«Κείνην την εποχή που η ζωή μου παιζόταν καθημερινά κορώνα-γράμματα»

0

Η αφήγηση του αντιστασιακού Πέτρου Μαυρομάτη απ’ τα χρόνια της Κατοχής, όπως την κατέγραψε ο ίδιος το 1986. Πρόκειται για την τρίτη και τελευταία ιστορική μαρτυρία του αφιερώματος της «Α» στις μνήμες χιωτών αντιστασιακών όπως τις κατέγραψαν οι ίδιοι και τις παρέδωσαν στον Παναγιώτη Καρασούλη.

Αυτόγραφο του Πέτρου Μαυρομάτη στην αρχή του τετραδίου όπου έχει καταγράψει την μαρτυρία του

Στις 20 Οχτώβρη του 1943 i, γυρνώντας από το πανηγύρι της Αγίας Ματρώνας στην Κατάβαση, και φτάνοντας στο μοναστήρι τ’ Aἵ-Γιάννη στα Διευχά, όπου έμενα, με περίμεναν στης αδελφής μου ο Κώστας Καραγκιόζης, πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου κι ένας νεαρός, άγνωστος σε μένα. Είχαν έλθει για κάρβουνα, έτσι είπαν στην αρχή γιατί στην παρέα μας ήταν κι ένας πολιτοφύλακας Μιχάλης Νταούτης. Είχε βγει τότε διαταγή από τους Γερμανούς σε όλες τις κοινότητες να βάλουν πολιτοφύλακες να ζητούν ταυτότητες, γιατί στα νοτιόχωρα φάνηκαν ένοπλοι αντάρτες. Περασμένα μεσάνυχτα έφυγε ο Νταούτης, και τότε παίρνοντάς μας παραπέρα ο ξάδελφος μού μιλάει σιγά, σοβαρά: «Εμάς ζητούν οι Γερμανοί. Φρόντισε, λοιπόν, να μας κρύψεις όπου νομίζεις πιο σίγουρα και να μας βοηθήσεις να φύγουμε στην Τουρκία».

Αμέσως ξεκινήσαμε με προσοχή μην μας αντιληφθούν οι πολιτοφύλακες και κατεβήκαμε στην Καλλίτειχο. Εκεί έμενε ο πατέρας μου, τα είπαμε, και αποφασίσαμε να τους κρύψουμε σε μια πλαγιά όπου υπήρχαν πυκνοί θάμνοι, αλλά ήταν συγχρόνως και παρατηρητήριο για τον απέναντι δρόμο. Τα βράδια έμεναν για ύπνο στου πατέρα μου και χαράματα ξεκινούσαν για την κρυψώνα.

Τότε πήγα στη Βολισσό να μάθω νέα, κι έμαθα από φίλους ότι γυρίζουν Γερμανοί μεταμφιεσμένοι σε παλιατζήδες, ψάχνουν για δυο αντάρτες που είδε ένας χωροφύλακας στα νοτιόχωρα. Είδα ακόμη όλες τις βάρκες του λιμανιού συγκεντρωμένες σ’ ένα σημείο και δεμένες με μια αλυσίδα όλες μαζί. Μέσα σ’ όλες ήταν και η δική μου. Πάω στην Καλλίτειχο και τα λέω όλα στον Καραγκιόζη και στον φίλο του Γιώργο [Ιάσονα Καλαμπόκα]. «Κάμε ό,τι νομίζεις», μου είπαν «φρόντισε πάση θυσία να βρεις μἐσο να φύγουμε».

Ξαναπάω την επομένη στα Λιμιά, οι βάρκες όλες δεμένες με την αλυσίδα και δύο λουκέτα στις άκρες. Βλέπω κάτι γνωστούς, ρωτώ τι γίνεται, και μαθαίνω πως κάθε βράδυ δέκα χωριανοί ξενυχτούν να φυλάνε τις βάρκες μην τυχόν κλέψουν καμιά. Παράλληλα οι πολιτοφύλακες γύριζαν στα βουνά ψάχνοντας και η κυκλοφορία μετά τις 9 το βράδυ απαγορευόταν. Έπρεπε, λοιπόν, να συντομεύω, γιατί είχα πολλή πεζοπορία ώσπου να φτάσω στην Καλλίτειχο. Τι θα γίνει, όμως, με βάρκα; Θυμήθηκα μια μικρή παλιά βαρκούλα, που ήταν σ’έναν κάβο ξεχασμένη. Οι Γερμανοί δεν την ήξεραν. Έπρεπε, λοιπόν, να πάω να δω σε τι κατάσταση βρισκόταν. Όμως, δεν έπρεπε να με δει κανείς. Καθυστέρησα στα Λιμιά, διορθώνοντας τάχα τα παραγάδια, κι όταν έριξε σκοτάδι, έφυγα γραμμή για τη βάρκα. Πήγα κοντά της και ψάχνοντας μες στο σκοτάδι τα μαδέρια της, μου φάνηκε γερή. Αμέσως φεύγω για Καλλίτειχο. Με περίμεναν με αγωνία. Τους λέω όλα τα νέα, μόνο που για να ταξιδέψει η βάρκα ήθελε τρεις – τέσσερεις φορές βρέξιμο, να σφίξουν τα ξύλα της. Ἐτσι, λοιπόν, κάθε βράδυ πήγαινα και την έβρεχα μ’ ένα σταμνί, όχι με ντενεκἐ, για να μην κάνει θόρυβο.

Οι φίλοι περίμεναν να περάσουν οι μέρες. Τα πρωινά κάναμε παρέα και θυμάμαι που μέσα στον κρυψώνα ξύναμε τη φλούδα του σκίνου με τον Κώστα και την κάναμε τσιγάρο. Ένα πρωινό, λοιπόν, μου είπαν και το πώς έφτασαν σε μένα: Ο Γιώργος [Ιάσονας] έφυγε από το Κάιρο, ανθυπολοχαγός πεζικού. Στον Αλβανικό πόλεμο ήταν δεκανέας και όταν δόθηκε η σχετική διαταγή όσοι δεκανείς θέλουν να γίνουν ανθυπολοχαγοί να πάνε στη Θεσσαλονίκη για εκπαίδευση, ο Γιώργος πήγε από τους πρώτους. Από κει, λοιπόν, πάει στο Κάιρο, κι απ΄το Κάιρο στη Μέση Ανατολή, όπου και εκπαιδεύτηκε ως κομάντος σαμποτέρ. Βγήκε μεταξύ των πρώτων, κι ο στρατός μας τον έστειλε στη Χίο μ’ένα καΐκι. Περνώντας νότια της Κω, τους τορπίλισαν οι Γερμανοί και το καΐκι βούλιαξε. Ο Γιώργος σώθηκε, ναυαγός και τραυματισμένος στα πλευρά, και νοσηλεύεται σε νοσοκομείο της Σμύρνης. Μόλις έγινε καλά, η «Ιντέλιτζενς Σέρβις» τον κάλεσε στα Αλάτσατα της Τουρκίας και από το λιμάνι της Αγρελιάς, μ’ ένα πολύ μικρό καϊκάκι, τον έστειλαν στο νότιο τμήμα της Χίου, κοντά στα Νένητα. Καπετάνιος ήταν ο ξάδελφος Κώστας Καραγκιόζης, ναύτης ο Θεόφιλος από την Ικαρία, και ασυρματιστής ο φίλος μας Παναγιώτης Καρασούλης από τη Χίο.

