Άτιτλο

0

γράφει ο Κοσμάς Τσόλας

Πως μια παρέα όμορφη, πίνει και ξεφαντώνει
βλέπει πως εξημέρωσε και ο καιρός ζυγώνει

μόνος να μείνει ο καθείς και η ανάμνησή του
κείνης της όμορφης βραδιάς, που χάρηκε η ψυχή του.

Πως περιμένεις τα πρωινά, να δεις αγαπημένο
φίλο να κουβεντιάσετε, για όνειρο ξεχασμένο

κι έρχεται κάποιος να σου πει και να σου μολογήσει
πως ο φίλος σου εχάθηκε κι άλλο πια δε θα ζήσει

Στο δέντρο της «Απλωταριάς» στα στέρεα κλαριά του
οι σκέψεις μας φυλώνανε, πρασίνιζε η θωριά του.

Δρόσιζε στου καλοκαιριού, τον φοβερό το λίβα
στον ίσκιο του βρίσκαμε εμείς, φιλόξενη καλύβα.

Χειμώνιασε όμως κι ο βοριάς, τα φύλλα παρασέρνει
και τα πουλιά στους κλώνους του, ο αέρας τώρα δέρνει

Ας είναι τούτος ο καιρός, κάτι να εγκυμονήσει
κι η άνοιξη που θέ να ‘ρθεί, σπόρο να αναστήσει.

Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση στην Αθήνα. Ζεί και εργάζεται στην Χίο.

Άφησε σχόλιο