Φθινοπωρινή γλύκα (και διαρκής αγωνία)

0

γράφει ο Δημήτρης Λαβατσής

Στα μέσα του περασμένου Σεπτέμβρη βρέθηκα με τη σκηνή στο κάτω μέρος του Μάναγρου για πέντε μερόνυχτα. Παρά το ασυνήθιστο για την Χίο πρώιμο φθινοπωρινό τοπίο και το κάτι παραπάνω ψύχρας τα βράδια, η ερημιά του τοπίου, οι καλοκαιρινές φωνές που τέλειωσαν και η άπλα του ορίζοντα με αποζημίωσαν με το παραπάνω. Ένα αρμυρίκι, βότσαλα-ζωγραφιά στην σκούρα πορτοκαλοκαφέ άμμο και το ευχάριστα κρύο νερό ήταν η παρέα μου μαζί με τρία τέσσερα βιβλία και δυο διακριτικές μουσικές. Ξεκίνησα πάλι, μετά από μια διακοπή 5 χρόνων, τη φυγή, την αφομοίωση με την μνήμη και την απόσταση από τον πόνο που αυτή μπορεί να φέρνει, με το ταξίδι στα εντελώς χρειώδη του ονείρου. Γιατί χωρίς τα όνειρα δεν υπάρχουμε. Το τοπίο μου μιλάει χρόνια. Φιλόξενο και αυστηρό στην όποια βεβήλωση. Το μέγεθός του να απαντάει στην αμετροέπεια των ασεβών. Κάθε φορά που το προσεγγίζω, προσπαθώ να αφομοιωθώ. Να μην το ενοχλήσω. Όπως δεν πρέπει να ενοχλούμε τη ζωή που μας υπερβαίνει που δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε. Αυτήν που υπάρχει πέρα από τα δικά μας μέτρα του δούναι και λαβείν. Αυτή που μόνο δίνει.

Φέτος το τοπίο δέχθηκε εισβολή και τραυματίσθηκε από τις ερπύστριες των μηχανισμών που φτιάχνουν την ιστορία καταπώς τους συμφέρει. Η αναπαραγωγή της απόβασης στη Νορμανδία; Για κάποιες “ανάγκες των ασκήσεων” τσακίστηκαν οι αμμοθίνες, συστατικό στοιχείο και εντελώς απαραίτητο για την επιβίωση των παράλιων εδαφών. Για τους θιασώτες του στεγανού που βαφτίζεται εθνική άμυνα αυτά είναι λεπτομέρειες και ενοχλητικές ευαισθησίες… Φοβάμαι την επόμενη επίσκεψη μου. Τι θα βρω; Πως θα έχει απαντηθεί η αναίδεια; Με ποιά έκπτωση; Κι ακόμη φοβάμαι τα μάτια του κέρδους. Φιλέτο η περιοχή. Κοντά τρία χιλιόμετρα παραλία. Μέγας πειρασμός. Έζησα το θάνατο της νότιας Κρήτης. Παρόμοιες αγάπες που έγιναν ξενοδοχεία και “ανάπτυξις” και μεγάλες καταθέσεις και εποχιακή απασχόληση-δουλεία των ντόπιων νέων. Και αποξένωση και τζόγος και νεοπλουτισμός και τσακωμοί μεθυσμένων. Και all inclusive στη μέση του πουθενά. Τόπος βεβηλωμένος πια. Ας μη ζήσουμε τα ίδια κι εδώ. Να αγρυπνούμε.

Άφησε σχόλιο