Ο Κωστής είχε πολλές αντιρρήσεις γι’ αυτό το ταξίδι. Ήταν πανσέληνος και φοβόταν μην τους αντιληφθούν οι Γερμανοί. Όμως, η διαταγή του Στρατηγείου έλεγε ακριβώς αυτήν την ημερομηνία, κι έτσι, χωρίς καθυστερήσεις, ξεκίνησαν. Πλησιάζοντας τη Χίο, τους είδαν οι Γερμανοί. Τους παρακολούθησαν και μόλις βγήκαν έξω στη στεριά μ’ ένα μικρό βαρκάκι, ο Γιώργος, ο Κωστής και ο Θεόφιλος, άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες. Έτρεξαν τότε στο βουνό και οι άλλοι που είχαν μείνει στο καΐκι γύρισαν πίσω στην Τουρκία. Οι τρεις συναγωνιστές βαδίζουν χειροπιασμένοι να μην χαθούν, προς άγνωστη κατεύθυνση. Ξημερώματα βρέθηκαν σ’ένα χωριό, όπου ρώτησαν πού βρίσκονται. Την ίδια αυτή στιγμή τους βλέπει ένας χωροφύλακας, τους πλησιάζει και τους ζητάει ταυτότητες. Ο Γιώργος κι ο Κώστας έχουν ταυτότητα, ο Θεόφιλος, όμως, δεν έχει. Πριν τον πλησιάσει ο χωροφύλακας, κάνει μια κίνηση αστραπιαία και βγάζει ένα μικρό όπλο τριάντα εκατοστών, «Στεν», από το σακάκι του. «Πάνω τα χέρια! «λέει στον χωροφύλακα, οπότε επεμβαίνει ο Γιώργος. «Μη, Θεόφιλε, μην ρίξουμε την πρώτη σφαίρα σε Έλληνα!» Τότε ηρεμούν και εξηγούν πως ήλθαν για να πολεμήσουν τον κατακτητή, λοιπόν, να μην αναφέρει σε κανέναν τίποτα. Φεύγουν αμέσως χωρίς να γνωρίζουν πού πάνε, κι ο χωροφύλακας, μη χάνοντας καιρό, τηλεφωνεί αμέσως στη Γκεστάπο. Όμως, οι συναγωνιστές, επειδή υποψιάζονταν τις ενέργειες του χωροφύλακα, άλλαξαν πορεία κι ανέβηκαν στο βουνό. Τη νύχτα βρέθηκαν σ’ ένα δασώδες μέρος, μπερδεύτηκαν, και χάνουν τον Θεόφιλο, τον οποίο και δεν ξανασυνάντησαν διότι ο Θεόφιλος έψαχνε για το μοναστήρι στα Καρδάμυλα ενώ ήταν στη Βολισσό. Μπερδεύτηκαν, λοιπόν, και τον έχασαν.

Εκείνοι συνέχισαν την πορεία τους ώσπου έφθασαν στις πιο ψηλές κορφές που υπάρχουν πάνω από την πόλη της Χίου, περιοχή Προβατά. Από κει πάνω παρακολουθούσαν όλη μέρα τις κινήσεις των Γερμανών με τα τζιπ πάνω στο Αίπος, στο δρόμο προς τα βορειόχωρα. Άρχισαν να πεινούν, να διψούν, και κατάκοποι εγκαταλείπουν το παρατήριό τους κι αρχίζουν πάλι να προχωρούν δυτικά. Ο Γιώργος είχε μαζί του και κάτι χάπια βιταμινούχα για κάτι τέτοιες δύσκολες ώρες. Ο δρόμος που πήραν τους έβγαλε στα Πραστιά, κάτω από τη Σιδερούντα. Εκεί βρήκαν ένα γέρο, αδελφικό φίλο του πατέρα μου, το Δημήτρη Μπούσουλα. Ήπιανε μπόλικο νερό κι αφού ρώτησαν το γεροντάκι κι έμαθαν πού μένει ο πατέρας μου [Δημήτρης Καραγκιόζης], περίμεναν να νυχτώσει για να ξεκινήσουν. Όλη αυτή η περιπέτειά τους κράτησε έξι μέρες.

Η βρύση του Δριμύ πάνω στο δρόμο Χίου-Βολισσού πριν το γεφύρι του Μάναγρου το 1985. Γκρεμίστηκε με τη διεύρυνση του δρόμου.

Επανέρχομαι στο θέμα της βάρκας, λοιπόν. Όταν εβεβαιώθηκα ότι η βάρκα ήταν στανιαρισμένη, άρχιζα να σχεδιάζω πώς θα πάρω κουπιά να της πάω, πράγμα πολύ επικίνδυνο. Σκέφθηκα τον μικρό αδελφό μου, τον Παντελή. Ήταν γύρω 14-15 χρονών. Του λέω τι θέλω απ’ αυτόν και τον ψυχολογώ πως το λέει η καρδιά του. Την άλλη μέρα, συνεννοημένος με τους συναγωνιστές, ξεκινάμε για την εκτέλεση του σχεδίου, εγώ κι ο Παντελής. Φθάνουμε στα Λιμιά, του δείχνω τα τρία κουπιά που θα έπαιρνε, και τα υπόλοιπα -σκαρμούς, στρόπους, σχοινιά- τα πήρα με μεγάλη προσοχή εγώ και τα πήγα στη βάρκα. Ο Παντελής έμεινε μόνος στα Λιμιά. Από δω και πέρα θα ενεργούσε χωρίς σύντροφο. Εγώ πήγα στην Καλλίτειχο να βρω τους άλλους δύο, να τους φέρω γραμμή στο Μάναγρο, όπως ήταν το σχέδιο. Χαιρετούν, λοιπόν, τον μπάρμπα-Δημήτρη και στο κατώφλι πιάνω το Γιώργο και του λέω: «Θέλω να μου πεις το πραγματικό σου όνομα!» Με κοίταξε χαμογελαστός λέγοντάς μου: «Μπράβο, Πέτρο, πολύ σωστή η ερώτησή σου. Ονομάζομαι Ιάσων Καλαμπόκας από τη Βλαχοκερασιά Πύργου Ηλείας». Το όνομά του χαράκτηκε στο μυαλό μου και δεν έσβησε ποτέ.

