Ο Theodore Dreiser και το έργο του “Η μικρή μας Κάρυ”

0

Αμερικάνικος ρεαλισμός στην αρχή του αιώνα, λογοκρισία και αστικό μυθιστόρημα
 
του Στέλιου Κραουνάκη

Βαρύ, βαρύ το αποτύπωμα του Theodore (Dreiser). Πόσο εύκολο είναι να κόψεις μερικά από τα βιβλία του σε κομμάτια, να γελάσεις μαζί του για την βαριά του πρόζα…. Οι φίλοι των μελανοδοχείων, οι συγγραφείς που έγραψαν σε πρόζα και ακολούθησαν τον Dreiser, θα έχουν πολλά να καταφέρουν που εκείνος ποτέ δεν επιχείρησε. Ο δρόμος τους είναι μακρύς αλλά, εξαιτίας εκείνου, όσοι τον ακολουθούν, δεν έχουν να αντιμετωπίσουν την αγριότητα των απαγορεύσεων των πουριτανών, ένα δρόμο που ο Dreiser άνοιξε ολομόναχος.

Sherwood Anderson “Horses and Men” 1923

Ο Dreiser έγραφε τρία χρόνια το έργο του “Η μικρή μας Κάρυ” πριν το εκδώσει το 1900. Η ιστορία βασίστηκε κυρίως στο περιστατικό της αρπαγή της ίδιας του της αδερφής από τον μετέπειτα άντρα της που το έσκασε μαζί της, ενώ ήταν ήδη παντρεμένος με άλλη γυναίκα κι εκείνη με άλλο άντρα και αφού πρώτα υπεξαίρεσε χρήματα από τον εργοδότη του στο Σικάγο. Το βιβλίο τυπώθηκε αλλά ποτέ δεν προωθήθηκε από τον εκδοτικό οίκο και παρέμεινε στην αφάνεια για χρόνια. Η ιστορία της έκδοσης του βιβλίου από μόνη της, αποτελεί μία από τις γνωστότερες περιπτώσεις λογοκρισίας στην αμερικάνικη λογοτεχνία. Ο συγγραφέας του εκδοτικού οίκου και ταυτόχρονα επιμελητής που το διάβασε πρώτα, ο Frank Norris, ενθουσιάστηκε τόσο που πρότεινε μ’ ενθουσιασμό στον ένα ιδιοκτήτη από τους δύο, τον Walter Hines Page. Τον έπεισε μάλιστα να συναινέσει προφορικά για την έκδοση της “Κάρυ”. Όταν όμως γύρισε από το ταξίδι του στην Ευρώπη ο κύριος ιδιοκτήτης, ο Frank Doubleday, διάβασε το βιβλίο και δεν του άρεσε καθόλου. Θεώρησε ανήθικη την εξιστόρηση της πορείας μίας “ξεπεσμένης” γυναίκας που μεταχειρίζεται τους άντρες, το θέατρο, την ομορφιά της, τις επιθυμίες της για να φτάσει τελικά στην επιτυχία. Ο Dreiser αρνήθηκε να ψάξει για άλλο εκδότη επικαλούμενος την προφορική συμφωνία με τον Page και οι δικηγόροι του εκδοτικού οίκου πρότειναν στους δύο ιδιοκτήτες να το εκδώσουν για να μην χάσουν το καλό τους όνομα στην αγορά, αθετώντας την συμφωνία τους. Ήταν μία πρώτη νίκη κατά της λογοκρισίας που ο Dreiser την πλήρωσε καταρχήν με την αποτυχημένη πορεία του βιβλίου του λόγω ανύπαρκτης προώθησης. Οκτώ χρόνια αργότερα, χάρη στις διασυνδέσεις και τις γνωριμίες του επιμελητή και συγγραφέα Frank Norris, που θεωρούσε την “Κάρυ” το καλύτερο αμερικάνικο μυθιστόρημα του καιρού του, ακολούθησε μία έκδοση στη Μεγάλη Βρετανία (ελαττωμένη κατά αρκετές σελίδες, σύμφωνα με την κρίση του Άγγλου εκδότη), που βοήθησε τον Dreiser να αποκτήσει κάποια φήμη. Την λογοκρισία ο Dreiser την συνάντησε τακτικά έκτοτε, στα περισσότερα βιβλία που προσπάθησε να εκδώσει. Στο The Titan είχε πρόβλημα με την άτακτη σεξουαλική φύση του κεντρικού του ήρωα και το έκανε έκδοση κατευθείαν την Αγγλία, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο The Genius, τον μήνυσε η οργάνωση της “κοινότητα της Νέας Υόρκης για την πάταξη της ανηθικότητας”, αναγκάζοντας το να κατέβει από τα ράφια των βιβλιοπωλείων όλο το διάστημα που διήρκεσε η δίκη, από το 1915 έως και το 1923. Τα προβλήματα με τους εκδότες δεν τον εμπόδισαν να τυπώσει είκοσι εφτά βιβλία, διαφόρων ειδών. Οκτώ μυθιστορήματα, δύο ποιητικές συλλογές, δύο θεατρικά έργα, τρία ταξιδιωτικά, δύο αυτοβιογραφίες, ένα βιβλίο με φιλοσοφικές σκέψεις, δύο βιβλία κοινωνικής κριτικής και τρεις βιογραφίες, παίρνοντας δίκαια το παρατσούκλι “the writing machine”.

