Η ιστορία ενός 19χρονου πρόσφυγα από την κόλαση της Συρίας μέχρι τη Χίο

0

O Mπρούνο και η Μαντόνα στο μπαλκόνι

«Λέγε με Μπρούνο», ζήτησε και τα χείλη του έτρεμαν από το κρύο. Έπεφτε πια ο ήλιος και η υγρασία μαζί με την ψύχρα του όψιμου φθινόπωρου έκαναν απαραίτητα τα πιο βαριά ρούχα για τις ώρες της αναμονής στο λιμάνι της Χίου, μέχρι να έρθει αργά τη νύχτα το πλοίο για τον Πειραιά. Εκείνος φορούσε μόνο ένα βρώμικο βαμβακερό φούτερ με κουκούλα.

Λίγο πριν, είχε σταματήσει κοντά στην αποβάθρα μία κλούβα της αστυνομίας και άνοιξε τις πόρτες της. Μαζί με καμιά 30αριά ομοεθνείς του, άντρες και γυναίκες όλων σχεδόν των ηλικιών, ο 19χρονος Σύρος από το Χαλέπι αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από διήμερη κράτηση στο “κέντρο ταυτοποίησης” στο Μερσινίδι, όπως αποκαλείται ο χώρος διοικητικής κράτησης αλλοδαπών στα βόρεια του νησιού. Σε κάποια άγνωστη στον ίδιο απόκρημνη ακτή της Χίου τούς είχε αφήσει νύχτα ο διακινητής που, μαζί με τον 30χρονο αδελφό του, τον πρωτότοκο, τους φόρτωσε σε μια παραφορτωμένη βάρκα από μια παραλία του Τσεσμέ , βάζοντας πλώρη προς δυσμάς. «Σκοτάδι ήταν, δεν ξέρω από πού μπήκαμε στη βάρκα», λέει ο Μπρούνο. Όταν φθάσαμε εδώ, μας άφησε όλους στα ρηχά. Βουτήξαμε μέχρι το λαιμό στη θάλασσα. Στη στεριά είχε βράχια. Μας είπε, ανεβείτε το βουνό και από την άλλη μεριά θα βγείτε σε δρόμο. Βγάλαμε τη νύχτα τουρτουρίζοντας, καταπαγωμένοι, σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο».

Ο Μπρούνο είναι ζωντανό θαρρείς παράδειγμα ότι ο πόλεμος διακρίσεις δεν κάνει. Όλοι, εκεί που μαίνεται, τη φρίκη του θα τη νιώσουν. “Στο Χαλέπι τίποτα πια δεν υπάρχει», λέει. «Ούτε φαγητό ούτε νερό ούτε ειρήνη. Μόνο θάνατος και τρόμος» . Ο ίδιος, κάποτε ανήκε στους προνομιούχους της κοινωνίας του Χαλεπιού: παιδί ευκατάστατης οικογένειας Χριστιανών Συρορθοδόξων, με πατέρα ιδιοκτήτη εργοστασίου ανταλλακτικών αυτοκινήτων, είχε ρούχα, βιβλία, γυμνασιακές σπουδές στο Κολλέγιο του Χαλεπιού, χαρτζηλίκι, φίλους. Λατρεύει τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι και την κλασική γκόθικ λογοτεχνία με ιστορίες φαντασμάτων. Διάλεξε τον Τζόκερ από τον Μπάτμαν ως εφηβικό άβαταρ στα social media, έτσι, για να αισθάνεται και λίγο …κακός. Μαθητής άριστος, με προοπτικές – «αποφοίτησα με 92,2% επιτυχία», λέει με ανυπόκριτη υπερηφάνεια. «Εντάξει, δεν είμαι ιδιοφυία, η μητέρα μου με βοηθούσε πολύ πάντοτε».

Η μητέρα του, διηγείται, είχε ανάγει σε οικογενειακό θεσμό ένα ετήσιο ταξίδι στην Ιταλία. «Γυρίζαμε πίσω με πολλές βαλίτσες γεμάτες ρούχα για όλους. Η μητέρα μου ήθελε να ντυνόμαστε όλοι μας καλά. Και για τους υπηρέτες ψώνιζε ρούχα». Σε ένα ταξίδι στην Ιταλία, η μητέρα αγόρασε και έφερε στο σπίτι μια Μαντόνα, ένα άγαλμα σε φυσικό σχεδόν μέγεθος. Το τοποθέτησαν στο μεγάλο μπαλκόνι του σπιτιού, να βλέπουν όλοι οι περαστικοί ότι στο σπίτι εκείνο ζει οικογένεια Χριστιανών. «Υστερα ο πατέρας έφερε έναν χρυσοχόο και κάλυψε το φωτοστέφανό της με αληθινό φύλλο χρυσού». Όλα αυτά πριν ξεσπάσει η εξέγερση που εξελίχτηκε στον άγριο συριακό εμφύλιο.

«Η μάνα μου με ρώτησε. Γιέ μου τί είδες; Της τα είπα όλα. Μαμά, είδα την κόλαση! Είδα τον ίδιο το διάβολο!»

