Με το βλέμμα στη θάλασσα

0

Ίντα να βάλεις στο τσουκάλι σήμερι; Ανοίγεις την κατάψυξη κι έχει μόνο πάγο, ανοίγεις το ψυγείο έχει κάνα δυό γλυκά του κουταγιού, ένα βαζάκι με πιπεριές τουρκάκια κι άλλο ένα με φασολάκια πυργούσικα τουρσί… Το φωτάκι ανάβει αλλά εν υπάρχει και τίποτι για να φέξει… Εθυμήθηκες μια χωριανή που σαν ήρτενε το ρεύμα στο χωριό επέταξενε το ψυγείο του πάγου κι αγόρασενε ηλεκτρικό, εκαθούντανε μ’ ανοικτή την πόρτα κι ήμπλεκε βελονάκι για να μην πηαίνει χαμένο το φως…

Φακές θα κάμεις κι ας είναι Κυριακή… σάμπως τι σημασία έχουνε οι μέρες πια στο φαί… Φαί να ’ναι κι ο,τι να’ ναι.. Εσωθήκανε πια τα κυριακάτικα τραπέζια, άλλαξε η ζωή μας… Φακές δυναμωτικές και νόστιμες κι άμα μείνουνε τις κάμεις και φακόρυζο…

Μέχρι να καθαρίσεις τα κρομμύδια συλλογάσαι τη βδομάδα που επέρασε και σου ’ρχοντενε κλιάμματα έτσι κι αλλιώς… Πρόσφυγες, πείνα και δυστυχία, επιμελητήριο, ρουφιάνοι, φασίστες, κονόμες, εκμετάλλευση, άκρη δεν βγάζεις, μπουχτίζεις…

Κάνεις τα πηδηγούμενα και βγαίνεις απ’ όξω, λίγο να φροκαλίσεις, να μαζέψεις τα ξύλα, να καθαρίσεις τις γλάστρες, να ξεφύγει ο νους…

Το μάτι σου πα στη θάλασσα…

Καρσί στην Αιγνούσα περνά πλοίο φορτηγό…

Και σου’ ρχεται η μυρουδιά των αλλουέδων στα ρουθούνια λες κι είσαι μέσα… ακούς το θόρυβο της μηχανής και τη θάλασσα, μυρίζεις το φαί του μάγειρα, τον καφέ που ψήνει ο ναύτης για τον τρίτο στη βάρδια, ακούς το μαρκόνη με το τικ στο πόδι: «Αθήναι-ράδιο, Αθήναι–ράδιο… σιερα-ουισκυ-ρομεο-βικτορ, με ακούτε;», τις ζαριές από το τάβλι στο καπνιστήριο, τον μεζέ που φτιάχνει ο γραμματικός στη δεσπέτζα, το καμαρωτάκι που καθαρίζει τον μπουλμέ, το ματσακόνι στην κουβέρτα, τα γέλια από την ίδια βιντεοκασέτα που όλοι την έχουν μάθει απ’ έξω… Ακούς: ναυλωθήκαμε; ήρθε κάνα τηλεγράφημα; Τη σκοτεινιά της γέφυρας το βράδυ… Τη φασαρία και το σουρτα-φερτα σαν πιάνει το καράβι λιμάνι, οι αντζέντηδες και τα στόρια, οι τυχεροί που έχουν γράμμα.. τα γένια που ξυρίζονται, οι κολώνιες και τα άφτερ σέιβ για την έξοδο στη στεριά…

Ξυπνάς και ξεφυσάς…

Τα πράμματα είναι, πια, αλλιώς… Και στη στεριά και στη θάλασσα, από το κακό στο χειρότερο πάμενε…

Την ευτυχία και τη χαρά, το τι μας κάνει να νοιώθομε αθρώποι μόνοι μας θα το ’βρομε… Με φευγιό ή καθησιό το πρόβλημα ίδιο είναι άμα δε λυθεί…

Πάντως είχαμενε έναν μάγειρα, στον «Αμέθυστο» που ήκαμνε ένα γαλακτομπούρεκο… Πιο καλό κι από το νερατζάκι στο ψυγείο… Πόσο το λαχτάρισες ευτό το κυριακάτικο γλυκό του καραβιού…

Γελά και ξεγελά

Άφησε σχόλιο