Στο Μέγα Λιμνιώνα κάποτε

0

του Βαγγέλη Χαρίτου

Άποψη της παραλίας του Μ. Λιμνιώνα. Διακρίνεται παλιό κτίσμα στη θέση του μετέπειτα κοινοτικού καφενείου-εστιατορίου. Αρχείο Α. Παρλαμά

Tα Θυμιανά και το Νεοχώρι, είναι τα μόνα Καμπόχωρα που βρίσκονται κοντά στη θάλασσα. Η κοντινή απόσταση και το ήπιο ανάγλυφο μεταξύ των Θυμιανών και του Μέγα Λιμνιώνα ήταν η αιτία ώστε να αποτελέσει το επίνειο του χωριού.

Σύμφωνα με την παράδοση, στο Μέγα Λιμνιώνα αποβιβάστηκαν οι Αλγερινοί πειρατές εκείνη την Τυρινή Παρασκευή και κινούμενοι μέσω του μονοπατιού, σκόπευαν να επιτεθούν στο χωριό. Η νικηφόρα αντίδραση των ντόπιων στην περιοχή “Στένακας” οδήγησε στη γέννηση του “Ταλιμιού” και στη διαφοροποίηση του εθίμου της Θυμιανούσικης Μόστρας, από το αντίστοιχο έθιμο των υπόλοιπων Καμποχώρων. Στην ίδια παραλία, έγινε η αποβίβαση του Λυκούργου Λογοθέτη, το 1822, με σκοπό την υποκίνηση σε επανάσταση του ντόπιου πληθυσμού, εναντίον της Οθωμανικής κατοχής. Βέβαια η αποβίβαση αυτή συνοδεύτηκε με το φόνο ενός εκ των δυο Δημογερόντων του χωριού επειδή δεν τον αναγνώρισε…

Ο Μέγας Λιμνιώνας, λόγω της μικρής απόστασης από το χωριό, αλλά και της θέσης του, υπήνεμος στον βοριά, υπήρξε αγκυροβόλιο για της βάρκες των ντόπιων, αλλά και για τη διεξαγωγή υποτυπώδους εμπορίου με την απέναντι Μικρασιατική ακτή. Η χρήση της ακτής για λόγους εμπορικούς συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 60, όταν εκεί ξεφορτώνονταν άχυρα. Σήμερα με την άναρχη τουριστική ανάπτυξη της περιοχής, είναι δύσκολο να φανταστούμε τη μορφή του χώρου, προ των ανθροπογενών παρεμβάσεων. Σύμφωνα με έγγραφα του Μνημονείου Ευφημιανών του 19ου αιώνα που φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στο Μέγα Λιμνιώνα καλλιεργούνταν αμπέλια, συκιές, λίγοι σκίνοι και ελιές, κυρίως στους λόφους. Το ρυάκι που κατεβαίνει από τα Κατάπετρα, δημιουργούσε μπροστά από την παραλία (στο χώρο όπου σήμερα η πλατεία) συγκέντρωση γλυκών υδάτων, μια “λίμνη” που κατά κάποιους έλαβε το όνομά της η περιοχή (Λίμνη-Λιμνώνας), ενώ κατά άλλους από το ασφαλές αγκυροβόλιο (Λιμήν-Λιμνιώνας). Στις αρχές του 20ου αιώνα, χτίζονται τα πρώτα σπίτια αλιέων που αποτελούν συνήθως και θερινές κατοικίες, όπως του Νικολάου Κλαδιά (γνωστό αργότερα ως “το καμένο”), του Σενδώνα (Σκούρου) που λειτούργησε ως καφενείο (καφενείο λειτουργούσε στο Μ. Λιμνιώνα καθώς λέγεται και επί Τουρκοκρατίας), των Κλαδιά – Καρναβίτσηδων και άλλα. Το χώρο όπου σήμερα βρίσκεται η πλατεία, λέγεται πως ανήκε στον Στέφανο Φρυδά -Έλληνα, διευθυντή των Κεραμείων. Η απαγόρευση να το οικοδομήσει, οδήγησε στο να το δωρίσει στην κοινότητα. Στο χώρο αυτό, κατασκευάστηκε αργότερα πλατεία. Το 1922 στο Μέγα Λιμνιώνα καταφθάνουν και οι βάρκες των ξεριζωμένων Μικρασιατών που ορισμένοι θα συνεχίσουν το επάγγελμα του αλιέα στη νέα τους πατρίδα (οικογένεια Μεσολογγίτη). Στην Κατοχή θα αποτελέσει το σημείο όπου θα γίνεται η μεταφορά προς τα Τουρκικά παράλια και τη Μέση Ανατολή, αφού στη γειτονική Αγία Ερμιόνη λειτουργούσε Γερμανικό στρατιωτικό φυλάκιο, γεγονός που έκανε τη φυγάδευση πιο επικίνδυνη από την ακτή αυτή.

