«Πρέπει να οργανωθώ κι εγώ, γιατί όπως καθόμαστε με δεμένα χέρια θα μας φάνε»

4

Οι μνήμες του αντιστασιακού Λουρέντζου Κουκούλη απ’ τα χρόνια της Κατοχής, όπως τις ηχογράφησε σε κασέτα ο Παναγιώτης Καρασούλης το 1991. Η δεύτερη από τις τρεις ιστορικές αφηγήσεις χιωτών αντιστασιακών, στενών συνεργατών του Ιάσονα Καλαμπόκα και του Παναγιώτη Καρασούλη, που δημοσιεύονται για πρώτη φορά από την «Α». 

Ο Λουρέντζος Κουκούλης τη δεκαετία του ’40 και φαντάρος. (Οι φωτογραφίες ανήκουν στην κόρη του, Ζαχαρούλα Κουκούλη)

Πρώτη νύξη για να οργανωθώ μού έκαμε ο Γιώργης Μαυράκης, αλλά έτσι παρέμεινε. Αργότερα ήλθε πάλι ο Μαυράκης με τον Καζάνα και μου μίλησαν. Τους είπα: «Ναι, να μπω σε οργάνωση που θα πολεμά τους Γερμανούς, αλλά δεν θέλω ν’ανακατευτώ με κόμμα και χωροφυλάκους». Τότε ο Καζάνας Δημήτρης είπε: «Κι εγώ θα φύγω στη Μ. Ανατολή». Ο Μαυράκης έφυγε για την Ευρετή. Ήταν το 1941.

Άλλη μια φορά, τότε που οι Γερμανοί κτύπησαν τη Ρωσία, ήλθε ο Πανέρης με το Μανόλη Τσιρνίκα και τα είπαμε. Μετά απ’αυτό ενέκρωσε η κίνηση. Αργότερα, μια μέρα, επήγαινα στον κινηματογράφο Αστέρα. Είδα τον Μαυράκη εκεί απέξω. «Βρε συ», του λέω «τι γίνεται; Κοντεύουμε να πεθάνομε από την πείνα». Μου λέει: «Εμείς είμαστε οργανωμένοι». «Τώρα πρέπει να οργανωθώ κι εγώ», του λέω «γιατί όπως καθόμαστε με δεμένα χέρια θα μας φάνε». «Ναι!»μου απαντά. «Θα έλθω να σε βρω». Πράγματι, ήλθε και οργανώθηκα το ’42.

Το σπίτι του Λουρέντζου Κουκούλη σήμερα. Φαίνεται το πλατανάκι απ’όπου σκαρφάλωνε τον καιρό της Κατοχής ο Ιάσονας Καλαμπόκας. (Η φωτογραφία ανήκει στη Ζαχαρούλα Κουκούλη)

Ο Μαυράκης, παλιός αριστερός, εκινείτο πιότερο απ’όλους και προσπαθούσε να κάμει μια ομάδα αντίστασης. Πράγματι, την οργάνωσαν κι ερχόντανε στο σπίτι μου και συνεδριάζανε. Ήτανε ο Γιώργης Σπυράκης, ο Γιώργης Μαυράκης, ο Γιάννης Κατσόγιαννος, ο Ανδρέας Λοΐζος, ο Σιδερής Κουβελάς, ο Αντώνης Γλύκας, και ο Απόστολος Αμύγδαλος. Εμείς με τον Μανόλη Τσιρνίκα και Κώστα Θαλασσινό φυλάγαμε απέξω. Μια μέρα ήλθε ο Μαυράκης και μου λέει: «Απόψε θα’χεις μια έκπληξη». Όταν εσκοτείνιασε, βλέπω να’ρχεσαι εσύ [Παναγιώτης Καρασούλης] κι ο Καλαμπόκας. Τότε τον πρωτογνώρισα [τον Ιάσονα] και μου είπε «από τώρα γίνεσαι στρατιώτης», κι αρχίσαμε δράση κανονικά.