Ξεκινήσαμε, λοιπόν, για το Μάναγρο. Όταν φτάσαμε κει, χαιρετιστήκαμε και είπαμε, «καλή αντάμωση σ’ ένα μήνα πάλι». Εγώ τώρα κρύβομαι σ’ ένα θάμνο και περιμένω να φανεί ο Παντελής, εφ’ όσον ήταν η ώρα που έπρεπε πια να’χει πάει τα κουπιά στη βάρκα και να γυρίζει πίσω. Οι φίλοι μας, όπως τά ‘χαμε σχεδιάσει, θα βάδιζαν από το Μάναγρο παραλία μέχρι τον κάβο που ήταν το βαρκάκι. Τους είχα εξηγήσει πολύ καλά σε ποιο σημείο ακριβώς θα την έβρισκαν. Ο Παντελής αργούσε, άρχισα να ανησυχώ. Τα λεπτά μού φαίνονταν ώρες, η αγωνία με βασάνιζε μιάμιση ώρα, ώσπου είδα τη σκια του μικρού να κινείται μέσα στη γυαλάδα της θάλασσας. Του φωνάζω το σύνθημα «Κουκουβάγια», μου λέει «Αετός». Η αργοπορία του οφειλόταν στο ότι ο Κώστας τον γύρισε πίσω να τους πάει ο ίδιος στην βάρκα, μην τυχόν και δεν τη βρουν και καθυστερήσουν. Έτσι, λοιπόν, οι δυο συναγωνιστές ξανοίχτηκαν στο πέλαγος προς Τουρκία και μεις γυρίζομε στο σπίτι μας μετά οκτώ ημερών αγωνία.

Στις 18 Γενάρη του 1944 ii ο Ιάσονας ξαναγυρίζει, μαζί μ’ έναν άλλο σύντροφο [Παναγιώτη Καρασούλη]. Εγκαταστάθηκαν σ’ ένα αμπρί που’χε φτειάξει ο πατέρας μου κατ’ εντολή του Καλαμπόκα όσο διάστημα έλειπε. Η απόστασή του από το σπίτι μας ήταν 50 μέτρα. Η πόρτα του -ή μάλλον η τρύπα- απ’ όπου μπαινόβγαιναν έκλεινε με μια αστυφίδα και από κει και πέρα δεν εδιέκρινες τίποτα. Τώρα αρχίζει ο αγώνας.

Στο καλύβι του μπαρμπα-Δημήτρη

Ό,τι είχε απομείνει από το καλύβι του μπαρμπα-Δημήτρη Καραγκιόζη (Μαυρομάτη) στην Καλλίτειχο το 1985

Ο μπαρμπα-Δημήτρης μηχανεύεται ένα σωρό πράγματα για να μας φυλάξει από τους ανεπιθύμητους που έρχονται στην καλύβα του. Σκάβει ένα βαθύ λάκκο στο λαγκάδι και χώνει μέσα ένα βαρέλι για να κρύψομε τον ασύρματο και τις μπαταρίες… Ήτανε τρεις μετά το μεσημέρι όταν, ο Ιάσονας, ο Πέτρος κι εγώ καθόμαστε μέσα στο λάκκο  -το καταφύγιο μας, ακούσαμε δύο πυροβολισμούς και κατόπιν άλλον ένα πέρα κατά τη μεριά των Διευχών. Ανησυχήσαμε γιατί ξέραμε ότι στους πολίτες απαγορευόταν να οπλοφορούν. Στείλαμε αμέσως τον Πέτρο προς το χωριό να δει τι συμβαίνει και μεις κρυφτήκαμε πίσω από το λόφο. Ο Πέτρος γύρισε αργά κατά το δειλινό και μας είπε να μην ανησυχούμε. «Δυο Γερμανοί κι ο κουμπάρος μου ο Σιδερής βγήκανε για κυνήγι!!»Στις δυο του Φλεβάρη πρωί-πρωί ο Ιάσονας, μεταμφιεσμένος σε χωριάτη με μαντήλα στο κεφάλι, ξεκίνησε για τη Χώρα με οδηγό τον Πέτρο. Εγώ έμεινα στην καλύβα κοντά στα πράγματα.


Παναγιώτης Δ. Καρασούλης,  Χίος 1943-1944: Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή και Εθνική Αντίσταση (β’ έκδοση). (Χίος,  Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Χίου, 2006), σ. 78, 80.

Το ίδιο βράδυ εγώ, ο Ιάσων κι ο καινούργιος σύντροφος Παντελής [Παναγιώτης Καρασούλης] θα πάμε να παραλάβουμε κάτι πράγματα δικά μας. Οκτώ το βράδυ ξεκινάμε. Είχε πολύ σκοτάδι, φυσούσε βοριάς, και το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό. Εγώ βάδιζα μπροστά, κείνοι ακολουθούσαν. 50 μέτρα πριν το γεφύρι του Μάναγρου, όπου ήταν και ο τόπος του ραντεβού, ακούμε ένα σφύριγμα όχι και πολύ δυνατό. Αμέσως κοκκαλώσαμε και οι τρεις. Ο Ιάσων σφυρίζει τότε με τον ίδιο τρόπο που ακούσαμε. Η ανάσα μας είχε κοπεί περιμένοντας την απάντηση. Τίποτα, νεκρική σιγή. Ξανασφυρίζει για δεύτερη φορά, πάλι τίποτα. Φωνάζει: «Εσύ είσαι, Γιάννη; » Απάντηση καμία. Η ανάσα μας τώρα κόπηκε τελείως. Κρύος ιδρώτας έλουσε το μέτωπό μας. Ο νους μας πήγε σε παγίδα των Γερμανών. «Περιμένετε εδώ να πάω κοντά να φωνάξω», μας λέει ο Ιάσονας. Πήγε απέναντι, στη βρύση του Δριμύ, απόσταση 20 μέτρων από μας. Φωνάζει «Γιάννη!» Τίποτα! Βαδίζει προς Χίο, ξαναφωνάζει, πάλι τίποτα. Προχωρεί προς Βολισσό, ξαναφωνάζει, απάντηση καμιά. Γυρίζει κοντά μας και μας λέει: «Ή ο Γιάννης ήτανε και φοβήθηκε κι έφυγε, ή καμιά σύμπτωση σε άλλο ραντεβού». Εγώ, μη ξέροντας απ’ την αρχή με ποιον είχαμε ραντεβού, αγωνιούσα και μετά απ’ όλα αυτά είπα στον Καλαμπόκα: «Αν δεν μου πεις από πού έρχονται τα πράγματα και ποιός τα φέρνει, φεύγω αυτή τη στιγμή από κοντά σας». Πρώτος μίλησε ο Παντελής, ο ασυρματιστής. «Δίκιο έχει ο Πέτρος», είπε ξερά. Μετά από μια μικρή παύση, μου λέει ο Ιάσων: «Θα τα φέρει ο Παναγιώτης Γεωργαλάς ή ο αδελφός του ο Γιάννης , με δυο μουλάρια». Μόλις άκουσα το όνομα Γεωργαλάς, ησύχασα. Γνώριζα τι παλληκάρια ήταν και λέω, «αφού είναι αυτοί, να μην ανησυχούμε, θα τα φέρουν» .

