Καλαμωτή Χίου: η αποτύπωση μιας πολύπλευρης πραγματικότητας

4

της Άννας Μισαηλίδου

Κατάγομαι από ένα μικρό χωριό της νότιας Χίου, την Καλαμωτή. Για να ακριβολογώ, δεν κατάγομαι απλώς, είμαι γέννημα-θρέμμα και μ’ αυτήν την ιδιότητα θα μιλήσω, κάνοντας μία “emic” (κατά τους ανθρωπολόγους – λαογράφους) προσέγγιση, γι’ αυτό και εκ των προτέρων απολογούμαι για το έντονα προσωπικό ύφος, που, αναπόφευκτα, χρησιμοποιώ σε αρκετά σημεία του κειμένου. Θα μιλήσω κυρίως για το μεσαιωνικό χωριό, αυτό που έχω ζήσει από παιδί, τον φυσικό μου χώρο, που σήμερα στέκει σαν σκηνικό άδειου θεάτρου, αφημένο στη μοίρα του, την κοινή μοίρα των περισσοτέρων χωριών της επαρχίας: την εγκατάλειψη από κατοίκους και τη σταδιακή ερήμωση και ερείπωση.

Προφανώς, δεν είναι ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο χωριό που ακολουθεί αυτή την πορεία. Η ιστορία της Καλαμωτής θα μπορούσε να είναι η ιστορία εκατοντάδων άλλων χωριών, εντός και εκτός Ελλάδας. Οι περισσότεροι ταυτίζουν την Καλαμωτή με το νεότερο τμήμα του οικισμού, που συναντούν κατεβαίνοντας στην παραλία της Κώμης, μια εικόνα που την αδικεί κατάφορα, μια και στην πραγματικότητα, ο άγνωστος, στους περισσότερους, μεσαιωνικός οικισμός της, είναι ένας κρυμμένος θησαυρός, κι ας μην είναι από τις κραυγαλέες τουριστικές attraction του νησιού.

Σε αυτό το ταξίδι στον χρόνο, οι αναφορές στην ιστορία και στην αρχιτεκτονική του οικισμού θα είναι συνοπτικές, μόνο για την κατανόηση της «εξέλιξής» του.

Η Καλαμωτή δημιουργήθηκε την περίοδο της Γενουατοκρατίας. Η ύπαρξή της βεβαιώνεται ήδη από το 1364, προφανώς ως οχυρό με περίβολο, που σταδιακά πήρε τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.

Ο οικισμός ήταν κομβικό σημείο στο οχυρωματικό δίκτυο του νησιού, λόγω της προνομιακής του θέσης μεταξύ βιγλών, πύργων και του Κάστρου των Απολίχνων.

Ο πολεοδομικός ιστός του, σχεδιασμένος κατά τη γενουατική περίοδο, διατηρείται σχεδόν ανέπαφος.

Στενά σοκάκια, ασυνήθιστη γεωμετρικότητα στη χάραξη των δρόμων -σε σχέση με τους υπόλοιπους μεσαιωνικούς οικισμούς του νησιού-, οργανωμένο αποχετευτικό δίκτυο, εκκλησιές σε κάθε γειτονιά με μικρές πλατείες, πηγάδια συνθέτουν την εικόνα του μεσαιωνικού πυρήνα.

Ο οικισμός, όπως και τα υπόλοιπα μαστιχοχώρια, δημιουργήθηκε για να ελέγχεται και να προστατεύεται το μονοπώλιο της μαστίχας, μαζί και οι μαστιχοπαραγωγοί.

Τα σπίτια του ήταν οι οχυρωμένες εργατικές κατοικίες της εποχής, γι’ αυτό και υπήρχε ένας βασικός λιτός κτηριακός τύπος, ο «μεσαιωνικός», που επαναλαμβανόταν και δημιουργούσε μια μεγακατασκευή.

Επί Τουρκοκρατίας, η Καλαμωτή συνιστούσε το διοικητικό κέντρο των Μαστιχοχωρίων. Φαίνεται ότι άκμασε ιδιαίτερα έως και τον σεισμό του 1881, όπως μαρτυρούν οι περιηγητές. Η οικονομική ευημερία αποτυπώθηκε και στην αρχιτεκτονική του οικισμού.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, υιοθετούνται τάσεις από την αρχιτεκτονική της Χώρας, του Κάμπου, της μικρασιατικής ακτής και της Κωνσταντινούπολης.

Όλα φαίνεται να ήταν ιδανικά στο χωριό, μέχρι που ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση με τον σεισμό του 1881.

Όπως αναφέρουν οι πηγές, ο οικισμός σχεδόν ισοπεδώθηκε.