 «Κάποτε», λέει, «δε φοβόμουν τίποτε». Τώρα πια φοβάμαι. Αυτά που έχουν δει τα μάτια μου στο Χαλέπι δεν περιγράφονται». Ο Μπρούνο ανταποκρίνεται με ένα ιδιόμορφο γέλιο, σα λυγμό, έναν πραγματικό κλαυσίγελο, στο αίτημα να διηγηθεί πότε ακριβώς και πώς πρωτοβίωσε τί σημαίνει πόλεμος στη χώρα του. Ήταν μέσα στο 2012, ένα απόγευμα που, ενώ γύριζε με δύο φίλους του από το σχολείο στο σπίτι, συναντήθηκε με τον τρόμο: μια βομβιστική επίθεση στη συνοικία Σουλεϊμανίγιε στο Χαλέπι με πολλά θύματα πολίτες, νεκρούς και τραυματίες. «Ήμαστε μαζί με τον Ζορζ και τον Μάτζιντ που τον φωνάζαμε El Wahsh (σημαίνει το Τέρας) επειδή ήταν ψηλός, γεροδεμένος και χειροδύναμος. Τρέξαμε να βοηθήσουμε. Δεν είχαμε ξαναδεί ανθρώπους ματωμένους και ακρωτηριασμένους. Δεν ξέρω ποιός το είχε κάνει. Ο καθένας θα μπορούσε να βάλει βόμβα. Μετά, γύρισα σπίτι και ήμουν κατάχλωμος. Η μάνα μου με ρώτησε. Γιέ μου τί είδες; Της τα είπα όλα. Μαμά, είδα την κόλαση! Είδα τον ίδιο το διάβολο!».

Οι μέρες ξημέρωναν η μια χειρότερη από την άλλη. Οι άντρες της οικογένειας, πατέρας και δύο γιοί, πείθουν τη μητέρα να φύγει, να πάει να μείνει με το τρίτο της παιδί, την κόρη που ζει παντρεμένη στο Ντουμπάι. Στο μεταξύ, βόμβα εκρήγνυται και στο εργοστάσιο του πατέρα, το οποίο είχε ήδη σταματήσει την παραγωγή. Ο πατέρας πάει στο εργοστάσιο και το βρίσκει κατειλημμένο από ενόπλους: «Οταν οι τρομοκράτες κατέλαβαν το κτήριο είπαν στον πατέρα μου, ‘Είσαι χριστιανός. Ό,τι έχεις, όλα σου τα λεφτά, όλη σου η περιουσία, είναι τώρα δικά μας. Και φύγε τώρα, μη σε σκοτώσουμε’».

Τότε ήρθε η σειρά του πατέρα να φύγει για το σπίτι της κόρης στο Ντουμπάι. Τα δύο αδέλφια έμειναν στο Χαλέπι να περισώσουν ό,τι μπορούσαν από την οικογενειακή περιουσία. Το άγαλμα της Μαντόνα με το χρυσό φωτοστέφανο έμενε ακόμα εκεί στο μπαλκόνι, παρά τους σχεδόν καθημερινούς εκφοβισμούς στα δύο αδέλφια. «Στον πόλεμο», λέει ο Μπρούνο,«ό,τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει κτήνος. Αλλά κάποτε πρέπει αυτό το κτήνος να το κλείσεις σε μια φυλακή. Στο πιο βαθύ μέρος της καρδιάς σου, για να το ελέγξεις. Αν το καταφέρεις, πίστεψέ με, γίνεσαι ένας από τους πιο δυνατούς ανθρώπους στον κόσμο. Έτσι έκανα κι εγώ με το δικό μου τέρας. Του είπα, δε θα με ελέγχεις εσύ. Θέλω να συγχωρήσω. Η μητέρα μου λέει πως ο Θεός θα μας συγχωρήσει μόνο εάν κι εμείς συγχωρούμε τους άλλους. Χριστιανούς και Μουσουλμάνους».

«Στον πόλεμο ό,τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει κτήνος»

Η λογική του είναι ξένη στο αποτρόπαιο τοπίο του πολέμου στη Συρία. Και όταν πια μαζί με τις εντεινόμενες απειλές για τη ζωή των δύο αδελφών έρχεται και το χαρτί για να καταταγεί ο μικρός στο στρατό, παίρνουν τη μεγάλη απόφαση. Μαζεύουν τα τελευταία χρήματα και τιμαλφή, κλειδώνουν το σπίτι, αφήνουν τη Μαντόνα στο μπαλκόνι και φεύγουν για την Τουρκία. Προορισμός τους η Γερμανία, όπου ζει ο αδελφός της μητέρας του Μπρούνο. «Μην τα βάζετε μαζί μας. Δε θέλαμε να έρθουμε έτσι στην Ελλάδα. Στην Τουρκία δεν μπορούσαμε να επιβιώσουμε ούτε να βρούμε δουλειά. Στη Γερμανία, κοντά στο θείο μου, ο αδελφός μου θα μπορέσει να δουλέψει κι εγώ να προχωρήσω με τις σπουδές μου. Θέλω να σπουδάσω μαθηματικά. Και να βρω μια δουλειά κι εγώ. Θέλω να γίνω ένας σωστός άνθρωπος, να εκτιμώ τη ζωή, να δώσω σωστά παραδείγματα και στα παιδιά μου όταν έρθει η σειρά μου να κάνω οικογένεια. Θέλω να γράψω κι ένα βιβλίο με όσα έχω ζήσει».

Χιώτες κατέβαιναν άλλη μια φορά στο λιμάνι να βοηθήσουν τους ταλαιπωρημένους πρόσφυγες με ένα ρούχο, ένα σκέπασμα, ένα ζευγάρι παπούτσια. Ο Μπρούνο, το καλομαθημένο πλουσιόπαιδο, ντρεπόταν να δεχτεί το τζάκετ που του έφεραν. Και ας κρύωνε πολύ. «Στο Χαλέπι ήμασταν οι πλούσιοι. Εμείς δίναμε στους άλλους. Τώρα δυσκολεύομαι να μάθω να δέχομαι. Πρέπει όμως να αποδεχτώ τη ζωή μου όπως έχει γίνει». Και ξαναγέλασε πικρά.

Άφησε σχόλιο