Η τελευταία μετακίνηση του ασύρματου της συμμαχικής αποστολής
μετά το θάνατο τού Ιάσονα Καλαμπόκα  (7/9/1944)

Ο Άγιος Γιώργης στο Τάλλαρος το 1980. Εδώ έκρυψε ο Παναγιώτης Καρασούλης τον ασύρματο το βράδυ που έμαθε ότι οι Γερμανοί σκότωσαν τον Καλαμπόκα. (Αρχείο Παν. Δ. Καρασούλη)

«Όλη η ομάδα, ο Λουρέντζος Κουκούλης, ο Παντελής Σκαπινάκης, ο Μανόλης Τσιρνίκας, ο Κώστας Θαλασσινός, ο Μιχάλης Λεμάνης, ο Λούρος Χαλκούσης, ο Νίκος Τσατσαρώνης, κι εγώ, όλοι οπλισμένοι, κατεβήκαμε στο περιβόλι του Αἵ-Γιώργη. Μαζέψαμε τα πράγματα από πάνω στα δέντρα που τα είχαμε κρύψει και ακροβατώντας πάνω στους τοίχους που χωρίζουν τα περιβόλια Αγίου Πολυκάρπου και παππα-Αλμυρούδη κατεβήκαμε στο έρημο κελλί. Από την εξώπορτα πήραμε το μονοπάτι που οδηγεί στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία. Οι σκύλοι είχαν σημάνει συναγερμό. Σαν βγήκαμε από το μονοπάτι, έφυγαν οι μισοί γιατί δεν χρειάζονταν πια.»


Παναγιώτης Δ. Καρασούλης,  Χίος 1943-1944: Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή και Εθνική Αντίσταση (β’ έκδοση). (Χίος,  Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Χίου, 2006), σ. 140-141.

Η ψυχή του Ε.Λ.Α.Σ. ήταν ο Καλαμπόκας. Εδώ στα Λωλόδεντρα ήτανε η ομάδα του Τσιρνίκα, ο Παντελής Σκαπινάκης, ο Νίκος Τσατσαρώνης, εγώ, ο Κώστας Θαλασσινός, ο Μιχάλης Λεμάνης. Είχαμε όπλα, 20 πιστόλια. Εγώ είχα ένα καινούργιο και μ’αυτό μετέφερα τον ασύρματο και τις μπαταρίες. Μια μέρα πάω να το δοκιμάσω και δεν έπαιρνε. Κόντευα να λιποθυμήσω… Επίσης, μας είχαν στείλει οι Εγγλέζοι κάτι μακριά πιστόλια χωρίς σφαίρες. Έπιασα τις σφαίρες του τόμιγκαν, που είχανε πίσω μια εγκοπή, έβαλα εκεί ένα τελάκι και πήγαινε μια ομορφιά στο πιστόλι. Ήτανε ένα μάρκα Γκρα και το έπαιρνα μαζί μου. Όταν μας ειδοποίησαν ότι θα έλθουν οι κομάντος [Μάιος 1944], η ομάδα μας προωθήθηκε προς τη Χώρα. Αλλά δεν ήλθαν, ανέβαλαν. Όταν σε λίγες μέρες ήλθαν, εγώ ήμουνα σπίτι. Θυμάμαι μια ομάδα πέρασε από το σπίτι.

Ο Γιώργης Μαυράκης τη δεκαετία του 1970. (Αρχείο Παν. Δ. Καρασούλη)