Ο γερμανός βυζαντινολόγος Karl Krumbacher, που την επισκέφτηκε το 1884, αναφέρει: «Εφθάσαμεν εις την Καλαμωτήν, ένα των μεγαλυτέρων και πλουσιοτέρων τόπων της νήσου. Οι κάτοικοι διακρίνονται καταπληκτικώς και διά του τύπου και διά της στολής από των γειτονικών τόπων…Το χωρίον έχει καταστραφεί καθ’ ολοκληρίαν υπό του σεισμού. Εν τούτοις τα αναγκαιότατα αποκατεστάθησαν. Ιδιαιτέρα και εδώ φροντίς κατεβλήθη διά την ευρύχωρον εκκλησίαν, ήτις καθώς λέγει μεγάλη επιγραφή, ανωκοδομήθη κατά το έτος 1883. Αι παλαιαί οικίες σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν ήσαν διακοσμημέναι διά χρωμάτων και εικόνων και εστολισμέναι με εξώστας και δρύφρακτα (Erkern -στο γερμανικό κείμενο). Και αυτά ακόμη τα θλιβερά ερείπια εκφράζουν παντού το αίσθημα προς άνετον και ωραίον οικιακόν βίον».

Οι περισσότερες επεμβάσεις στα κτήρια σχετίζονται με τον σεισμό.

Λίγο μετά από αυτόν, ξεκίνησε το πρώτο ρεύμα μετανάστευσης, που κορυφώθηκε και συνεχίστηκε μέχρι και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, μετά τους δύο πολέμους. Ενδεικτικά είναι τα λόγια που ακολουθούν, γραμμένα από τον μετανάστη αδελφό του παππού μου, που έφτασε στην Αμερική, παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1921.

Οι οικονομικοί μετανάστες στήριζαν τους φτωχούς συγγενείς τους που έμειναν πίσω στο χωριό και συνέβαλαν δραστικά στην ανοικοδόμηση και ανασυγκρότησή του.

Έτσι, η Καλαμωτή θα φτάσει στο απόγειο της ακμής της, τη δεκαετία 1947-57, με σημαντικά έργα υποδομής, χάρη σε αυτούς, που συνέχισαν να ξενιτεύονται, αλλά δεν ξέχασαν τον τόπο τους.

Το χωριό ήδη από τη δεκαετία του ΄60, διέθετε τα πάντα: ηλεκτροδότηση, υδροδότηση, καταστήματα και ιατρεία, όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, και κυρίως, μια ζωή, που παρ’ όλες τις δυσκολίες, κυλούσε ομαλά.

Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι από χορηγίες Καλαμωτούσων που είχαν μεταναστεύσει, κατασκευάστηκαν στο χωριό σχολεία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης.

Έτσι, δόθηκε η δυνατότητα σε όλους τους κατοίκους των νοτιοχώρων να παρακολουθήσουν τις Γυμνασιακές και μετέπειτα τις Λυκειακές τάξεις.

Στην περίπτωση της Καλαμωτής, ισχύει το «ουδέν καλόν αμιγές κακού»: η πλειονότητα αυτών που σπούδασαν, δεν επέστρεψαν ποτέ να κατοικήσουν μόνιμα στο χωριό, δεν ήταν πια «αρκετό» για τις νέες γενιές, από το 1960 και μετά.

Οι κάτοικοι της Καλαμωτής σήμερα σε ποσοστό 80% είναι γενιές του ΄50, του ΄40, του ΄30 αλλά και κάποιοι λίγοι πλέον της γενιάς του ΄20.

Προσεισμικά, αναφέρονται και 4000 κάτοικοι. Το 1951 οι κάτοικοι της Καλαμωτής ανέρχονταν σε 1460. Το 2011, η Καλαμωτή φέρεται να έχει 590 κατοίκους, στην πραγματικότητα είναι πολύ λιγότεροι. Ειδικά μέσα στον μεσαιωνικό πυρήνα, δεν πρέπει να κατοικούν περισσότεροι από 100 άνθρωποι, με μέσο όρο ηλικίας τα 70 έτη.

Στην περαιτέρω ερήμωση του οικισμού συνέβαλε ένα σχέδιο επέκτασής του προς νότο, που είχε εκπονηθεί ήδη από το 1939, και τέθηκε σε ισχύ το 1941. Αν η επέκταση του οικισμού γινόταν περιφερειακά του παλαιού πυρήνα, όπως συνέβη σε άλλα χωριά, τουλάχιστον το κέντρο του θα ήταν ένα και μοναδικό. Δυστυχώς, δεν συνέβη αυτό στην Καλαμωτή, που οικιστικά κατακερματίστηκε.

