Αν σε πειράξουνε, μαύρο φίδι που τους ήφαε

0

Η πόρτα εχτύπησε πάνω που σε ‘παιρνε κομματάκι ο ύπνος… Ήρριξες ένα μποξά απάνω σου να πα ν’ ανοίξεις, κρύος πολύ ο Γενάρης…

Μπαίνει φουριόζικο το Μαριαθώ: κάμε μου καλέ άμια έναν καφέ κι είμαι να σκάσω… Α σου σιάξω κόρη μου, κάτσε να μου τα πεις.

Ήβαλες το μπρίκι, εσκάλισες λιγάκι τη φωτιά να ’ρτει να φουντώσει πάλι το τζάκι…

«Μα είναι πράμματα αυτά καλέ θεία… Το φανταζούσουνε στην εποχή μας να πνίγονται παιδιά στο Αιγαίο; Να χάνονται άδικα τόσες ψυχές στη θάλασσα; Κι αντί να βάλουνε ένα μπουρλότο στο φράχτη του Έβρου να περνούνε οι αθρώποι με ασφάλεια, φέρνουνε τη Φρόντεξ και τη βάζουνε δερβέναγα σε στεριά και θάλασσα; Ευτούς τους μιστοφόρους Ευρωπαίους, που ήρτανε να κάμουνε κουμάντο… Που θένε να ελέγχουνε και τους εθελοντές σαν και μας… Που είδαμε τα χαΐρια τους στη Χίο και τη Μυτιλήνη… Κι ευτό το ήκουσες; Πως θένε να μας καταγράψουν… Για ποιο λόγο; Σάμπως εν ηξέρουνε ποιοι είμαστενε; Ένα χωριό είναι η Χίος… Δε τους φτάνει που δίνομε ένα πιάτο φαί στους πεινασμένους, που ντύνομε τα μωρά τα βρεγμένα, τις μανάδες και τους γέρους, δε φτάνει που στις παραλίες υπάρχουνε συντοπίτες μας που είναι εκεί απίκου και ζεσταίνουνε τους τρομαγμένους αθρώπους, τι θένε τα ονοματεπώνυμα; Η αλληλεγγύη, άμια, δε θε ονόματα… Εκτός πια, αν θένε να μας φοβερίσουνε και να κάνομε πίσω, ν’ αφήσομε τους πρόσφυγες αβοήθητους στα χέρια τως… Και το τι μέλλει γενέσθαι στη ΒΙΑΛ κανείς δε ξέρει, με τους αδιαφόρετους που έχομε μπλέξει…»

Την άκουγες, ήνοιωθες την αγωνία και το θυμό της και σου ’ρτανε στο μυαλό τα παιδικά τα παπουτσάκια τα μονά… τα πεταμένα στο χώμα, τη μέρα που επήες να βγάλεις κάνα χορτάρι, βιζίτες, ραδικάκια και νεκροδόντες, εκειδά στο μοναστήρι…

Παιδιά δεν ήκαμες, όμως ετούτα τα πατούμενα, ήσκυψες και τα ’πιασες, ήνιωσες τα μίλια που εκάμανε τα ποδαράκια που τα φορούσανε…

Εσκέφτηκες πως θα μπορούσανε να ήτανε δικά σου παιδιά κι εγγόνια… Και σάμπως δεν γίνουντενε δικά σου, άμα σε κοιτούν μ’ ευτά τα όμορφα  μάτια, άμα τους κάμεις αστείες γκριμάτσες για να γελάσουνε κομμάτι;

Εσηκώθηκες, επήες κοντά στο Μαριαθώ και την ήσφιξες στην αγκαλιά σου: κάμε κόρη μου αυτό που λέγει η συνείδηση σου, βόηθα όσους έχουν ανάγκη κι άμα σε συλλήψουνε μη σκας… Δε θα το πούμενε του κύρη σου και θα πλερώσω εγώ τους δικηγόρους, θα πουλήσω το χωράφι στην Παλιαμέλισσα…

Αλλά ευτούς που θα σε πειράξουνε μαύρο φίδι που τους ήφαε… με την κατσούνα θα τους κυνηγώ…

Γελά και ξεγελά

Άφησε σχόλιο