Άποψη της παραλίας. Διακρίνεται η οικία Μεσολογγίτη.Αρχείο Καλλιόπης Βαβυλουσάκη

Μπροστά από το καμένο σπίτι του Ν. Κλαδιά. Αρχείο Καλλιόπης Βαβυλουσάκη

Μεταπολεμικά, η ζωή συνεχιζόταν στους ίδιους ρυθμούς. Δυστυχώς η οικοδομική δραστηριότητα με τη χρήση άμμου θαλάσσης, οδήγησε στην αλλοίωση της όψης της παραλίας. Συνήθης εικόνα ήταν την εποχή εκείνη τα κάρα που φόρτωναν άμμο. Την ίδια περίοδο, λειτούργησε και το θερινό παντοπωλείο του Φιλίδη (Φίλου), γεγονός που δείχνει πως αρκετοί κάτοικοι των Θυμιανών παραθέριζαν στην παραλία. Εννοείται πως η μετακίνηση στην παραλία συνδεόταν με τη μετακόμιση μέρους ή του όλου της οικοσκευής της μόνιμης κατοικίας. Ορόσημο της λήξης της παραθεριστικής περιόδου, ήταν το πανηγύρι της Αγίας Ερμιόνης. Επί δικτατορίας και προεδρίας Γεωργίου Ανδρεάδη, κατασκευάστηκε το κοινοτικό καφενείο – εστιατόριο στη βόρεια άκρη της παραλίας με πρώτο και μοναδικό ενοικιαστή, τον Θεόδωρο Μπακλή (Πιρούλο). Μετά τον Μπακλή, στις αρχές της δεκαετίας του 2000 χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες του συλλόγου Μ. Λιμνιώνα – Αγίας Ερμιόνης και αφού εγκαταλείφθηκε, κατεδαφίστηκε το πρώτο χρόνο του Καλλικρατικού δήμου Χίου ως αυθαίρετο και αφού είχε καταστεί ετοιμόρροπο. Στη δεκαετία του 70 κατοχυρώθηκε ως κοινοτικός ο χώρος της πλατείας και έγινε η πρώτη διαμόρφωση, που περιελάμβανε και την τοποθέτηση μιας άγκυρας που είχε ανελκυστεί από το βυθό. Την ίδια εποχή, κατασκευάστηκε και η νέα οδός που παρέκαμψε το μονοπάτι, που χρησιμοποιόταν ακόμα και από λεωφορεία! Η αύξηση της χωρητικότητας του “Μανδρακιού” της Αγίας Ερμιόνης στα τέλη της δεκαετίας του 80, οδήγησε στο να εκλείψει η γραφική εικόνα των τραβηγμένων στη παραλία βαρκών, αφού οι αλιείς του Μ. Λιμνιώνα, υποχρεώθηκαν να αγκυροβολούν τις βάρκες τους στην Αγία Ερμιόνη. Σταδιακά η περιοχή γίνεται τουριστική, με όλα τα θετικά και αρνητικά στοιχεία που συνοδεύουν το μαζικό τουρισμό. Παράλληλα, ο οικισμός μεταβάλλεται από παραθεριστικός, σε μόνιμης κατοικίας, όχι μόνο Θυμιανούσων αλλά και κατοίκων άλλων περιοχών της Χίου.

Διακρίνεται ο χώρος της πλατείας πριν τη διαμόρφωση. Πηγή: Ημερολόγιο δημοτικού σχολείου Θυμιανών 2009.

Γεννήθηκε το 1982 στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, με καταγωγή από τα Θυμιανά της Χίου. Από το 2005 ζει μόνιμα στη Χίο. Έχει εργαστεί ως Συντηρητής Αρχαιοτήτων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

Άφησε σχόλιο