Η οικονομική ευρωστία έδωσε τη δυνατότητα σε πολλούς από τους κατοίκους του χωριού να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους μέσα στον παλιό οικισμό και να κατασκευάσουν νέα στη νότια επέκτασή του, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, έξω από τον ασφυκτικό μεσαιωνικό πυρήνα. Ήδη, στο νότιο άκρο του νέου οικισμού, κοντά στο Γυμνάσιο, είχε προηγηθεί η δημιουργία προσφυγικού συνοικισμού. Το στρατόπεδο επίσης αποτελούσε έναν ξεχωριστό οικιστικό πυρήνα, μόλις λίγα μέτρα νοτιοδυτικά του χωριού. Παρ’ όλα αυτά, οι φαντάροι και οι στρατιωτικοί με τις οικογένειές τους, που κατοικούσαν μέσα στο χωριό, συνέβαλλαν καθοριστικά στην κοινωνική και οικονομική ζωή του, γι’ αυτό και η παύση της λειτουργίας του στρατοπέδου αποτέλεσε μία αρνητική εξέλιξη.

Η ερήμωση του παλιού χωριού επιδεινώθηκε, όταν γύρω από τη νέα πλατεία, την «Απλάδα», που δημιουργήθηκε εκτός του μεσαιωνικού πυρήνα, άρχισαν να μεταφέρονται σταδιακά Δημόσιες Υπηρεσίες, καταστήματα και καφενεία. Ο κυρ Βαγγέλης, καφετζής της Πάνω Πλάτσας, συνήθιζε να λέει ότι: «στην Απλάδα, τα καφενεία ζουν με τους ζωντανούς και εμείς, στην Πλάτσα, με τους πεθαμένους», εννοώντας, ότι κόσμος στη Μέσα Πλάτσα πήγαινε μόνο με αφορμή την κηδεία ή το μνημόσυνο κάποιου συγχωριανού, στην κεντρική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.

Η ύπαρξη της παραλίας της Κώμης κατέστη μία ακόμη από τις αιτίες ερήμωσης. Παρατηρείται το εξής παράδοξο φαινόμενο: εξοχικό στην Κώμη σε απόσταση μόλις 3,5 μ. από τη μόνιμη κατοικία, στην Καλαμωτή.

Στις δεκαετίες του 1970 και 1980, παρατηρείται μία απαξίωση από την πλευρά των κατοίκων για τα σπίτια του παλιού οικισμού, που θεωρούνταν ως «αυλές» (στάβλοι) και «χαλάσματα» και τα περισσότερα από αυτά στέγαζαν, πλέον, μόνο τα ζώα τους ή αποθήκες.

Η εγκατάλειψη, με τη σειρά της, οδήγησε στη φθορά των κτισμάτων.

Η ίδια η δομή και πολεοδομική οργάνωση του οικισμού συνέβαλε στο να καταστούν δρόμοι και γειτονιές ολόκληρες απροσπέλαστες, λόγω μικρών αρχικά και μεγαλύτερων στη συνέχεια καταρρεύσεων, αφού δεν υπήρξε καμία μέριμνα ή προσπάθεια αντιστήριξης και στερέωσης και το ένα σπίτι συμπαρέσερνε το άλλο.

Τη δεκαετία του 1980 έγιναν «εκκαθαρίσεις» ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων, πιθανόν υπό την επίδραση μίας νέας μελέτης ανάπλασης του χωριού, η οποία τελικά έμεινε στα χαρτιά.

Παρ’ όλα αυτά, ήταν αρκετή για να κατεδαφιστεί το 1/3 των σπιτιών που συνιστούσαν το βόρειο τείχος του οικισμού, για να αδειάσει από τα «χαλάσματα» και να δημιουργηθεί, όχι θέατρο, όπως προέβλεπε η μελέτη ανάπλασης, αλλά πρόχειρος χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων.

Οι εκκαθαρίσεις βέβαια είχαν ξεκινήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα, από τη δεκαετία του 1970. Από τα πρώτα τους θύματα τους ο Μεγάλος Σκεπαστός που οδηγούσε στην Κάτω Πόρτα, για μπορεί να περνάει το λεωφορείο.

Η πρώτη προσπάθεια προστασίας του οικισμού από την Πολιτεία, ήρθε κατόπιν εορτής, όταν, το 1988, ο παλαιός πυρήνας του χαρακτηρίστηκε «παραδοσιακός». Ο χαρακτηρισμός, δυστυχώς, δεν στάθηκε αρκετός για να αποτρέψει την καταστροφή και την αλλοίωσή του, αφού, με μεγάλη ευκολία, κτήρια συνέχισαν να χαρακτηρίζονται ετοιμόρροπα και κατεδαφίζονταν χωρίς ενδοιασμούς.

Τις εκκαθαρίσεις του ’80 τις βίωσα ως παιδί μια και οι περισσότερες συνέβησαν στη γειτονιά μου. Πρόσφατα, μάλιστα, στην έκδοση Κωνσταντίνος Κανελλάκης, της Α. Ζαχαρού-Λουτράρη, εντόπισα φωτογραφία από το Αρχείο του Γυμνασίου της Χίου (νομίζω), τυπωμένη αντίστροφα, όπου όμως αμέσως αναγνώρισα τη γειτονιά μου, τον Άγιο Γιάννη, πριν κατεδαφιστούν τα σπίτια και τα σκεπαστά.