“Η μικρή μας Κάρυ” είναι ένα μεγάλο αστικό αμερικάνικο μυθιστόρημα, με κύριες επιρροές από Φλωμπέρ, Μπαλζάκ και Τόμας Χάρντυ, ξεδιπλώνοντας ένα μείγμα από τις φιλοσοφικές θεωρήσεις του συγγραφέα συνδυασμένες με τον αγώνα μίας νέας κοπέλας να ξεφύγει από την φτώχεια της εργατικής τάξης και τις συντηρητικές προκαταλήψεις της κοινωνίας της εποχής της. Πολλά κεφάλαια ξεκινάνε με μία θεώρηση του Dreiser για κάποιο από τα κύρια ζητήματα που τον απασχολούν όπως την σχέση της ευτυχίας με την απόκτηση καταναλωτικών αγαθών, το βαθμό που η εξουσία καθορίζει την αίσθηση της επιτυχίας, την σπατάλη ως επίδειξη και ως δείγμα ισχύος για την κυρίαρχη τάξη καθώς και πως η εξωτερική εμφάνιση καθορίζει τις επιτυχία και την κοινωνική καταξίωση. Στην συνέχεια προχωράει στη συνέχεια στην εξιστόρηση της ιστορίας που αφηγείται. Η Κάρυ έρχεται στο Σικάγο για να γλυτώσει από τη στερημένη ζωή στο χωριό της γνωρίζοντας από πρώτο χέρι την οικτρή εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, την δυσκολία της επιβίωσης στο Σικάγο την οδηγάνε να την σπιτώσει ένας άντρας που μόλις τον γνώρισε και στην πορεία της ανοίγουν την όρεξη για περισσότερες ανέσεις, ρούχα, παπούτσια και χορούς. Η επιθυμία της για καλύτερη ζωή την οδηγεί αργότερα να παρατήσει τον πρώτο άντρα και να το σκάσει μ’ έναν άλλο, τον George Hurstwood, ένα αξιομνημόνευτο χαρακτήρα μεγαλοαστού σε κάθετη πτώση,που αναγκάζεται να κλέψει τα χρήματα από το χρηματοκιβώτιο του αφεντικού του και να το σκάσει με την Κάρυ. Στην αρχή καταφεύγουν σαν κυνηγημένοι στην Βοστώνη αλλά γρήγορα μετακινούνται στη Νέα Υόρκη. Η πόλη είναι τεράστια, τα χρήματα τους λιγοστεύουν, η απρόσωπη ζωή αρχίζει να τους ρουφάει, ο George Hurstwood ψάχνει για μία οποιαδήποτε δουλειά, τα χρήματα τελειώνουν, απελπίζεται, σταματάει να ψάχνει, προσποιείται ότι ψάχνει, απλά βγαίνει στους δρόμους όλη τη μέρα και επιστρέφει το απόγευμα στο σπίτι κατάκοπος. Στο τέλος δεν κρατάει καν τα προσχήματα, μένει ξαπλωμένος στον καναπέ όλη μέρα και η Κάρυ αναγκάζεται να ψάξει εκείνη για δουλειά. Μπαίνει κομπάρσος σε μία θεατρική παράσταση και πολύ γρήγορα έχει μία μικρή επιτυχία στο θέατρο που την διαδέχεται αμέσως μία μεγαλύτερη, ώσπου στο τέλος γίνεται περιζήτητη σταρ του θεάτρου και πληρώνεται αδρά σε μετρητά και απολαμβάνει και πολλά δώρα. Γενικότερα, οι χαρακτήρες του καταφέρνουν να φτάσουν τους στόχους του χωρίς να δίνουν ιδιαίτερη σημασία σε ηθικά διλήμματα. Χαρακτηριστικά, η Κάρυ σε όλο το μυθιστόρημα επιθυμεί παπούτσια, ρούχα, διασκεδάσεις της πόλης, χρήματα για να απολαύσει την επιτυχία της. Οι άντρες της ιστορίας προσπαθούν να εισχωρήσουν με όποιο τρόπο μπορέσουν στους κύκλους της αστικής και μεγαλοαστικής τάξη. Ο συγγραφέας δεν τους κριτικάρει αλλά τους αφήνει να εκφραστούν όπως είναι το φυσικό τους.