Πήγαμε, λοιπόν, και καθίσαμε σε μιαν άκρη δίπλα στη γέφυρα, τρυπώσαμε μέσα σ’ένα σκίνο και περιμέναμε να γίνει 10 η ώρα να δικαιολογήσουμε το ραντεβού μας. Ως τις 10 τίποτα δεν φάνηκε. Τότε κινήσαμε βιαστικά, αμίλητοι σ’ όλο το δρόμο, για το καλύβι του μπάρμπα-Δημήτρη. Του είπαμε τα γεγονότα και με εντολή του Ιάσονα την άλλη μέρα, ξεκίνησα για τον Κέραμο να πάω να βρω τον Γεωργαλά. Τα λόγια που θα του έλεγα ήταν: » Αυτοί που έφαγαν προχθές το βράδυ στο σπίτι σου ψάρια τηγανητά και ήπιαν κρασί επτά χρονών μού είπαν γιατί δεν έφερες τα πράγματα που είχατε πει;» Ακριβώς έτσι του τα μετέφερα όταν τον βρήκα κι αυτός, κοιτώντας με για λίγο, μου λέει: «Εγώ τα πήγα, μα εκείνοι δεν ήταν εκεί να τα παραλάβουν». «Τι ώρα τα πήγες;» «Ακριβώς 11 γιατί καθυστέρησα με το σκοτάδι». «Πού τά ‘χεις αφήσει τώρα;» «Δίπλα στη βρύση του Δριμύ, από το βόρειο μέρος, πάνω απ’το δρόμο. Είναι κρυμμένα σ’ένα μεγάλο σκίνο». «Παναγιώτη, γεια σου», σφίξαμε τα χέρια κι έφυγα βιαστικός. Δεν έπρεπε να με δει κανείς, γι’αυτό γύρισα μέσα απ’ ένα ρέμα. Το σκοτάδι ήτανε πίσσα. Με χίλιους κόπους κατάφερα να βρω το μονοπάτι που πάει Λεπτόποδα – Χίο. Μόλις άρχισα να το περπατώ, μ’ έπιασε και βροχή. Τελικά έφτασα στην καλύβα ακριβώς 12 μεσάνυχτα. Ο Καλαμπόκας με περίμενε. Του αναφέρω τα γεγονότα όλα και αποφασίζει την ίδια στιγμή να πάμε να φέρουμε τα πράγματα. Μαζί μας ήλθε ο πατέρας μου κι ο αδελφός μου Κώστας. Φορτωθήκαμε πολύ και οι πέντε διάφορα πράγματα, μπαταρίες, πομπό, τόμιγκαν, φυσίγγια, τρόφιμα κλπ. Όλα αυτά πήγαν κατ’ ευθείαν στο καταφύγιό τους. Ο ασύρματος μπήκε σε ενέργεια και κάθε μέρα παίρναμε τις ειδήσεις, τα νέα του πολέμου από το Στρατηγείο.iii

Εγώ τις δουλειές μου όλες τις είχα αφήσει, ήμουν ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του Ιάσονα και του αγώνα. Όμως, είχα και τη γυναίκα μου έγκυο στο πρώτο μας παιδί. Φυσικά ουδέποτε παραπονέθηκα, ο ίδιος όμως ο Καλαμπόκας καταλαβαίνοντας τη δυσκολία της θέσης μου μού είπε: «Πέτρο, κάθε μήνα θα σου δίνω δυο λίρες σαν δώρο, όχι μισθό. (Τότε με δυο λίρες έπαιρνες δυο ζευγάρια αρβύλες.) Και όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα σας βοηθήσω, θα χτίσουμε μια εκκλησιά εδώ που κρυβόμαστε, την Αγιά-Τριάδα. Θα χτίσω του πατέρα σου ένα καλό σπιτάκι». Εμένα τ’ αυτί μου σε κάτι τέτοια δεν ίδρωνε. Ποτέ δεν υπολόγισα το χρήμα, ειδικά κείνην την εποχή που η ζωή μου παιζόταν καθημερινά κορώνα-γράμματα. Ο Ιάσονας, που με κατάλαβε, φιλοσοφώντας μού είπε:»Πέτρο, τους χρηματόφιλους δεν τους εμπιστεύομαι ποτέ, διότι εγώ μπορεί να δώσω 100 χρυσές σε κάποιον που θα μου τις ζητήσει, κι αν του δώσει μετά ένας Γερμανός 200, να με προδώσει». Κείνη την εποχή γνώριζα πως κρατούσε γύρω στις 200 λίρες μαζί του, ζύγιζαν 12,5 οκάδες. Τις είχε σ’ένα ζωνάρι, λες κι ήταν μπαλάσκα με φυσσίγγια.iv

Ο Πέτρος Μαυρομάτης

Πέρασαν έτσι 8 μέρες και μου λέει ένα πρωί ο Ιάσονας: «Πέτρο, θα πας στη Χίο να μου βγάλεις ταυτότητα διότι δεν έχω. Μετά θα κατεβούμε μαζί. Θα σου δώσω και δυο λίρες, μια για σένα και μια γι’αυτόν που θα την βγάλει». Κατέβηκα στη Χίο την άλλη μέρα. Έμαθα πού μένει ο αστυνόμος Ζορμπάς. Έμενε τότε στους Τρεις Μύλους. Το βραδάκι ήμουνα σπίτι του. «Θέλω να μου βγάλεις μια ταυτότητα για έναν άνθρωπο που έχω σπίτι μου».»Και ποιός είν’ αυτός;» μου λέει. «Απεσταλμένος του ελληνικού στρατού, καταζητούμενος από τους Γερμανούς για σαμποτάζ», του λέω. «Πολύ καλά, θα την βγάλω. Έχεις φωτογραφία;» «Έχω.» Τα τακτοποίησε όλα κι έδωσε ταυτότητα με τ’όνομα Γεώργιος Λως, κάτοικος Βροντάδου Χίου. «Πάρε», του λέω «και μια λίρα για την εξυπηρέτηση». Χαμογέλασε, την πήρε, και μου λέει: «Βρε Πέτρο, εσύ όλο με τέτοιες δουλειές θα ανακατεύεσαι; «Εγώ τον καληνύχτησα και τον αποχαιρέτησα για πάντα. Κείνο το βράδυ, όπως μου ‘πε, έφευγε για την Τουρκία. Εγώ τώρα έπρεπε να φύγω αμέσως γιατί απαγορευόταν η κυκλοφορία μετά τις 9. Τριανταπέντε χιλιόμετρα πορεία για το μοναστήρι. Σε 5 ώρες ήμουν εκεί. Είδα λίγο τη γυναίκα μου και τα χαράματα κατέβηκα στην Καλλίτειχο δίνοντας την ταυτότητα στον Καλαμπόκα. Η ικανοποίηση ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. «Μπράβο», μου λέει «πολύ ωραία τα κατάφερες».