Η αλήθεια είναι ότι, κάποιες φορές όταν έβρεχε, για να πάμε από το σπίτι στην πλάτσα ή στο σχολείο, περνάγαμε κάτω από δύο ή τρία σκεπαστά και κτήρια που έπεφταν πέτρες. Τότε, επιλέγαμε να διανύσουμε τρέχοντας τη διαδρομή που είχαν πέσει οι λιγότερες πέτρες, με τον φόβο πάντα, μη φύγει καμιά και μας αφήκει στον τόπο.

Αυτά τα βιώματα με καθόρισαν, χωρίς καν να γνωρίζω κάτι για την ιστορία και την αρχιτεκτονική του χωριού. Τα πέτρινα κτήρια τα θεωρούσα δεδομένα, ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου. «Χαλάσματα» τα λέγαμε, όπως τα ακούγαμε από τους μεγάλους, όχι σπίτια. Ίσως κατάλοιπο από τον σεισμό. Τα βουνά που ζωγράφιζα είχαν το σχήμα των λόφων του Προφήτη Ηλία και της Τύλης. Όταν ο ήλιος έδυε, το παράθυρό μου γινόταν πίνακας ζωγραφικής με έναν ανεμόμυλο στη μέση και μια ροδιά σε πρώτο πλάνο. Τα απογεύματα καθόμασταν στα κατώφλια με τις γειτόνισσες, που μας έλεγαν ιστορίες και γελούσαν κακαριστά, σηκώνοντας συγχρόνως κάθε φορά την μπροστέλα τους. Και εμείς, σε αυτοσχέδιες μπασκέτες από σύρμα, τους δείχναμε πώς να βάζουν καλάθια. Εικόνες, εικόνες ατελείωτες και φωνές που ηχούν ακόμη στα αυτιά μου. Θα μπορούσα να μιλάω και να γράφω ώρες γι’ αυτά. Αυτές οι όμορφες παιδικές αναμνήσεις και η αγάπη για το χωριό και τους ανθρώπους του, επέδρασαν καταλυτικά μέσα μου, όπως φαντάζομαι και σε κάθε άλλο παιδί ο χώρος που μεγαλώνει.

Είναι προφανές ότι τα βιώματά μου επηρέασαν τον επαγγελματικό μου προσανατολισμό. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε άρχισε να με απασχολεί η φθορά των κτισμάτων του οικισμού, ένοιωθα όμως την ανάγκη να την αποτρέψω. Αυτή η ανάγκη με οδήγησε στην Αρχαιολογία.

Θεωρούσα ότι ο χαρακτηρισμός του οικισμού ως «διατηρητέου», ήταν μονόδρομος για την προστασία του, κάτι που επετεύχθη μόλις το 1998, όταν το Πυργί, τα Μεστά και άλλοι οικισμοί προστατεύονταν τουλάχιστον τρεις δεκαετίες πριν.

Πολλές φορές, ακόμη και τώρα, ερχόμενη αντιμέτωπη με τις απαιτήσεις, χωρίς απτό αντάλλαγμα, της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και με τα προβλήματα που αναπόφευκτα δημιουργούνται στις σχέσεις της με τους κατοίκους, αναρωτιέμαι αν άξιζε τον κόπο που μας έμπλεξα με την Αρχαιολογία. Κάνοντας έναν απολογισμό, είκοσι χρόνια μετά, θα έλεγα ότι, ναι άξιζε.

Άξιζε, γιατί η Αρχαιολογική Υπηρεσία, όσο και αν διαφωνούν πολλοί, είναι από τους βασικούς πυλώνες αυτού του κράτους, που αντιστέκεται, παρά τις όποιες υπερβολές, παρά τα όποια αρνητικά και τις αγκυλώσεις, που εμποδίζουν να βρεθεί ένας κοινός βηματισμός με τις τοπικές κοινωνίες και τις ανάγκες τους, με αποτέλεσμα ο πολίτης να επιφορτίζεται με αυτά που θα έπρεπε να είναι υποχρέωση του κράτους.

Όμως, ο χαρακτηρισμός του οικισμού, ήταν το πρώτο πραγματικό βήμα προστασίας, έστω και αν περιορίζεται στην αστυνόμευση. Επέβαλε την ελεγχόμενη αναστήλωση των κτισμάτων. Δεν ξέρω αν έπαιξε ρόλο το «label», ή αν ήταν συγκυριακό, όμως σχεδόν ταυτόχρονα με τον χαρακτηρισμό του οικισμού, αυξήθηκε και το αγοραστικό ενδιαφέρον για τα σπίτια του.

