Πανάθεμά σε Ευρώπη

0

Σαν εβρέθηκες στην τέντα, στο λιμεναρχείο, έμεινες, ξεκολλημό δεν είχες…

Είδες αθρώπους να κοιμούνται ο ένας δίπλα στον άλλον κι όλο το πάτωμα ήταν γκρι… σα να ‘ναι σκεπασμένοι  με μια μπατανία… Τα παπούτσια όλα στη μέση, σαν να ’ταν αφημένα στο κατώφλι του σπιτιού τως για να μη λερώσουν τα σφουγγαρισμένα και φωνάζει η μάνα τως…

Είδες μωρομάνες να θηλάζουνε τα μικρά τως, με μια ηρεμία στο πρόσωπο λες και κανείς και τίποτ’ άλλο δεν υπήρχε δίπλα τους… Ακουσες ανθρώπους να θένε να κάνουν μπάνιο κι ας πληρώσουν και δεν υπήρχε…

Είδες γυναίκες να βουτάνε τις σκούπες για να κάνουν κάτι…

Το νεαρό κουρέα να έχει βγάλει τα πηδηγούμενα: ξουράφι, μπωλάκι, σαπούνι και πινέλο, κολώνια και μπέρτα, πετσέτα, ψαλίδι…  να τραγουδά και να κουρεύει, να ξυρίζει με μεράκι τους πατριώτες του…

Είδες τα παιδιά που ήτανε αφιόνια να κάθονται και να ηρεμούν με μια κόλλα χαρτί και μια μπογιά στο χέρι…

Νοικοκυρές να πλένουν τα ρούχα τους με ένα σαπουνάκι για το σώμα, να τινάζουν, να στρώνουν όμορφα τα ρούχα στο σχοινί…

Και νοιώθεις ντροπή για όσα γίνονται, θες  να παίρνεις δύναμη από την τόλμη τους…

Και γι αυτό θες να είσαι εκεί…

Για να ονειρεύεσαι μαζί τους…

Για έναν τόπο ήρεμο…

Για ένα σπιτικό που να μπορεί η γυναίκα τούτη να φροκαλίζει, να φυτέψει λουλούδια στις γλάστρες, να πλένει τα ρούχα της οικογένειας της, να μαγειρεύει στα τσουκάλια τα φαγιά που αρέσουν στα παιδιά, να ’χει τη γάτα ή το σκύλο της, να ’χει το νοικοκυριό της…

Τα παιδιά να ζωγραφίζουν στο σχολείο, καθαρά και χορτασμένα, να φαίνεται το ταλέντο, η εξυπνάδα, η ομορφιά των ματιών τους…

Κι ο κουρέας να βρει την τρυπούλα του να κάνει όμορφα τη δουλειά του και να τραγουδάει στους πελάτες, να τους βάζει κολώνια με άρωμα λεμόνι στα φρεσκοξυρισμένα μάγουλα…

Πανάθεμα σε πεθαμένη, θεοσκότεινη Ευρώπη…

Γελά και ξεγελά

Άφησε σχόλιο