Σε λίγες μέρες αποφασίσαμε να πάμε μαζί στη Χίο. Έπρεπε να ντυθεί τσοπάνης, ώστε να μην δώσουμε στόχο. Του΄δωσα, λοιπόν, ένα παντελόνι δικό μου, μια χλαίνη που είχα απ΄το στρατό, ένα πουκάμισο και μια μαντήλα κοκκινοκίτρινη, τσοπανίσια. Πήρε κι ένα τρουβά χωριάτικο του πεθερού μου. Μέσα στον τρουβά του’ριξα κάνα κιλό κουντουρούδια και λίγα σύκα. Ξεκινήσαμε πολύ πρωί. Στο δρόμο λέγαμε ιστορίες να περνάει κι η ώρα. Όταν αντικρίσαμε την πόλη, μας χώριζαν απ΄αυτήν άλλα οκτώ χιλιόμετρα. Γύρισα να δω τον Ιάσονα και τρόμαξα. Το χρώμα του είχε αλλάξει, το μάτι του ήταν κατακόκκινο. «Τι έπαθες; » του λέω. «Τίποτα. Είναι κόλπο, ν’αλλάξω λίγο το παρουσιαστικό μου». Μετά συζητήσαμε πώς θα μπούμε στην πόλη χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί. Μπροστά εγώ, πίσω εκείνος. Όταν θα βάλω τα χέρια πίσω, σημαίνει πως κάπου εκεί σταματάμε. Είχαμε συνεννοηθεί να πάμε σ’ ένα εστιατόριο. Εγώ θα έμπαινα απ’την πίσω πόρτα, κι εκείνος μετά από λίγο από την εμπρός. Έτσι κι έγινε.

Μπήκα μέσα, παρήγγειλα φαγητό, παραγγέλνει κι εκείνος κι αρχίζουμε να μιλάμε σαν άγνωστοι. Από πού είσαι; » «Απ’ τ’ Αρμόλια». «Είσαι τσοπάνης;» «Ναι».»Έλα να τα πούμε». Αρχίσαμε τσοπανίσιες κουβέντες, μας άκουγαν οι γύρω περίεργοι, άρχισαν να λαβαίνουν μέρος στη συζήτηση. Οι δυο γίνανε τρεις, οι τρεις έξι, κι άρχισαν να πυκνώνουν γύρω μας. Η θέση μας γινόταν δύσκολη. Στο πεζοδρόμιο χτυπούσε η γερμανική μπότα. Αν έριχναν ένα βλέμμα στο εστιατόριο κι έβλεπαν τόσους συγκεντρωμένους, σίγουρα θα μας επισκέπτονταν. Σηκώνομαι και λέω στον εστιάτορα -γνωστός μου, ο Γιώργος Πιτροπάκης: «Πες τους, βρε Γιώργη, να φύγουν γιατί έχει αυτός ο τσοπάνης κάτι ρίφια, μήπως τον γελάσω και του τα πάρω». Αμέσως αυτός χτυπάει τα χέρια. «Πάνω – κάτω, διαλυθείτε!» φωνἀζει. Έτσι ησυχάσαμε. Κείνη η ταραχή μάς έκανε να πιούμε το ούζο χωρίς να το καταλάβουμε, ειδικά ο Ιάσονας, που ποτέ του δεν έπινε, κείνη την ώρα το ρουφούσε με δίψα. Αφού φάγαμε, έπρεπε να κινήσουμε για την αποστολή μας. Έπρεπε να βρούμε τον οδοντίατρο Σωτήριο Λίναρη. «Με πονάει το μάτι μου», μου λέει δυνατά. «Θέλω να πάω σ’ένα γιατρό».»Κι εγώ θέλω γιατρό, να κοιτάξει τα χέρια μου, που ‘χω κάτι σπυριά». Πληρώνω και φεύγουμε.

Στα 20 μέτρα δεξιά μας βρισκόταν το χρυσοχοείο ενός φίλου. Το ρολό κατεβασμένο στα μισά. Λέω του Ιάσονα: «Εδώ μέσα θα μείνεις και θα με περιμένεις. Σε 5 λεπτά θα γυρίσω». Στο μαγαζί δεν ήταν κανείς. Αφού μπήκε μέσα, κατεβάζω το ρολό και πάω κατ’ ευθείαν στο τσαγκαράδικο του Μερακλή. Τον βρίσκω μόνο του εκεί. «Γιώργη, πρόσεξέ με τι θα σου πω. Έχω στο σπίτι μου δυο καταζητούμενους από τους Γερμανούς». «Κάηκες με πετρέλαιο», ήταν η πρώτη του κουβέντα. «Μίλα καλά», του λέω. «Σήκω να κάμομε κουμάντο. Πρέπει να βρούμε το σπίτι του γιατρού γιατί ο ένας καταζητούμενος είν’ εδώ». «Πού τον έχεις; » «Στο μαζαγί του Χαράλαμπου τον έχω κλείσει». «Πήγαινε φέρτον εδώ». Τρέχω, τραβώ το ρολό πάνω, βγαίνει, και πάμε στου Γιώργη. Ο Ιάσονας μόλις μπήκε, βγάζει το αριστερό του παπούτσι και το δίνει τάχα για φτειάξιμο. Συνάμα του εξηγούσε τι ήθελε απ΄αυτόν. Η ώρα είχε περάσει, χειμωνιάτικο απόγευμα, νυχτώνει. «Σηκωθείτε!» τους λέω.

Ο Λίναρης έμενε στο Σκυλίτσειο νοσοκομείο. Μόλις βάζει το σακάκι του ο Γιώργης να φύγουμε, να και παρουσιάζεται η αρραβωνιαστικιά του η Ελένη. Για τον Ιάσονα με ρώτησε, πού πάμε ρωτούσε. Όταν της είπαμε πως είναι τσοπάνος και πάμε σ’ένα χασάπη να μιλήσουμε για ρίφια κλπ δεν πολυπίστεψε στα λόγια μας. Ήθελε να’ρθει μαζί. Καθυστερήσαμε, λοιπόν, ώσπου συνεννοήθηκε με τον αρραβωνιαστικό της κι έφυγε. Βαδίζοντας μέσα στον κήπο οι τρεις μας, ακούμε ξαφνικά μια φωνή: «Σας έπιασα!» Τρομάξαμε όλοι. Ο Ιάσονας έπιασε το πιστόλι του. Μετά είδαμε την Ελένη. Έτσι, προχωρώντας ο Γιώργης κι η Ελένη μπρος, εμείς πίσω φθάσαμε στο Σκυλίτσειο. Ρωτάει ο Γιώργης για τον Λίναρη. Του λένε: «Έφυγε προ ημερών και μένει στην Ατσική». Πίσω γρήγορα, περνάμε από το μαγαζί του Γιώργη, παίρνει και κάτι γλυκά, τα δίνει της Ελένης, και όπως είχαν συνεννοηθεί, την κλείνει στο μαγαζί να τον περιμένει εκεί. Φθάνουμε στην Ατσική. Νούμερο 9-10 ήταν το σπίτι του γιατρού. Περιμέναμε οι δύο κάτω. Ανεβαίνει ο Ιάσονας και σε 20 λεπτά κατέβηκε. «Πάμε», μας λέει. «Εντάξει όλα». Αφήνουμε τον Γιὠργη στο μαγαζί να πάρει την Ελένη και μεις αναχωρούμε για την Καλλίτειχο.