Οι δε κάτοικοι, γνωρίζοντας πλέον περισσότερα για το χωριό τους, αναγνωρίζουν και την αξία του. Υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Επίσης δόθηκε η δυνατότητα αρκετά σπίτια να ενταχθούν σε Ευρωπαϊκά Προγράμματα και να μετατραπούν σε τουριστικά καταλύματα.

Σίγουρα όμως ο χαρακτηρισμός του οικισμού δεν έλυσε, όπως αφελώς πίστευα, τα προβλήματα που αυτός αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει και που εστιάζονται στην ερήμωση από μόνιμους κατοίκους και στον μεγάλο αριθμό ετοιμόρροπων κτισμάτων, δυο προβλήματα συνεχώς αλληλοτροφοδοτούμενα.

Είναι στη φύση του ανθρώπου να επιδιώκει το καλύτερο για τον ίδιο και τα παιδιά του. Εάν ένας τόπος δεν καλύπτει πλέον τις ανάγκες των κατοίκων του είναι λογικό να εγκαταλείπεται. Αν κάποιος θα έπρεπε να αποτρέψει την ερήμωση, αυτός είναι η Πολιτεία, με την παροχή κατάλληλων κινήτρων.

Σε μια μοντέρνα πόλη, η εγκατάλειψη δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο, δεν ερημώνει, ανανεώνεται το έμψυχο υλικό της και ίσως αλλάζει η φυσιογνωμία της. Σε ένα μικρό χωριό, όμως, και μάλιστα μεσαιωνικό, ο χρόνος, το κάθε σπίτι και ο κάθε άνθρωπος μετράει ξεχωριστά. Η κάθε απώλεια είναι ένα πραγματικό κενό, είτε είναι ανθρώπινη είτε είναι κτηριακή.

Ωστόσο, αν η Καλαμωτή δεν ήταν πλέον η καλύτερη επιλογή για τους κατοίκους της, αποτέλεσε μια καλή ευκαιρία για τους οικονομικούς μετανάστες από την Αλβανία, που την επέλεξαν για να εργαστούν και να ζήσουν με τις οικογένειές τους, κάνοντας, άθελά τους, μια ένεση παράτασης στη ζωή του χωριού. Το χωριό γέμισε ξανά παιδικές φωνές, στις γειτονιές που εμείς παίζαμε. Στα εγκαταλελειμμένα, για χρόνια, σπίτια άναψαν ξανά τα φώτα και μύρισε φαγητό. Το Δημοτικό Σχολείο παρέμεινε ανοικτό. Δεν κρύβω πόση απέραντη ευγνωμοσύνη νιώθω γι’ αυτούς τους ανθρώπους, που βρέθηκαν στον τόπο μας την κατάλληλη στιγμή και τον κράτησαν ζωντανό. Μα δεν κρύβω και την περηφάνια μου για τους συγχωριανούς μου, που χωρίς ρατσιστική διάθεση αγκάλιασαν τις οικογένειες και τα παιδιά τους και τους ενσωμάτωσαν στη μικρή μας κοινωνία. Τυχαία βρεθήκαμε στη Χώρα με τον Αλέξη, τον Τόνυ και τον Πέτρο από την Αλβανία και μου λέει ο Αλέξης: όλοι οι Καλαμωτούσοι μαζευτήκαμε στη Χώρα! Πόσο όμορφο να το νιώθουν χωριό τους!

Η εγκατάλειψη του παλιού οικισμού και η επέκταση προς τα νότια είχε και τη θετική πλευρά της.

Όποιο κτήριο κατάφερε να αντέξει στη φθορά του χρόνου και να γλιτώσει από τις «εκκαθαριστικές» επιχειρήσεις, έμεινε ανέπαφο και αυθεντικό. Γιατί, όχι μόνο η εγκατάλειψη αλλά και η συνεχής κατοίκηση μπορεί να επιφέρει την καταστροφή. Αυτό συνέβη σε οικισμούς που συνέχισαν να κατοικούνται. Οι κάτοικοί τους προσπαθώντας να προσαρμόσουν τα σπίτια τους στις σημερινές τους ανάγκες, τα αλλοίωσαν σε σημαντικό βαθμό, πολλές φορές μη αναστρέψιμο.

Το αισιόδοξο στην Καλαμωτή είναι ότι πολλά από τα εγκαταλελειμμένα σπίτια ευτύχισαν να πέσουν στα χέρια ανθρώπων που τα σεβάστηκαν, που μπορούν να τα εκτιμήσουν και να τα χαρούν.