Μια μέρα έρχεται ο Μαυράκης και μου λέει: «Θα πάρεις ένα τόμιγκαν, μια χειροβομβίδα, ένα-δυο πιστόλια και θα’ρτεις στου Κώστα Γιωργαντή το σπίτι να πάρομε τον Καλλιμόπουλο – έφορο που κυνηγούσαν οι Γερμανοί». Έβαλα το κοντάκι σ’ένα τσουβαλάκι του τσιμέντου και τα πιστόλια, κι από πάνω το γέμισα φύλλα της κολοκυθιάς. Έβαλα και το πιστόλι μου Γκρα στη μέση, μπροστά μου. Ήτανε μέρα. Ήβγα στα Δικαστήρια, δεν έκοψα από τον Άγιο Ιάκωβο, αλλά μπήκα μεσαριά τον Κήπο. Εκεί με βλέπει ο Ζυμαράκης και μου λέει αγριεμένος: «Πού πας, βρε; » Του λέω: «Κάτι πατάτες πάω της θείας μου». Μπαίνω μέσα από το πορτάκι [του Δημοτικού Κήπου], κι εκεί στο σιντριβάνι που έχει μέσα και τη Χίο βλέπω να κάθονται Γερμανοί. Να γυρίσω πίσω ήτανε χειρότερο. Λέω, «θα προχωρήσω και ό,τι είναι να γίνει ας γίνει». Το ένα μάτι κοίταζε αυτούς και τ’ άλλο μπροστά. Ήτανε καμιά δεκαριά, αλλά δεν ήτανε φαίνεται της χιώτικης φρουράς. Ήτανε μικροί, μάλλον περαστικοί για τα Δωδεκάνησα. Επέρασα χωρίς επεισόδιο και πάω στου Γιωργαντή. Εκεί έρχεται ο Δημήτρης Καλαγκιάς και ο Σωτήρης Γλύκας. Έλεγαν: «Τώρα που θα περάσομε το Βροντάδο, που από εδώ θα’ναι ο Ιορδάνης [συνεργάτης των Γερμανών], και από εκεί πάλι ίσως είναι ο Ιορδάνης…» Και το συζητούσανε πολλή ώρα. «Βρε παιδιά», τους λέω «ο Ιορδάνης είναι οπλισμένος, εμείς είμαστε οπλισμένοι, πάμε από εκεί να του πούμε και το τροπάριο». Παίρνομε τον Καλλιμόπουλο με το γιο του -μικρός ήτανε- και περάσαμε χωρίς να συναντήσομε τίποτα. Επεράσαμε κάτω από το σπίτι του Ιορδάνη κι ήτανε στις πόρτες κάτι γυναίκες. Ήλθαμε και τους φέραμε στο σπίτι του Τσιρνίκα. Σε δυο μέρες μου λέει ο Μαυράκης: «Θα πάρεις δυο γαδουράκια και θα πας στο Χριστό Λειβαδίων. Στην πλατεία εκεί θα’ναι ένας δραγάτης, ο αδελφός του Σωτήρη Κώτη. Θα σου δώσει την πεθερά και τη γυναίκα του Καλλιμόπουλου». Επήγα και τις πήρα και τις έφερα θαρρώ κι αυτές στου Μανόλη [Τσιρνίκα], δεν θυμούμαι καλά.

Μια μέρα μου είπανε: «Την τάδε ώρα τ’απόγευμα βάλε στο χέρι σου ένα μαντήλι άσπρο, δήθεν πως το έχεις δεμένο και περίμενε στην πόρτα». Επρόβαλε ο Γερμανός μονάχος. Παρακάτω εμιλούσε ο θείος μου ο Νικολής μ’ένα Μανωλάκη. Μόλις είδανε το Γερμανό, εσπασοχολιάσανε, μη τυχόν τους άκουσε ο Γερμανός σ’αυτά που λέγανε. Αυτός ήλθε στην πόρτα και μπήκε μαζί μου. Περνούμε κάτω από τη σκάλα κι ο πατέρας μου ήτανε στη στέρνα. Μόλις είδε εμένα μπροστά και πίσω το Γερμανὀ, τα’χασε. Του λέω: «Μη φοβάσαι κι είναι δικός μας». Εσυνέφερε ο άνθρωπος. Τον έφερα μέσα στη σάλα και του δώκαμε ένα ποκάμισο κι ένα παντελόνι, και καθίσαμε όλη τη νύκτα εδώ και την άλλη μέρα. Εφοβούντανε και του δώσαμε ένα πιστόλι και αναθάρρησε. Ύστερα τον πήγαμε προς του Τσιρνίκα. Το όνομά του ήτανε Χέριγκ Άαλντεν [;], κι είχε αδελφό και γονείς -δεν θυμάμαι- προς τα κάτω και πήγαινε να τους βρει. Έφυγε από εδώ. Άλλος ένας Γερμανός ήθελε να λιποτακτήσει εκεί στο στρατώνα, αλλά τον είδε ο Τσακός και του είπε :»‘Αντε, βρε, στο στρατώνα σου!» Και φοβήθηκε κι έφυγε.