“Η μικρή μας Κάρυ” είναι ένα μυθιστόρημα πάνω στην ταξική εκμετάλλευση και στην καταπιεστική καπιταλιστική κοινωνία που περιέχει πολλές περιγραφές για την κατάσταση που επικρατούσε στην εργατική τάξη. Βλέπουμε νεαρές εργάτριες να δουλεύουν ασταμάτητα για ένα μισθό ελάχιστο, εξαθλιωμένους ανθρώπους κάθε ηλικίας να συνωστίζονται γύρω από τα φιλανθρωπικά συσσίτια, απεργοσπάστες να οδηγούν τα τραμ με την βοήθεια της αστυνομίας, μία κοινωνία με μεγάλες ανισότητες που διευρύνονται συνέχεια από την συρρίκνωση του πλούτου και την καταπίεση της εργατικής τάξης. Οι ακριβείς περιγραφές του Dreiser για τις συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν στην αρχή του αιώνα στο εργοστάσιο παπουτσιών δεν διαφέρουν και πολύ από τις σημερινές. Πέρα από τα κοινωνικά χαρακτηριστικά όμως η γραφή του μυθιστορήματος έχει μία δική της δύναμη και μία ανεπεξέργαστη ειλικρίνεια που σκλαβώνει τον αναγνώστη που δείχνει ενδιαφέρον. Κάποιες φορές η διήγηση τραβάει αρκετά και οι θεωρίες που αναπτύσσει δεν παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον ή δεν έχουν σχέση με την ιστορία. Έστω κι έτσι όμως προσδίδουν μία ανθρώπινη αύρα στην Κάρυ και στους υπόλοιπους χαρακτήρες του βιβλίου που αποτέλεσε το στυλοβάτη του ρεαλιστικού αμερικάνικου μυθιστορήματος του εικοστού αιώνα Αποτελεί επίσης ένα σημαντικό ρεαλιστικό μυθιστόρημα ενάντια στην σεμνοτυφία της εποχής του και κόντρα στο ιδεαλιστικό περιβάλλον των γλυκανάλατων μπεστ σέλερ που κυριαρχούσαν και τότε εκδοτικά. Η έκδοση της “Κάρυ”, με τις ιδιαίτερες συνθήκες της έκδοσης της και με τα θέματα που θίγει, έδωσε μία προοπτική στους νέους αμερικάνους συγγραφείς της εποχής του που έψαχναν για ένα διαφορετικό τρόπο έκφρασης και γρήγορα συσπειρώθηκαν γύρω του. Τους ονόμασαν ρεαλιστές και το κλίμα απέναντι τους παρέμεινε πολεμικό για κάμποσα χρόνια. Ο Dreiser απεικόνισε αυτή την ατμόσφαιρα, αργότερα, σε μία πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη με τίτλο “Life, Art and America”.

Πέθανε στις 28 Δεκέμβρη του έτους 1945 στην Καλιφόρνια στην ηλικία των 74 ετών αφήνοντας πίσω του μεγάλη λογοτεχνική κληρονομιά και κοινωνικούς αγώνες σε συνδυασμό με μία ιδιαίτερη προσωπική ζωή με πολλά σκαμπανεβάσματα, ατυχείς προσωπικές και επαγγελματικές στιγμές αλλά και σοβαρές επιτυχίες.

  • 20
    Shares

Έχει τελειώσει μεταπτυχιακό στο τμήμα περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Του αρέσει η φωτογραφία και το ποδήλατο.

Άφησε σχόλιο