Πρόκειται για πολλούς, μη Καλαμωτούσους, έλληνες και ξένους, που επέλεξαν η Καλαμωτή να γίνει το χωριό που δεν είχαν, δημιουργώντας μία μεγάλη παρέα νεο-καλαμωτούσων, διαρκώς αυξανόμενη. Και αυτοί με τη σειρά τους έκαναν μία ακόμη ένεση ζωής, όχι μόνο στο έμψυχο υλικό του αλλά και στα εγκαταλελειμμένα σπίτια που επισκεύασαν. Η παρουσία τους στο χωριό είναι ιδιαίτερα σημαντική, κυρίως επειδή το επέλεξαν από έρωτα και το νοιάζονται από αγάπη.

Πολλές φορές σκέφτομαι πόσο τυχεροί είναι αυτοί που δεν μεγάλωσαν στο χωριό. Που δεν μετράνε φθορές και απώλειες πίσω από κάθε κλειστή πόρτα και κάθε ερείπιο και φαντάσματα μαθητών στο Δημοτικό Σχολείο, που ανά πάσα στιγμή κινδυνεύει να κλείσει.

Τους ζηλεύω, γιατί χαίρονται την Καλαμωτή γι’ αυτό που είναι σήμερα. Η χαρά και ο ενθουσιασμός τους με παρασύρει. Η διάθεσή τους να προσφέρουν με συγκινεί και με παρακινεί να δω το χωριό μου ξανά μέσα από τα μάτια τους, από μια άλλη οπτική, λιγότερο απαισιόδοξη. Δεν είναι τυχαία η χαρά τους ούτε και η χαρά των παιδιών μου, που λατρεύουν το χωριό όπως είναι σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι ο τόπος είναι ακόμη ζωντανός. Τελικά, θλιβόμαστε μόνο όσοι τον είχαμε γνωρίσει «αλλιώς». Μα το «αλλιώς» ανήκει στο παρελθόν. Τώρα τι γίνεται;

Η Αρχαιολογική και Πολεοδομική Νομοθεσία προβλέπουν μόνο ό,τι έχει να κάνει με τα κτήρια, δεν ασχολούνται με τις ζωές των ανθρώπων, αν και θα έπρεπε να υπάρχει συγκεκριμένη πολιτική γι’ αυτούς τους οικισμούς, κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα από κανέναν. Ένα σημαντικό ερώτημα που θα έπρεπε να σκεφτούμε όλοι μας και κυρίως η Πολιτεία, είναι πώς θέλουμε εμείς αυτούς τους οικισμούς; Μουσειακούς – αρχαιολογικούς χώρους ή ζωντανά χωριά;

Προσωπικά, δεν θα ήθελα η Καλαμωτή να είναι μόνο ένας ιστορικός διατηρητέος οικισμός, θα ήθελα να παραμείνει “ζωντανό χωριό”.

Και αυτό που κάνει ένα χωριό να διαφέρει από έναν απλώς διατηρητέο οικισμό είναι η ζωή σε όλη τη διάρκεια της ημέρας και του χρόνου. Eίναι τα κάθε είδους χρώματα και οι μυρωδιές, ακόμη και εάν δεν είναι του γούστου μου, γιατί αυτά κάνουν ένα ζωντανό σπίτι να διαφέρει από ένα ερείπιο ή ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο.

Η ζωή εμπεριέχει και το κακόγουστο και το ασύμβατο, που μπορεί να είναι μια πλαστική καρέκλα, ένα κούφωμα από αλουμίνιο ή σίδηρο.

Στη ζωή υπάρχει και η φθορά της ύλης και η κακογουστιά. Και αυτή είναι μία ακόμη διαφορά του χωριού από τον ιστορικό διατηρητέο οικισμό, που όλα τα θέλει “comme il faut”. Οι περισσότεροι δε από εμάς, πιο πολύ αρεσκόμαστε στο να θαυμάζουμε ένα επιβλητικό ερείπιο, παρά ένα κατοικημένο κακόγουστο σπίτι.

Το δεύτερο σημαντικό πρόβλημα του οικισμού είναι ο αριθμός των ετοιμόρροπων που έχει αυξηθεί δραματικά και συνεχίζει να αυξάνεται καθημερινά. Σε αυτήν τη φάση καταρρέουν τα σπίτια τα οποία έχουν κλείσει πεντηκονταετία στην εγκατάλειψη.

Ο Αρχαιολογικός Νόμος προβλέπει ότι την ευθύνη για τη συντήρηση ενός σπιτιού-μνημείου τη φέρει ο ιδιοκτήτης του και εάν εκείνος αδυνατεί, αναλαμβάνει το Δημόσιο και οι ΟΤΑ. Αυτά βέβαια θα μπορούσε να τα επικαλεστεί κάποιος σε ιδανικές συνθήκες (και όχι στη δεδομένη οικονομική συγκυρία) και μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (και όχι όταν το πρόβλημα έχει γενικευτεί σε σημείο που να αφορά το 50% και πλέον ενός οικισμού). Πριν τον χαρακτηρισμό του οικισμού, θα είχαν γίνει εκκαθαρίσεις, θα είχαν μπει μπουλντόζες. Η διαφορά σήμερα είναι ότι αν προληφθεί η κατάρρευση, θα δοθούν στα ετοιμόρροπα οι πρώτες βοήθειες, δηλαδή, θα γίνει φωτογράφηση, ίσως και σχεδιαστική αποτύπωση, θα απομακρυνθούν ή θα υποστυλωθούν τα επικίνδυνα τμήματα.