Πήραμε για τον δρόμο λίγο τηγανητό μαριδάκι με ελάχιστο ψωμί και ξεκινήσαμε. Η ώρα ήταν γύρω στις 7:30. Σε μισή ώρα έπρεπε να’χουμε βγει απ’το Βροντάδο. Ανοίξαμε το βήμα όσο μπορούσαμε γρήγορα. Πριν τις 9 αφήσαμε τα τελευταία σπίτια πίσω μας, πήραμε ένα κατσικόδρομο που γνώριζα εγώ και στα πρώτα χωράφια σταματήσαμε να φάμε τις μαρίδες. Εκεί μου συζήτησε για τον γιατρό, τι είπανε κλπ. Ο Ιάσονας τού είπε πως έχει γράμμα γι’αυτόν, όπως και γι’άλλους, να βοηθήσουν με τον τρόπο τους τον αγώνα. Ο γιατρός στην αρχή έκανε πως δεν καταλαβαίνει και απείλησε να τηλεφωνήσει στην Γκεστάπο. Ο Ιάσονας, ψύχραιμος, του πρότεινε το πιστόλι και τότε ο γιατρός τού είπε: «Εντάξει! Έλα ξανά να τα συζητήσουμε».

Αυτά τα είπαμε στα γρήγορα, φάγαμε, και μ’ ένα μαντήλι μού σκούπισε την πλάτη επιμελώς. Είχα ιδρώσει πολύ από την πεζοπορία και τη βιασύνη. Σε μια ώρα βγήκαμε πάνω στο Αίπος. Μπαίνουμε στον ίσιο δρόμο. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά κι αρχίζει μια καταρρακτώδης βροχή. Δεν υπήρχε ούτε ένα δέντρο, ούτ’ ένας βράχος, ν’ απαγκειάσουμε για λίγο. Σταματάμε στο χαντάκι του δρόμου για λίγο, καθιστοί στα πόδια μας, πλάι – πλάι. Η βροχή αντί να κόβει δυνάμωνε, όλο και πιο πολύ. Νιώθω τα νερά να κυλάνε στην πλάτη μου. «Η βροχή με πέρασε», του λέω. «Σήκω να προχωράμε, μην κρυώσουμε», μου λέει. Μετά από μισή ώρα, άρχισε να μ’ ενοχλεί ένας πόνος στο πλευρό. Του το λέω. Με πλησιάζει, με πιάνει αγκαζέ σφιχτά. «Μη φοβάσαι, θα περάσει σιγά-σιγά». Βαδίζαμε αργά. Η βροχή είχε κόψει. Έριχνε μια ψιχάλα ψιλή, ανεμόβροχο το’λεγε ο πατέρας μου. Ρίχνει σκοτάδι και δεν βλέπαμε ούτε το δρόμο. Τα ρούχα μας ήταν μούσκεμα, τα παπούτσια μας γεμάτα νερό. Ο πόνος στο πλευρό μου υποχώρησε. Ψάχναμε τώρα για τον δρόμο. Αδύνατο να βαδίσομε κανονικά, πηγαίναμε ψαχουλεύοντας. Ώσπου άρχισε να αστράφτει και να βροντά. Με τις αστραπές βλέπαμε για μια στιγμή το δρόμο. Είχε ρίξει, όμως, και πυκνή ομίχλη. Άρχισα τότε να απελπίζομαι. Θα χαθούμε, είπα στον εαυτό μου, όπως χάθηκαν το 1929 τρεις Σιδερουντιανοί στον ίδιο δρόμο. Οι προσπάθειές μας, όμως, συνεχίζονταν. Κάθε τόσο μιλούσαμε: «Πού είσαι;» «Εδώ!» Βαδίζαμε τρεις ώρες κι είχαμε πάει τρία χιλιόμετρα. Όταν περάσαμε τις δέκα στροφές και βγήκαμε πάνω, πιάσαμε βάδισμα κανονικό, γρήγορο, γιατί το κρύο ήταν αβάσταχτο. Στον Άγιο Σίδερο σταματήσαμε να δούμε τι ώρα είναι. Ήταν ακριβώς 12 μεσάνυχτα. Η βροχή κράτησε συνέχεια μέχρι το μοναστήρι που πήγαμε. v Χτυπάω της γυναίκας μου, μας ανοίγει. Μόλις βλέπει τα χάλια μας, ανάβει αμέσως το τζάκι, μας δίνει ρούχα ν’ αλλάξουμε, Με μιας όλη η ταλαιπωρία ξεχάστηκε. Κουβεντιάζοντας στο τζάκι μάς βρήκε το πρωί. Ετοιμαστήκαμε για την Καλλίτειχο. Ο Ιάσονας φεύγοντας έδινε δυο λίρες στη Σοφία, μα κείνη δεν τις δέχθηκε. «Πάρ’ τες για το μωρό που περιμένεις «Κείνη αλύγιστη δεν τις πήρε. Με τον Ιάσονα είχαμε συμφωνήσει να μου βάφτιζε το παιδί. Όταν ήταν αγόρι, θα το λέγαμε Λευτέρη, αν ήταν κορίτσι, Ελευθερία. Έτσι κι έγινε, μόνο που δεν το βάφτισε ο Ιάσονας γιατί είχε χαθεί. Το βάφτισε ο Μερακλής μ’ έξοδα τού Καρασούλη και το ονομάσαμε Ελευθερία και Γιασεμή.

Την επομένηviο Ιάσονας μου ‘δωσε οκτώ λίρες να τις πάω στην Χίο σε μια οικογένεια. Θα πω ότι μου τις έδωσε ο γιος τους από τη Μέση Ανατολή. Ο πατέρας του λέγεται Δημήτριος Καρασούλης ή Δυναμίτης και μένει στη συνοικία Χριστού. Εγώ δεν γνώριζα πως τον ασυρματιστή τον έλεγαν Καρασούλη. Φθάνω, λοιπόν, στο σπίτι, χτυπάω την πόρτα. «Ποιός είναι;» Αυθόρμητα λέω: «Άνθρωπος του Θεού είμαι». Οι κόρες τού Καρασούλη παραξενεύτηκαν με τη λέξη αυτή, και μετά την έλεγαν όταν μ’ έβλεπαν «ο άνθρωπος του Θεού». Λέω: «Έρχομαι από τη Μέση Ανατολή κι ο γιος σας μου ‘δωσε κάτι λεφτά να σας δώσω». «Σ’ευχαριστούμε πολύ. Τι γίνεται; Είναι καλά;»»Καλά», τους λέω. «Θα’ρθει σε λίγο καιρό». Κει που μιλούσαμε, βλέπω τη φωτογραφία του ασυρματιστή και τότε κατάλαβα σε τίνος το σπίτι είχα έλθει. Όταν συναντηθήκαμε μετά πάνω, με ρωτά ο Παντελής [Παναγιώτης Καρασούλης] για την οικογένεια, τι γίνονται κλπ. «Σε είδα», του λέω, «σε μια φωτογραφία. Σε λένε Παναγιώτη, και όχι Παντελή». Γέλασε και δεν αρνήθηκε αυτό που του είπα.

