για την ευγενική πράξη της αποστολής σε μένα του βιβλίου του για την πραγματοποίηση αυτού του αφιερώματος. Το βιβλίο «Δίστομο, 10 Ιουνίου 1944, Το Ολοκαύτωμα», από τις εκδόσεις του βιβλιοπωλείου «Σύγχρονη Έκφραση» έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Χρονικού – Μαρτυρίας 2011.
Επιμέλεια: Μαρία Κλειδά