Μετά την αρπαγή της Ευγενίας Λίναρη από το νοσοκομείο [15 Μαΐου 1944], φέρανε στο σπίτι μου από νωρίς την Τιτίκα Τριγκούνη και τον καπετά-Γιώργη Γιωργαντή. Καθήσαμε στη σάλα και περιμέναμε τους άλλους. Μετά από πολλές ώρες, κατέφθασαν ο Λίναρης, η γυναίκα του, ο Μαυράκης, ο Μπουμπούλης και ο Καλαμπόκας. Θα ήπιανε ένα τενεκέ νερό πάνω στη δίψα τους. Από εδώ φύγαμε, πήγαμε πάνω στα Σπηλἀδια, κατεβήκαμε στο χείμαρρο Καράμουσα, και ποταμό -ποταμό περάσαμε από τη Συριώτισσα, βγήκαμε στον Άγιο Γιάννη το Βουδομάτη και πήγαμε στο σπίτι του Ντίνου Μαμούνα, όπου ξημερωθήκαμε. Το πρωί μ’ έστειλε ο Καλαμπόκας στη Χώρα να δω τι γίνεται. Όταν έφθασα στο καφενείο του Τρύφου, εκεί στο συνοικισμό του Βαρβασιού, είδα τον Πέτρο Τριγωνάκη και τον Κωστή Γιωργαλά να κοιτάζουν προς τους στρατώνες. Λέω «Καλημέρα!» «Πού πας, ρε;» μου λέει ο Γιωργαλάς. Του λέω: «Τι τρέχει;» «Άντε, ρε, σπίτι σου γρήγορα», μου λέει «γιατί χθες βράδυ ήλθε υποβρύχιο, στήσανε δύο πολυβόλα και πήρανε τη Λιναρίνα. Τώρα περιμένουμε τους Γερμανούς να κάμουν συλλήψεις». Γυρίζω πίσω και αναφέρω τη διάδοση που κυκλοφορεί. Από του Μαμούνα γύρισα στο σπίτι μου και δεν ξέρω τι απέγινε.

Ο ερειπωμένος πύργος στο κτήμα Κλειαμενάκη, όπου μετέφεραν τον ασύρματο την επομένη μέρα της δολοφονίας του Καλαμπόκα. Η φωτογραφία είναι του 1980. (Αρχείο Παν. Δ. Καρασούλη)

Στην ΠανΕΑΜική συνδιάσκεψη [6 Αυγούστου 1944] η ομάδα μας δεν ήτανε. Ο Παληατσάρας ήλθε πολλές φορές. Τότε που ήλθανε οι κομάντος, πέρασε με τον Μαυράκη από εδώ και πηγαίνανε από τον Κορακάρη στης Κόρης το γεφύρι. Επήγαμε εγώ, ο Καλαμπόκας και ο Μαυράκης στο εργοστάσιο στα Κεραμεία, αλλά δεν θυμάμαι τι εκάμαμε. Η Ζαχαριάδαινα δεν πέρασε από εδώ. Μόνο ο αξιωματικός Ζαχαριάδης επέρασε.

Όταν ο ασύρματος ήτανε στο Βροντάδο, οι μπαταρίες εγεμίζανε στον Καμπο, και όταν ο ασύρματος ήτανε στον Κάμπο, οι μπαταρίες εγεμίζανε στο Βροντάδο. Και είχα εγώ αυτό το βιολί να τις μεταφέρω με γαδουράκι σε τσουβάλι. Θυμάμαι τους τενεκέδες με τα εκρηκτικά. Ο τενεκές είχε επάνω-επάνω λάδι κι από κάτω ο μηχανισμός. Όταν τον σήκωνες ήταν ελαφρύς, σ’ ένα σημείο είχε την υποδοχή τού μηχανισμού, με διάφορα χρώματα, που έδειχνε ανάλογα τις ώρες εκρήξεως. Είχαν και κάτι σωσίβια με εκρηκτική ύλη και χελώνες μαγνητικές. Στην ομάδα σαμποτάζ δεν ήμουνα. Κάτι πέτρες σαν καβαλίνες τις δίναμε στα παιδάκια και σκίζανε τα λάστιχα των Γερμανών.