Μετά από λίγο κατέβηκε ο Ιάσονας στη Χίο να βρει πάλι το γιατρό Λίναρη. Όταν ήλθε πάνω μού λέει: «Θα πας στον Κέραμο να βρεις τον Γεωργαλά. Θα του πεις να ‘ρθει εδώ για να μεταφέρουμε τα πράγματά μας στη Χίο. Θα φύγουμε από δω». Πήγα στον Κέραμο, βρήκα τον παλιόφιλο, του όρισα την ημέρα που θα ‘ρχόταν με το μουλάρι για να φορτώσει. Όπως ο Γεωργαλάς στην πρώτη μεταφορά δεν ήξερε πού θα εγκατασταθούν, έτσι τώρα κι εγώ δεν θα γνώριζα πού θα μείνουν στη Χίο. Πήγε ακόμη μια φορά στη Χίο ο Ιάσονας κι έμεινε κάτω μαζί με τον Παναγιώτη Καρασούλη. Το άλλο πρωί, σχεδόν χαράματα, ήλθε ο Γεωργαλάς και φορτώσαμε τα διάφορα υλικά, δυναμό, ασύρματο, τόμσον, μπαταρίες, κπλ. Ξεκινήσαμε από την Καλλίτειχο γραμμή για Χίο.

Είχαμε ραντεβού στις 5μιση το απόγευμα με τον Ιάσονα στο ασβεστοκάμινο, στους πρόποδες του Αίπους. Φθάσαμε εκεί κατά τις 5. Ξεφορτώσαμε και περιμέναμε. Μετά από 10 λεπτά, ακούσαμε φωνές κι είδαμε να κατεβαίνουν καμιά δεκαριά άτομα. Σίγουρα δίναμε στόχο με τα μουλάρια και τα τσουβάλια αραδιασμένα. Λέω στον Γεωργαλά: «Θα απομακρυνθώ, μην μας δουν μαζί και υποψιασθούν». Ωστόσο, γνωρίσαμε από τις μιλιές τους πως ήταν κοντοχωριανοί του φίλου μου, που σίγουρα τον γνώριζαν. Κάποιος Τρύφωνας Μοσχούρης με γνώρισε και έτρεχε πίσω μου. Έτρεχα σχεδόν για να τον αποφύγω. Σε μια στροφή με πρόφθασε. «Πέτρο, στάσου!» μου φώναζε. Αναγκάστηκα να σταματήσω. «Τι θες;» του λέω. «Να πεις στους φίλους σου πως κι εγώ έχω κουραστεί γι ‘αυτούς και πρέπει να μ’ έχουν υπ’ όψιν τους». Ωστόσο, έφθασε ο Ιάσονας. Με είδε που μιλούσα με τον άνθρωπο αυτό. Προσπέρασε αδιάφορα. Με πολύ κόπο μ’ άφησε αυτός και γύρισα πίσω με προφύλαξη μεγάλη. Ο Ιάσων με πλησίασε ταραγμένος. «Ποιός ήταν αυτός; » μου λέει. Του είπα τα γεγονότα και μου βγάζει 3 λίρες να του τις δώσω και να του πω να κλείσει το στόμα του. Μετά πάμε τροχάδην, φορτώνομε το μουλάρι, και κατηφορίζουμε στο Βροντάδο. Τότε, όπως είχαμε συνεννοηθεί προηγούμενα, έπρεπε να χωρίσουμε. Σφίξαμε τα χέρια και χωρίσαμε. Όμως, κάθε Τετάρτη θα πήγαινα στον Κέραμο και κάθε Παρασκευή θα αντάμωνα στο ασβεστοκάμινο τον Ιάσονα, να δίναμε και να παίρναμε ειδήσεις. Τη νύχτα εκείνη παρέμεινα σε ξενοδοχείο της Χίου και τα χαράματα ξεκίνησα για το χωριό. Την Τετάρτη πήγα στον Κέραμο, συναντήθηκα με τον Γεωργαλά. Σ’αυτόν έδωσα και τις τρεις λίρες του Τρύφωνα Μοσχούρη, να του τις δώσει εκείνος πιο σύντομα. Παρασκευή κατέβηκα στη Χίο, στο ασβεστοκάμινο, δώσαμε και πήραμε ειδήσεις και πίσω πάλι.

Τρεις φορές κατέβηκα στη Χίο στο ραντεβού μας. Μετά άργησα να δω τον Ιάσονα. Είχε αρχίσει τη δράση του στην πόλη. Κάποτε ήλθε στο μοναστήρι κάνοντας τον μανάβη. Είχε έλθει μ’ ένα γαϊδουράκι φορτωμένο μανταρίνια. Μετά απ΄αυτό τον είδα πάλι το καλοκαίρι, κατά τον Ιούνιο. Μου είχε αφήσει δύο όπλα τόμιγκαν και την εντολή όταν έρχεται καΐκι στα Λιμιά πάνω από 10 τόννων, να το στέλνω στην Τουρκία. Αυτή ήταν η εντολή του Στρατηγείου. Έστω και δια της βίας , να φεύγει, να μην παραμένει και εξυπηρετεί τους Γερμανούς. Κατά τον Ιούλιο, ήλθε ο ίδιος ο Ιάσονας στα Λιμιά, μ’ ένα μικρό καϊκάκι, το ΛΥΔΙΑ, από τα Καρδάμυλα. Οργάνωσε ο ίδιος το Ε.Λ.Α.Ν. και το Ε.Α.Μ. Όσοι οργανωθήκαμε πολεμούσαμε για ένα κοινό σκοπό, κατά του κατακτητή. Δεν υπήρχαν δεξιοί, αριστεροί, κλπ.

Όταν ήλθε για δεύτερη φορά στα Λιμιά ο Ιάσονας, πήγαμε στα Ψαρά μ’ ένα τρεχαντήρι, το ΤΡΙΑΙΝΑ, κι αυτό Καραδαμυλίτικο. Εκεί οργάνωσε πολλούς Ψαριανούς: Τον Γιάννη Κωνσταντάρα, Δημήτρη Γιαννίτσο, Νικόλαο Μπάκα ή Μαρίνο, Κοτρόζο, Μπαρτζή, και άλλους. Μετά έφυγε πάλι. Όταν ξανανταμώσαμε, του ανέφερα και για τον τελώνη των Λιμιών. Όποιο καΐκι ερχόταν το λήστευε στην κυριολεξία, μέχρι και το ψωμί έπαιρνε από το πλήρωμα. Έπαιρνε τόσο πολύ σιτάρι, που είχε αποθήκες στο χωριό και το’ κρυβε. Τότε μου λέει ο Καλαμπόκας: «Πες του πως αύριο θα έρθει ένα καΐκι φορτωμένο σιτάρι και να’ρθει στη Σιδερούντα να μας πιάσει». Πρωί-πρωί τον βλέπω. Ελέγετο Παναγιώτης Μπασουκέας. «Κυρ-Παναγιώτη», του λέω, «ένα καΐκι είναι φορτωμένο σιτάρι πίσω από τον κάβο». «Πάμε να τους πιάσουμε», μου λέει. Παίρνουμε τη βάρκα και τραβάμε για το καΐκι. Ο Καλαμπόκας μ’ ένα μικρό βαρκάκι μάς συνάντησε λίγο πριν το καΐκι. Με νόημά μου κατάλαβε πως είναι ο τελώνης και συνεχίζουμε την πορεία μας. Ανεβαίνει στο κατάστρωμα ο τελώνης κι από την άλλη πλευρά ανεβαίνει ο Καλαμπόκας. Ανοίγουν το αμπάρι και λένε στον τελώνη: «Κατέβα κάτω!» Αυτός αμέσως κατέβηκε για να δει το σιτάρι. Ο Ιάσονας τού φωνάζει προτείνοντάς του το πιστόλι: «Μην τολμήσεις να βγεις πάνω, θα το πληρώσεις με τη ζωή σου». Τότε κατάλαβε ότι έπεσε σε παγίδα. Έμεινε μέσα στ’ αμπάρι οκτώ μέρες. Πήγανε Ψαρά, από Ψαρά Τουρκία, και από κει τον έστειλαν στη Μέση Ανατολή μαζί με την κατηγορία του. Στην Απελευθέρωση γύρισε και ζητούσε τα αποθηκευμένα του, αλλά, δυστυχώς γι ‘αυτόν, δεν βρήκε τίποτα.

