Εγιές, θάλασσα κι αθρώποι

0

καραβι

Πολλές εγιές εν έχει και φέτο, όμως όσες και να’χει α τις μαζέψεις..Εν έχεις αγοράσει ποτέ λάδι ξενικό… Κοιτάς τα δέντρα και νοιώθεις πως τ΄αγαπάς.. έχουνε την παίδεια τους, κουβάλα σκάλες, τσόλια, τσουβάλια, πριόνια, στρώνε τσόλια, δένε τη σκάλα, ανήβα κατήβα, κλάδευε, χτύπα τα κλαδιά, μάζευε τις εγιές και ξανά κουβάλα…

Όμως άμα κάθεσαι εδωνά στην Παγιαμέλισσα, στη ρίζα του δέντρου και βουτάς το φοινίκι στον καφέ σου ε θες και τίποτι άλλο..Τα μάτια ξεκουράζοντενε άμα βλέπεις από κάτω το χωριό, την Αιγνούσσα, τα βουνά της Τουρκίας… Κοιτάς τη θάλασσα κι από τη μια τη χαίρεσαι κι από την άλλη σκέβεσαι πάλι τους αθρώπους που ερκούντενε στοιβαγμένοι πενήντα- εξήντα μέσα σε μια μικρή βάρκα… Και πολλές φορές άμα τους βλέπεις να βγαίνουνε στις παραλίες τσαλαβουτώντας μέχρι τη μέση, φορτωμένοι μωρά και τσάντες έρκεσαι στη θέση τως…

Και σκέβεσαι τον εαυτό σου μιαν ωραία πρωία, άμα ακούς δίπλα σου, στη γειτονιά σου τον πόλεμο, να ετοιμάζεις μια και μοναδική τσάντα για να ξεφύγεις..και μέσα σ’ αυτήν  να πρέπει να βάλεις τα πιο πιδιγούμενα..τον παρά σου, το τηλέφωνο, μιαν αλλαξιά ρούχα, ποδήματα, άντε και καμιά φωτογραφία των αθρώπων σου, πώς να χωρέσει μια ζωή σ’ ένα σακίδιο πλάτης; Βγαίνεις, κλείνεις πίσω σου την πόρτα  και βουτάς στο άγνωστο..

Κι αρχίζεις ένα ταξίδι αβέβαιο ..Αφήνεις πίσω τη διαλυμένη πατρίδα σου, περπατάς σε άλλες ξένες για να φτάσεις μετά από μήνες στη θάλασσα, το πορτοφόλι αδειάζει, ο παράς χάνεται σιγά σιγά…

Δε μιλείς παρά μονάχα τη γλώσσα των παππούδων σου, ε νογάς ίντα σου  λένε άμα βγαίνεις παγωμένη από το νερό, μόνο τα χαμόγελα βλέπεις, το φιλικό άγγιγμα ή το σπρώξιμο και τις άγριες φωνές..Σε χώνουνε σε ένα λωφορείο, τρέμεις κι άμα κάτσεις το μόνο που θες είναι να αποκοιμηθείς για μέρες..Σε πάνε σ’ ένα μέρος, στέκεσαι στην ουρά ώρες πολλές όρθια για να σου γράψει κάποιος έναν αριθμό στο χέρι, να σε καταγράψουνε.. τα βρεμένα ρούχα  έχουν στεγνώσει απάνω σου, κρυώνεις..η μια κουβέρτα που κάποιος σου έδωσε δε φτάνει, θες να πλυθείς, να βάλεις ρούχα καθαρά και ζεστά, πεινάς και διψάς, θες ύπνο πολύ..σου λείπει το σπίτι και το κρεβάτι σου… οι αθρώποι σου…

Ανατριχιάζεσαι με τις σκέψεις, η πέτσα σου σηκώνεται, το ταξίδι δε μπορείς να το φανταστείς παρακάτω κι ούτε και θες, σε πιάνει ένας φόβος κι ανασηκώνεσαι… οι εγιές περιμένουνε… Αρχίζεις και τις ραβδίζεις με δύναμη κι όλο το μάτι πα στη θάλασσα ίμπα και δεις κάτι να μαυρίζει… Μπορεί μέσα σ’ εκείνη τη βάρκα που ‘ρκεται να ‘ναι καμιά γυναίκα που σου μοιάζει…

Γελά και ξεγελά

Άφησε σχόλιο