Παρόλα αυτά, η Πολιτεία αδυνατεί να επέμβει ουσιαστικά. Στην πραγματικότητα αστυνομεύει και δίνει μόνο τις πρώτες ή «τελευταίες» βοήθειες. Αποτέλεσμα το χωριό να έχει γεμίσει πλέον ή με ερείπια ή με υποστυλώματα. Όμως, οι αποκλεισμένοι δρόμοι επιταχύνουν την καταστροφή. Οι υποστυλώσεις είναι αργός θάνατος για ένα κτήριο, μια και σε καμία περίπτωση δεν έχει ακολουθήσει θεραπεία.

Αυτή η γενικευμένη εικόνα και οι απαισιόδοξες διαπιστώσεις, αποτέλεσαν την αφορμή, το 2015, να συγκεντρωθούμε μια μικρή ομάδα ανθρώπων, με στόχο να αναζητήσουμε τρόπους αντιμετώπισης της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί. Οι ρεαλιστικές διαπιστώσεις χρειάζονται μόνο για το ξεκίνημα. Από κει και πέρα χρειάζεται όραμα και οργανωμένη δουλειά. Άλλωστε, και στο παρελθόν, ό,τι είχε καταφέρει το χωριό μας ήταν αποτέλεσμα ιδιωτικών πρωτοβουλιών και αγάπης των ίδιων των κατοίκων του. Οι δυσκολίες είναι πολλές, όμως ευελπιστούμε ότι θα τα καταφέρουμε και ότι θα έχουμε τη συμπαράσταση της Τοπικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, που δείχνουν να συμμερίζονται τους στόχους μας.

Βασικός στόχος μας είναι ένας συνολικός σχεδιασμός δράσεων, που θα διασώσουν, θα αναδείξουν και θα προβάλλουν τόσο τον μεσαιωνικό οικισμό, όσο και την ύπαιθρο της Καλαμωτής, χωρίς διάθεση παρελθοντο-λαγνείας. Όλα ακολουθούν τη φυσική νομοτέλεια. Αποδεχόμαστε τον τόπο μας γι’ αυτό που είναι σήμερα. Θέλουμε να “δημιουργήσουμε” λόγους ή καλύτερα να αναδείξουμε τους λόγους, για τους οποίους κάποιος θα άξιζε σήμερα να γνωρίσει και να επισκεφτεί την Καλαμωτή κάθε εποχή, και να δημιουργήσουμε τα κίνητρα, ώστε κάποιος να την επιλέξει ως τόπο μόνιμης κατοικίας του. Επιθυμούμε να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής των μόνιμων κατοίκων, όλων των ηλικιών και εκεί επικεντρώνονται οι προσπάθειές μας, προχωρώντας με όσο το δυνατόν πιο συντονισμένες ενέργειες.

Βασικός πυλώνας και φορέας των περισσότερων δράσεων στον οικισμό και συμπαραστάτης σ’ αυτήν την προσπάθεια είναι ο Προοδευτικός Όμιλος της Καλαμωτής, που έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτιστικά δρώμενα του χωριού, με τη συνεργασία βέβαια όπου απαιτηθεί και των λοιπών συλλόγων και φορέων, όπως της Δράσης, της Φιλοπτώχου Αδελφότητας, του Συνεταιρισμού Μαστιχοπαραγωγών, του Συλλόγου «Αγία Κυριακή», της Αθλητικής Ένωσης Καλαμωτής, του Συλλόγου Καλαμωτουσίων Αττικής και φυσικά των ανθρώπων που τους πλαισιώνουν.

Ήδη τμήμα αυτών των δράσεων, όπως η Ποδηλατάδα στους Δρόμους των Αδελφάτων, που διοργανώθηκε φέτος για δεύτερη χρονιά, καθώς και η «Βεγγέρα στα Λευκά», που διοργανώθηκε φέτος για πρώτη φορά, αγαπήθηκαν από τους συμμετέχοντες.