Στα Ψαρά αρχίζει τώρα νέα δράση. Πιάνω ναύτης σ’ ένα καΐκι 15 τόννων, ιδιοκτησία Βερνίκου, που το είχαν οι Ψαριανοί. Το ονομάσαμε ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Επίσης, μαζί μου πλήρωμα ήταν κι ο θείος μου Στέφανος Πλακίδας, ο Μανόλης Μαυρογιώργης, και τρεις άλλοι Καρδαμυλἰτες: ο Αντρέας, ο Ηλίας, και ο Ευρυπίδης. Είχαμε γερό οπλισμό. Μια μέρα πήγαμε φορτωμένοι με τρόφιμα στα Κεραμεία της Χίου, να τα μοιράσουμε στους φτωχούς. Από κει παραλάβαμε κι έναν τραυματία, ονόματι Ψώρα. Αυτός είχε συμπλακεί μ’ ένα Γκεσταπίτη Φραγκιά. Τον σκότωσε τελικά κι αυτός τραυματίστηκε. Τον τραυματία θα τον πηγαίναμε στην Τουρκία για ανάρρωση. Κείνη τη μέρα αντάμωσα και τον Ιάσονα. Είπαμε τα νέα και μέσα σ’ όλα μου λέει πως μια φορά τον πήραν από πίσω οι Γερμανοί ως ύποπτο, αλλά κατάφερε να τους ξεφύγει. Τότε του πρότεινα να έλθει για λίγο στο χωριό, να βαφτίσουμε και το παιδί, να τον ξεχάσουν για λίγο. «Όχι», μου λέει. «Το παιδί θα το βαφτίσουμε στην απελευθέρωση».

Κουρσάρικο καίκι και βάρκα στην βάση της Αγρελιάς

Μετά εμείς πήγαμε στην Τουρκία, στην Αγρελιά. Εκεί ήταν η βάση μας. Μετά δυο μέρες γυρίσαμε στα Ψαρά, κι από κει Βολισσό. Κείνο το βράδυ στα Κεραμεία, έμαθα από τον Ιάσονα πως πολλοί Γερμανοί αυτομολούσαν. Ο ίδιος είχε μεταφέρει γύρω στους 30 απέναντι στην Τουρκία. Το παιχνίδι το ‘χαναν, το είχαν πια καταλάβει. Οι λιγοστοί Γερμανοί που ‘μειναν στη Χίο έκλειναν κάθε βράδυ με μια αλυσίδα και μερικά βαρέλια το στόμιο του λιμανιού. Φοβόντουσαν τους κουρσάρους μην τους σκοτώσουν. Οι Γερμανοί έμεναν στο λεγόμενο Τρίγωνο, στα σπίτια των εφοπλιστών, κι ο Ιάσονας πήγαινε και τους πουλούσε αυγά, τους έκανε τον λούστρο, κι άλλα πολλά.

Από δω και πέρα αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για τον ήρωα Καλαμπόκα. Λένε πως μια γυναίκα που δούλευε στους Γερμανούς τον πρόδωσε αφού πήρε τέτοια εντολή από άλλον προδότη. Έδωσε τα χαρακτηριστικά του και το στέκι του. Έτσι μια μέρα ο Ιάσονας, ακουμπώντας αδιάφορα με τα χέρια στις τσέπες σε μια κολώνα της ΔΕΗ, είδε δυο Γερμανούς, πρώτο μπόι, να πλησιάζουν. Προχώρησε τότε πάλι αδιάφορα προς ένα στενό όπου υπήρχε πάντοτε μια ανοιχτή πόρτα, κι από κει έβγαινες σε μια ολόκληρη συνοικία με δρόμους και σοκάκια πολλά. Για κακή του τύχη, όμως, η πόρτα σήμερα ήταν κλειστή. Γυρίζει πίσω ο Καλαμπόκας, μα οι Γερμανοί είναι κοντά του. Τον πιάνουν ζωντανό και αγκαζέ προχωρούν για την Γκεστάπο. Στα 50 μέτρα τους ξεφεύγει κι αρχίζει να τρέχει ευθεία εμπρός. Τότε τράβηξαν τα μακρύκανα πιστόλια και τον χτύπησαν θανάσιμα στην πλάτη. Έπεσε κάτω γεμάτος αίματα κι οι Γερμανοί με λύσσα αδειάζουν στο στήθος του τα πιστόλια τους. Τον αφήνουν κατάμεσα στον δρόμο, κι από κει τον παραλαμβάνουν αστυνομικοί και διάφοροι πολίτες. Την άλλη μέρα κηδεύτηκε. Σάββατο έγινε η κηδεία και Κυριακή έφυγαν για πάντα οι Γερμανοί. Δεν αξιώθηκε να δει την απελευθέρωση για την οποία με τόσο κόπο εργάσθηκε και τόσο πολύ λαχταρούσε.

Ο Ιάσονας Καλαμπόκας νεκρός, Σεπτέμβριος 1944

Πέτρος Δημ. Μαυρομάτης

Λιμιά, Βολισσός
1986


Σημειώσεις Παναγιώτη Καρασούλη στο περιθώριο  του τετραδίου

i Πρώτη προσπάθεια να βγούμε στο νησί είναι την 9η Νοεμβρίου 1943 στα Νένητα. Ο Καλαμπόκας έφθασε στο μοναστήρι [Μουνδά] στις 14 Νοεμβρίου 1943 σύμφωνα με έκθεσή του
ii Ο Πέτρος δεν θυμάται τις ημερομηνίες. Στ’ Αγιάσματα βγήκαμε 25 του Γενάρη, 27 του μήνα, πρωί, φθάσαμε στην Καλλίτειχο.
iii Μόνο τα νέα ακούσαμε μια φορά. Ήθελα να μην αδειάσουν οι μπαταρίες προτού εγκατασταθούμε τελικά.
iv 75 ήταν οι λίρες που είχε στη ζώνη!
v Ο Πέτρος γύρισε μόνος του πίσω στο μοναστήρι.
vi Ήταν δυνατό να γίνει τέτοια αποστολή εκείνη τη μέρα; Μάλλον αργότερα.

Βήμα του Πολιτισμού και της Πολιτικής, της Οικολογίας και της Δημιουργίας

Άφησε σχόλιο