Ψιλές και δασείες…

0

Πολυτονικό

Ψιλές και δασείες… Όλοι – οι μεγαλύτεροι τουλάχιστον – θυμούνται αυτά τα μικρά σημάδια, τα οποία χρησιμοποιούνταν στο γραπτό λόγο (επίσημο και ανεπίσημο) μέχρι και τη δεκαετία του ’80. Ποιος ήταν όμως ο ρόλος αυτών των συμβόλων, γιατί είχαν αυτή τη μορφή και ποιοι είναι οι λόγοι που επέβαλαν τη χρησιμοποίησή τους μέχρι και πριν από κάποια χρόνια, με την επίσημη καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος;

Στα αρχαία ελληνικά υπήρχε ένας ήχος που προφερόταν στην αρχή κάποιων λέξεων οι οποίες ξεκινούσαν από φωνήεν ή από ρ και ακουγόταν κάπως σαν το h της αγγλικής γλώσσας σε λέξεις όπως hello, hot, Hercules, history κλπ. Ήταν το λεγόμενο δασύ (=τραχύ, σκληρό) πνεύμα. Αυτός ο φθόγγος δηλωνόταν στη γραφή με το γράμμα Η, και επειδή κατά την κλασική εποχή (5ος-4ος π.Χ. αι.) τα κείμενα γράφονταν αποκλειστικά με κεφαλαία γράμματα, συναντάμε επιγραφές με τη μορφή ΗΟΡΟΣ ή ΗΕΛΛΑΣ (που προφερόταν κάπως σαν χόρος και χελάς).

Καθώς η γλώσσα και κατ’ επέκταση και η προφορά εξελίσσονταν ανά τους αιώνες – όπως συμβαίνει με όλες τις γλώσσες και σε όλες τις εποχές με πολύ αργούς ρυθμούς –, ο δασύς φθόγγος [h]άρχισε ήδη από τον 4ο π.Χ. αιώνα να χάνεται (δηλαδή να προφέρεται όλο και λιγότερο στην καθημερινή γλώσσα), ενώ σε κάποιες περιοχές είχε εξαφανιστεί τελείως από την ομιλία. Έτσι λοιπόν το γράμμα Η σταμάτησε πια να μπαίνει στην αρχή λέξεων και απέκτησε άλλη χρήση, δηλώνοντας το η (το γνωστό μας ήτα, που κι αυτό προφερόταν διαφορετικά τότε). Τι συνέβη όμως στις περιοχές όπου ακόμα πρόφεραν το [h], έστω και περιορισμένα; Σ’ αυτήν την περίπτωση έπρεπε να βρεθεί εκ νέου ένα σύμβολο, οπότε εφευρέθηκε το μισό Η (├ ), όπως π.χ. στις λέξεις ├ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ├ΕΛΛΑΣ κλπ., για να αναπληρώσει το κενό. Λίγο αργότερα, στους ελληνιστικούς χρόνους (323 – 31 π.Χ.), παρόλο που η προφορά του [h]είχε πια σχεδόν – ή ολοκληρωτικά – εξαφανιστεί, αυτό το νέο γράφημα συνέχισε να χρησιμοποιείται είτε αυτούσιο είτε σε μια πιο εξελιγμένη πια μορφή ως ορθή γωνία (└ )· παράλληλα, επινοήθηκε, χωρίς να υπάρχει κανένας προφανής ή πρακτικός λόγος, μία… ανάποδη γωνία ( ┘), η ψιλή, για να δηλώσει το αυταπόδεικτο: ότι λείπει ο φθόγγος [h]. Μεταγενέστερα, κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η ιδέα εξελίχθηκε ακόμα περισσότερο, με τις γωνίες να στρογγυλεύουν, ώστε να φτάσουμε στα γνωστά σύμβολα ῾ και ᾿. Η χρήση των συμβόλων αυτών γενικεύτηκε στους επόμενους αιώνες, με αποτέλεσμα – μόλις τον 9ο-10ο αιώνα μ.Χ. – να φτάσουμε στη μορφή των κειμένων που εμείς θεωρούμε αυτονόητη (μικρά γράμματα και πολυτονικό σύστημα, με τα τονικά σημάδια να γράφονται πάνω από τις λέξεις).

Όμως γιατί τελικά συνεχίζαμε να χρησιμοποιούμε αυτά τα σύμβολα (μαζί με τις περισπωμένες, τις οξείες και τις βαρείες), εφόσον η εισαγωγή και η γενίκευσή τους είχε γίνει σε χρόνο κατά τον οποίο η πρακτική τους αξία ήταν ήδη μειωμένη; Γιατί γενιές και γενιές παιδιών αναγκάζονταν να απομνημονεύουν μηχανικά ένα πλήθος από «δασυνόμενες λέξεις», όταν για σχεδόν 2.000 χρόνια (από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες ως και τον 20ό αιώνα) ο δασύς φθόγγος, αυτός ο ήχος που περιγράψαμε πιο πάνω, δεν είχε πια καμία παρουσία στην καθομιλουμένη; Γιατί υπήρχε η ανάγκη να εφευρεθεί και να χρησιμοποιείται το σύμβολο της ψιλής, ενώ αυτό δεν είχε ποτέ καμία λειτουργική αξία; Οι λόγοι πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στο ρεύμα του αττικισμού (1ος αι. π.Χ.), της τάσης να αναβιώσει η αττική διάλεκτος (του 5ου-4ου αι. π.Χ.) στο γραπτό λόγο, τάσης που είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, το παράδοξο να ακολουθεί η καθομιλουμένη γλώσσα τη γραπτή – και όχι το αντίστροφο. Σε κάθε περίπτωση, ενώ η γλώσσα αλλάζει με τον καιρό, η δασεία και η ψιλή θα διατηρήσουν τη θέση τους στα γραπτά κείμενα για τους επόμενους αιώνες μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Τι σήμαινε εν τέλει η παρουσία αυτών των συμβόλων (ή αλλιώς πνευμάτων) για τους ομιλητές και τις ομιλήτριες της ελληνικής; Δεν μπορούμε να ξέρουμε, ούτε και να εκφράσουμε γνώμη για την απήχηση που είχαν στην εμπειρία των χρηστών της ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες. Ίσως για πολλούς το πολυτονικό σύστημα εν γένει να συμβολίζει το κύρος του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού· αυτό όμως που σίγουρα γνωρίζουμε σήμερα είναι ότι απεικόνιζε κάτι που δεν είχε πια κανένα αντίκρυσμα στον προφορικό λόγο, και γι’ αυτό ίσως πολλοί ανάσαναν με ανακούφιση πριν τριάντα περίπου χρόνια με την αναπόφευκτη κατάργησή του.

Επιμέλεια: Νίκος Λουτράρης, Νίκη Γκόνου

Άφησε σχόλιο