Το πρώτο «πάρτυ» της δεκαετίας του ’80 διοργανώθηκε στη Βουλιαγμένη

0

της Βασιλικής Γιούτση

Όταν ζήτησα από κάποιον φίλο να μου μιλήσει για την εμπειρία του από το «Πάρτυ της Βουλιαγμένης», τη μουσική συνάντηση που διοργάνωσε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στην πλαζ της Βουλιαγμένης τον Ιούλιο του 1983, ο συνομιλητής μου χαρακτήρισε το «πάρτυ» ως μια «συναυλία μνήμης» (εννοώντας πολιτικής μνήμης). Σκέφτηκα τότε ότι η ερμηνεία αυτή ίσως να συνιστά από μόνη της μια απόδειξη της μοναδικότητάς του: μια μουσική συνάντηση που βιώθηκε, κατά τρόπο πρωτόγνωρο, διαφορετικά από τον κάθε παρευρισκόμενο. Εάν κάποιος την έζησε σαν μια συναυλία μνήμης, δίνοντας πολιτική διάσταση στα τραγούδια του Κηλαηδόνη και των άλλων καλλιτεχνών, κάποιος άλλος σαν ένα αυθόρμητο ξέσπασμα ατομικής απελευθέρωσης, κι ένας τρίτος (όπως διαπίστωσα από μεταγενέστερες συνεντεύξεις συντελεστών –καλλιτεχνών και άλλων) απλώς σαν μια γιορτή της μουσικής και του καλοκαιριού, τότε το «Πάρτυ της Βουλιαγμένης» κόμισε πραγματικά κάτι το διαφορετικό. Γιατί η αλήθεια είναι ότι όλες εκείνες οι νυχτερινές κινηματογραφικές λήψεις μαζικής ευφορίας του Ιουλίου του 83΄ (διαθέσιμες σήμερα στο διαδίκτυο) μικρή σχέση έχουν με τις αντίστοιχες των επικών και πειθαρχημένων συναυλιών του Μίκη και των άλλων τραγουδοποιών κατά την πρώιμη μεταπολίτευση, στοιχείο που επισημάνθηκε από την Ολυμπία Κωνσταντοπούλου (σε ένα περίφημο λεξικό αφιερωμένο στη δεκαετία του 80΄ υπό την επιμέλεια των Βασίλη Βαμβακά και Παναγή Παναγιωτόπουλου).

Θα εξηγήσω τι εννοώ: τη βραδιά της Βουλιαγμένης εγκαταλείφτηκαν πολλοί από τους άτυπους ‘κανόνες’ της εποχής για το τι οφείλει να συνιστά ένα πολιτιστικό γεγονός. Ήδη, μέσα από τη φορμαλιστική αισθητικά γραφή της αφίσας του –σε στιλ νέον υπό το φως του φεγγαριού–, το «πάρτυ» προσκαλούσε σε μια χαλαρή μουσική βραδιά κατά έναν τρόπο παρόμοιο με τις σύγχρονες καλοκαιρινές συναυλίες και φεστιβάλ ενώ, η πρωτοφανούς έντασης επικοινωνία του μέσω ραδιοφώνου, ανέδειξε την καταλυτική επίδραση των δημοφιλών ΜΜΕ της εποχής στη διαμόρφωση νέων κοινωνικών τάσεων.

Η ατομική προτίμηση για κάθε έκφανση της ζωής είναι μια στάση που αναδείχτηκε στη δεκαετία του ’80. Το «Πάρτυ της Βουλιαγμένης», με τον μουσικό πλουραλισμό του, έδωσε χώρο στο ατομικό γούστο για την ψυχαγωγία και τη διασκέδαση καθιερώνοντας (ή και νομιμοποιώντας;) εναλλακτικές μουσικές τάσεις (ροκ, ελαφρά μουσική) που δεν αναδεικνύονταν μέχρι τότε ως ιδεολογικά κενές και ατομικιστικές. Και αντιστικτικά, αναπτύσσεται, κατά τη γνώμη μου με αφετηρία το «Πάρτυ», μια νέα συλλογική αντίληψη ‘καταναλωτικής διασκέδασης’ (η βραδιά περιελάμβανε πυροτεχνήματα ενώ, ο Κηλαηδόνης επιθυμούσε –όπως δήλωσε σε κατοπινή του συνέντευξη– να κρύψει μπουκάλια με ουίσκι στην παραλία): εγκαινιάζεται δηλαδή μια νέα καταναλωτική κουλτούρα που περιλαμβάνει τη μαζική συμμετοχή του κόσμου σε συναυλίες και πολιτιστικά δρώμενα, τις βραδινές εξόδους σε ντίσκο και μπουζούκια ανάλογα με τις προτιμήσεις του καθενός, τη μαζική συμμετοχή στο μάρκετινγκ της μουσικής βιομηχανίας μέσα από την αγορά δίσκων, την κατανάλωση τροφίμων και ποτών κατά τις βραδινές εξόδους.

Ακόμη, η επιλογή του ανοιχτού φυσικού χώρου, η μαζική συμμετοχή (με τη συμμετοχή ακόμη κι εκείνων που δεν είχαν εισιτήριο) και η διασπορά του πλήθους σε μια μεγάλη γεωγραφική ακτίνα, προσέδωσαν στη μουσική αυτή συνάντηση μια πρωτόγνωρη εξωστρέφεια και ευελιξία. Η συναυλία, για χάρη της ευχαρίστησης του κόσμου, μπορούσε πλέον να πραγματοποιηθεί οπουδήποτε. Στο «Πάρτυ» ο κόσμος χόρεψε, τραγούδησε, ανταποκρίθηκε ελεύθερα στα καλέσματα των καλλιτεχνών που βρίσκονταν επάνω στη σκηνή. Από απλός θεατής έγινε ενεργός συμμέτοχος και έτσι, το ταμπού της διασκέδασης έσπασε, απελευθερώνοντας μια νέα κοινωνική ταυτότητα που είχε κατευναστεί σιωπηρά κατά τη μεταπολίτευση και που έμελλε να χαρακτηρίσει ολόκληρη τη δεκαετία του ’80: ένα σύγχρονο άτομο με προσωπική αντίληψη που εκφέρει, δίχως πια ενοχές για το πολιτικό του ήθος, τις ατομικές του προτιμήσεις για όλες τις εκφάνσεις της ζωής.

  • Κινηματογραφικές λήψεις και στιγμιότυπα από το «Πάρτυ της Βουλιαγμένης» διαθέσιμα εδώ και εδώ.

Η Βασιλική Γιούτση γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σέρρες. Από το 2009 ζει και εργάζεται στη Χίο.

  • 8
    Shares

Άφησε σχόλιο