Ευτυχώς για το χωριό μας υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πασχίζουν να κρατήσουν ζωντανό, όχι μόνο το χθες αλλά και το σήμερα. Και η ειρωνεία είναι αυτή ακριβώς: πόσο δύσκολο είναι να κρατήσεις ζωντανό το σήμερα και να δημιουργήσεις τις προϋποθέσεις για το αύριο. Υπάρχουν άνθρωποι δύσπιστοι, που ζουν προσκολλημένοι μόνο σε αυτό που θεωρούν «παραδοσιακό». Ίσως επειδή δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτό που δημιουργούμε σήμερα, αν αντέξει στον χρόνο, θα είναι η παράδοση του αύριο. Κάθε γενιά πρέπει να έχει τη δική της συμβολή για να μην είναι αποκομμένη η παράδοση από τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Άλλωστε, η ίδια η καθημερινότητά μας στο χωριό περιέχει έντονα παραδοσιακά στοιχεία αλλά και ρυθμούς που πολλοί αγχωμένοι κάτοικοι των πόλεων θα ζήλευαν. Για να παραμείνουν όμως οι άνθρωποι στα χωριά και να προσελκύσουν νέους κατοίκους, πρέπει να δημιουργηθούν βασικές προϋποθέσεις και δελεαστικά κίνητρα, που θα αντισταθμίζουν τα όποια μειονεκτήματα της ζωής στο χωριό (αποστάσεις, κόστος καυσίμων κλπ) με τα οφέλη μιας αυθεντικής «παραδοσιακής» ζωής κοντά στη φύση. Παράλληλα, θα έπρεπε να έχει γίνει κατανοητό από τους αρμόδιους, πως ο καλύτερος τρόπος για να διατηρήσεις έναν οικισμό, δεν είναι να τον αφήσεις να σβήσει και εκ των υστέρων να τον προστατέψεις ως «μουσειακό χώρο». Ο καλύτερος τρόπος για να τον διατηρήσεις είναι να τον βοηθήσεις να κρατηθεί «ζωντανό χωριό», που χάρη στους κατοίκους του θα αυτοσυντηρείται.

Γι’ αυτόν τον στόχο προσπαθούμε και είμαστε ανοικτοί σε καθέναν και καθεμία που θα μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να έχει έναν ρόλο σ’ αυτήν την προσπάθεια.

Στο archi-kalamoti.blogspot.gr, όποιος επιθυμεί μπορεί να παρακολουθήσει την ταινία με τίτλο: «Από την Ερινά στον Βαρβακά», που αναφέρεται στην ιστορία και την αρχιτεκτονική του οικισμού.


Το παρόν άρθρο βασίστηκε σε ανακοίνωσή μου από την ημερίδα που διοργανώθηκε στο Μουσείο Μαστίχας, τον Δεκέμβριο του 2017, από την Ελληνική Εταιρία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού και ήταν αφιερωμένη στην Καλαμωτή. Εκτός από τις δικές μου φωτογραφίες, το κείμενο συνοδεύουν φωτογραφίες που προέρχονται από τα αρχεία των: Γ. Δαμαλά, Γ. Μαϊστρου, Συλλόγου Καλαμωτουσίων Αττικής, Μουσείου Μπενάκη και Ι. & Μ. Χωρέμη.

  • 524
    Shares

Αρχαιολόγος στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Χίου

Συζήτηση4 Σχόλια

  1. Ντούζα Μαρία

    Συγχαρητήρια στην Άννα Μισαηλίδου. Μακάρι όλοι οι αρχαιολόγοι μας να είχαν αυτήν την προσέγγιση για τα όσα δικαίως προστατεύουν. Θα ήταν η σχέση μας με την πάσχουσα αρχιτεκτονική μας κληρονομιά πιο δυναμική, πιο δημιουργική και πιο σύγχρονη.

  2. Doortje van Lieshout

    Thansks for sharing this great document and beautiful pictures. I love Kalamoti. I stayed in 2015. I have observed with feeling, with my heart and my own perpective. It is a beautiful village that everyone should visit. The residents can be proud. Kalamoti is still really worth a visit.

  3. ΔΗμητρης Αναγνωστου

    Θαυμασια εργασια ! Συγχαρητηρια, Θα μπορουσε να εκδοθει ενα λευκωμα !

  4. Νίκος Χαρκιολάκης

    Αγαπητή μου Άννα,
    Φοβάμαι ότι όσοι αφιερώσαμε την ζωή μας στην προστασία της αρχαιολογικής, της αρχιτεκτονικής και γενικότερα της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όπως εσύ κι εγώ, φυσικά και δεν το μετανιώσαμε γιατί ακόμα κι οι λίγες και σύντομες στιγμές ευτυχίας που μας έδωσε, και με μεγάλο προσωπικό μόχθο, είχαν τόσο τεράστιο ειδικό βάρος που μας αποζημίωσαν για τις πολλές και διαρκείς απογοητεύσεις που μας πότισε!
    Όμως, αισθάνομαι όλο και περισσότερο ότι, αντί προστάτες και αναστηλωτές, γινόμαστε πλέον μάρτυρες ληξιαρχικών πράξεων θανάτου των μνημείων μας!

Άφησε σχόλιο