Το σπίτι του Λουρέντζου Κουκούλη με το πλατανάκι σήμερα, από την πλευρά του δρόμου. Όπως γράφει ο Παναγιώτης Καρασούλης, «το σπίτι του Λουρέντζου Κουκούλη ήταν καταφύγιο για πολλούς καταδιωκόμενους αντιστασιακούς, ενδιάμεσος σταθμός διερχομένων και τόπος απ’όπου ξεκινούσαν πολλές επιθετικές ενέργειες κατά των Γερμανών”. (Η φωτογραφία ανήκει στη Ζαχαρούλα Κουκούλη)

Στην Απελευθέρωση μάς επήρανε και πήγαμε οπλισμένοι στους στρατώνες και περιμέναμε. Ήτανε κι ο Στρογγυλούδης και ο ανθυπολοχαγός Κουκλίτσος. Του δώσαμε ένα πιστόλι και κατεβήκαμε το πρωί εκεί στου Φωκά και εφυλάγαμε να μη περνά κόσμος επάνω κἀτω. Το βράδυ που σκοτώσανε τον Καλαμπόκα πήγαμε όλοι μαζί στον Άι-Γιώργη και πήραμε τα πράγματα, μεσαριά τους τοίχους, από του παππά-Δημητριάδη, απάνω το στενό του Κόβα. Βγήκαμε στου Καμπανέλα κι από κει εγώ έφυγα.

Λουρέντζος Κουκούλης

5 Ιουλίου 1991


Μεταγενέστερα, στα χρόνια του εμφυλίου, ο Λουρέντζος Κουκούλης εξορίστηκε στη Γυάρο. Καταδικάστηκε τρις εις θάνατον, αλλά αναβλήθηκε η εκτέλεσή του και τελικά τη γλίτωσε.

Ο Λουρέντζος Κουκούλης στη Γιούρα (Γυάρο) το 1948 ή 1949. (Η φωτογραφία ανήκει στη Ζαχαρούλα Κουκούλη)

Βήμα του Πολιτισμού και της Πολιτικής, της Οικολογίας και της Δημιουργίας

Συζήτηση4 Σχόλια

  1. Δ. Αναγνωστου

    Πολυ «ξεθωριασμενη» αφηγηση ! Δυστυχως πενηντα χρονια «μετα», ειναι πολυ αργα !

    • Σοφία Π. Καρασούλη

      Σίγουρα «ξεθωριασμένες», αλλά αυθεντικές. Έστω και με καθυστέρηση τόσων χρόνων, ο Παναγιώτης Καρασούλης μπόρεσε να καταγράψει κάποια ψήγματα της ιστορίας.

  2. ΑΝΔΡΕΆΔΗΣ Γ.

    Όταν διαβάζεις αυτή την αφήγηση από έναν άνθρωπο που έχει δώσει την ζωή του για αυτή την πατρίδα, νομίζω ότι έστω και λίγο, θα νοιώσεις ότι χρωστάς ένα Ευχαριστώ σε αυτούς, για να είσαι εσυ ελεύθερος. Δεν έχω να πω τίποτα παραπάνω.

  3. ΑΝΔΡΕΆΔΗΣ Ι

    Η αφήγηση που διαβάσατε είναι παλιά αλλά αυτό που πρέπει να κρατήσεις είναι πως αυτοί οι άνθρωποι έδωσαν την ζωή τους και το μόνο που πρέπει να σκεφτείς είναι να τους πεις Ευχαριστώ , για την ελευθερία που απολαμβάνεις σήμερα.

Άφησε σχόλιο